ΣτΕ 1927/2025 Τμ.ΣΤ - Πλήρες κείμενο
Πρόεδρος: Μαρίνα Παπαδοπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Πρόεδρου του Τμήματος
Εισηγήτρια: Σωτηρία-Ελπίδα Σταφυλά, Πάρεδρος
Δικηγόροι: Θεολόγος Ποιμενίδης, Δημήτριος Στράνης
Με την κρινομένη αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της 1577/2023 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε αγωγή της αναιρεσείουσας εταιρείας, με την οποία αυτή ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος Θεσσαλονίκης να της καταβάλει, εντόκως, αποζημίωση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, από άκυρη σύμβαση. Εν προκειμένω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε -έστω και συνοπτικά διατυπωμένα- ότι, εφόσον η διαφορά που ήχθη ενώπιον του πηγάζει από δημόσια σύμβαση, αρκεί και μόνον το γεγονός ότι η αγωγή ασκήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4605/2019 (28.12.2021) με την οποία προστέθηκε άρθρο 205Α στον Ν. 4412/2016 ώστε να κρίνει εαυτό αρμόδιο για την εκδίκασή της, ανεξαρτήτως αν η επίδικη σύμβαση προμήθειας είναι ιδιωτικής ή διοικητικής φύσεως. Ωστόσο, η κρίση αυτή δεν είναι ορθή διότι, για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 205Α του εν λόγω νόμου, με τις οποίες θεμελιώνεται δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων για την εκδίκαση των διαφορών από κάθε δημόσια σύμβαση προμηθειών και υπηρεσιών που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του, απαιτείται όχι μόνο το σχετικό ένδικο βοήθημα να έχει κατατεθεί μετά την 1.7.2019, αλλά και η έναρξη της διαδικασίας σύναψης της εν λόγω σύμβασης να έλαβε χώρα μετά τις 08.08.2016 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 4412/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη σύμβαση συνήφθη κατά το έτος 2008 και ως εκ τούτου δεν δύναται να υπαχθεί στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 205Α του Ν. 4412/2016, αλλά απαιτείται να διαγνωσθεί η φύση της εν λόγω σύμβασης ως διοικητικής, με βάση τα κριτήρια που έχουν ορισθεί από το ΑΕΔ. Όμως, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζεται το νομοθετικό καθεστώς από το οποίο διήπετο η ένδικη σύμβαση ώστε να διακριβωθεί αν ο καθ’ ου Δήμος τελούσε σε υπερέχουσα θέση έναντι του αναιρεσείοντος, ούτε αναδεικνύονται επαρκώς τα στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί ασφαλώς ότι η εν λόγω σύμβαση προμήθειας εξυπηρετούσε ιδιαίτερο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, κατόπιν δε αυτού δεν δύναται να ελεγχθεί αναιρετικά η φύση της διαφοράς ως διοικητικής ή μη. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση έγινε δεκτή, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερούνταν νομίμου ερείσματος, ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας του δικάσαντος διοικητικού εφετείου και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο δικάσαν δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση.
Νομικές Διατάξεις: Άρθρα 94 §§ 1, 2, 3 Συντ., 1 § 2 περ. ι΄ Ν. 1406/1983, 53 §§ 3, 4 Π.Δ. 18/1989, 205Α Ν. 4412/2016
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2025, με την εξής σύνθεση: Μαρίνα Παπαδοπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Πρόεδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Κωνσταντίνα Φιλοπούλου, Φραντζέσκα Γιαννακού, Δημήτριος Τομαράς, Καλλιόπη Κατρά, Σύμβουλοι, Σωτηρία-Ελπίδα Σταφυλά, Αικατερίνη Σούκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ευδοκία Κιλισμανή.
Για να δικάσει την από 30 Δεκεμβρίου 2023 αίτηση:
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «… Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «… Α.Ε.», που εδρεύει στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (…), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Θεολόγο Ποιμενίδη (Α.Μ. … Δ.Σ. Θεσσαλονίκη), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Δήμου Θεσσαλονίκης, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Δημήτριο Στράνη (Α.Μ. …), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1577/2023 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας εταιρείας δήλωσε σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Σωτηρίας-Ελπίδας Σταφυλά.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (κωδικός πληρωμής ηλεκτρονικού παραβόλου: …).
2. Επειδή, με την κρινομένη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 1577/2023 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή της αναιρεσείουσας εταιρείας, με την οποία αυτή ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος Θεσσαλονίκης να της καταβάλει, εντόκως, το συνολικό ποσό των 42.690,65 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, από άκυρη σύμβαση.
3. Επειδή, όπως έχει κριθεί κατ’ επανάληψη, από τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), και, όπως ήδη ισχύουν, προκύπτει ότι για το παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο ως άνω παραγράφων, ήτοι τόσο του ελαχίστου ποσού της παραγράφου 4 (το οποίο προκειμένου περί διοικητικών συμβάσεων ορίζεται σε 200.000 ευρώ), όσο και της προβολής, με το εισαγωγικό δικόγραφο, συγκεκριμένων ισχυρισμών περί ελλείψεως νομολογίας ή περί αντιθέσεως της κρίσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ επτ. 1873/2012, 1405/2017, 2202/2019, 2785/2022, ΣτΕ 1181/2024, 1406/2023 κ.ά.). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ιδίων διατάξεων, η συνδρομή των τασσόμενων με αυτές προϋποθέσεων του παραδεκτού απαιτείται για την περαιτέρω έρευνα κάθε ενδίκου μέσου, το οποίο εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ως αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου, εκδοθείσας επί διαφοράς που εκδικάσθηκε από το δικαστήριο αυτό ως διοικητική διαφορά ουσίας. Ως όρος, δε, του παραδεκτού του ενδίκου μέσου, η έρευνα της συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών προηγείται της έρευνας κάθε ζητήματος που ανάγεται στον έλεγχο του βασίμου του ενδίκου μέσου, ακόμη και εκείνων των ζητημάτων που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, είτε ανάγονται στη δημόσια τάξη είτε όχι, με την εξαίρεση, όμως, εκείνων που αφορούν τη δικαιοδοσία του δικάσαντος δικαστηρίου καθώς και των συναπτομένων με τη φύση της διαφοράς, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως διοικητικής διαφοράς ουσίας ή ως ακυρωτικής διαφοράς (Ολ. 874-875/2024, ΣτΕ 792/2025, 1560/2024, 1548/2024, 877/2024, 1007/2024, 1042/2023 κ.ά.).
4. Επειδή, το Σύνταγμα (όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής), επιβάλλει, με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3, την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές, επιτρέπει όμως σ’ αυτόν, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ιδίας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντιστρόφως (Α.Ε.Δ. 18/2009). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. ι΄ του ν. 1406/1983 (Α΄ 182) υπήχθησαν, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, (όπως αυτή ίσχυε πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001) στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, οι αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί διοικητικών συμβάσεων διοικητικές διαφορές. Τέτοιες είναι οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση. Σύμφωνα, δε, με τη νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, μια σύμβαση θεωρείται ως διοικητική αν πληρούνται, σωρευτικώς, οι εξής προϋποθέσεις: α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, β) με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση δημοσίου σκοπού, γ) το Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του διέποντος τη σύμβαση κανονιστικού καθεστώτος, είτε βάσει κανονιστικών ρητρών που περιελήφθησαν στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου του, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα σε σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 17/2021, 7/2019, 11/2017, 10/2003, 3/1999
, 21/1997 βλ., επίσης, και ΣτΕ 792/2025, 804/2018, 4088/2013 κ.ά.). Εξάλλου, διαφορές επί αξιώσεων από αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφ’ όσον έχουν ως πηγή διοικητική σύμβαση, θεωρείται ότι δημιουργήθηκαν από την εν λόγω σύμβαση και συνιστούν διοικητικές διαφορές από την εκτέλεση διοικητικών συμβάσεων (ΣτΕ 1042/2023, 556/2022, 1500/2021, 1213/2020, 1402/2016 κ.ά.).
5. Επειδή, η ανωτέρω διάκριση, κατά την οποία οι διαφορές από συμβάσεις με το Δημόσιο ή με ΝΠΔΔ υπάγονταν είτε στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για διοικητική σύμβαση, είτε στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για ιδιωτικού δικαίου σύμβαση, και η οποία ρητά προβλεπόταν και στον ν. 4412/8-8-2016 "Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ)", με τον οποίο θεσπίστηκαν ενιαίοι κανόνες για τις διαδικασίες προγραμματισμού, ανάθεσης, σύναψης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων, μεταβλήθηκε ως εξής: α) ως προς τις συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων και μελετών, με τις διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του ν. 4491/13-10-2017, με τις οποίες αντικαταστάθηκαν αντιστοίχως οι διατάξεις των άρθρων 175 και 198 του ν. 4412/2016 και ορίστηκε ότι κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, που προκύπτει από συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων και μελετών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, διοικητικό εφετείο· στις διατάξεις, μάλιστα, αυτές προσδόθηκε αναδρομική ισχύς με το άρθρο 23 ν. 4491/2017 (άρθρο 376 παρ. 14 του ν. 4412/2016) που ορίζει ότι το άρθρο 175 του Ν. 4412/2016 (στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 198 του ιδίου νόμου) εφαρμόζεται και στις διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις έργων και μελετών, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4412/2016, και β) ως προς τις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, με τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 24 περ. α΄ του ν. 4605/1-4-2019, με τις οποίες προστέθηκε άρθρο 205 Α΄ στον προαναφερθέντα ν. 4412/2016 και οι οποίες άρχισαν να ισχύουν τρεις μήνες μετά από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 01.07.2019. Ειδικότερα, με το άρθρο αυτό ορίζονται τα εξής: "1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο διοικητικό εφετείο της περιφέρειας, στην οποία εκτελείται η σύμβαση [...]". Σημειώνεται ότι, στην διάταξη αυτή δεν δόθηκε αναδρομική ισχύς, όπως, κατά τα προαναφερθέντα, δόθηκε για τις συμβάσεις δημοσίων έργων και μελετών με το άρθρο 23 ν. 4491/2017. Περαιτέρω, στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει τον ν. 4605/2019, και ειδικότερα στο σημείο αυτής που αφορά τις διατάξεις της παραγράφου 24 του άρθρου 43, αναφέρεται ότι η προσθήκη, με τις εν λόγω διατάξεις, άρθρου 205 Α΄ στο ν. 4412/2016 έγινε “προκειμένου να επιτευχθεί η ενιαία εφαρμογή της ως άνω νομοθεσίας [ήτοι ν. 4412/2016] στις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών […]. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται και ολοκληρώνεται η κρίση όλων των υποθέσεων που αφορούν τις διαφορές κατά την εκτέλεση των δημοσίων συμβάσεων προμηθειών και παροχής υπηρεσιών (ύστερα και από την μεταφορά των διαφορών που προκύπτουν κατά την εκτέλεση των δημοσίων έργων και μελετών) σε όλα τα στάδια (προσυμβατικό και εκτέλεσης) από το καθ’ ύλην αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο, η ενιαία αντιμετώπιση των υποθέσεων προς ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και την επιτάχυνση της οριστικής δικαστικής επίλυσης της διαφοράς σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από τα κατά τόπο αρμόδια διοικητικά εφετεία της Χώρας. Για λόγους ασφαλείας δικαίου, η ισχύς των διατάξεων αυτών ξεκινά τρεις μήνες από την δημοσίευση του νόμου”. Εξάλλου, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 376 του ν. 4412/2016, ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες συμβάσεις, καθώς και σε όλους τους διαγωνισμούς μελετών, η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων (βλ. σχετικά, άρθρα 61, 120, 290 και 330 του ν. 4412/2016), λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι μετά από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 08.08.2016.
6. Επειδή, από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η προσθήκη με το ν. 4606/2019, του άρθρου 205 Α΄ στο νόμο 4412/2016 έγινε (σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3 του Συντάγματος) χάριν της ενιαίας εφαρμογής των κανόνων του ν. 4412/2016 και μόνον, αφού στη διάταξη αυτή δεν δόθηκε αναδρομική ισχύς, όπως δόθηκε για τα άρθρα 175 και 198 του ιδίου νόμου με το ν. 4791/2017 για τις συμβάσεις δημοσίων έργων και μελετών και συνεπώς το άρθρο αυτό (205 Α΄) εφαρμόζεται για τις προσφυγές ή αγωγές, που κατατίθενται μετά την 1.7.2019 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του 4605/2019) και αφορούν σε συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων έλαβε χώρα μετά τις 08.08.2016 και για τις οποίες συνεπώς εφαρμόζεται ο ν. 4412/2016. Αντιθέτως, το εν λόγω άρθρο 205 Α΄ δεν εφαρμόζεται για τις συμβάσεις που συνήφθησαν πριν το νόμο 4412/2016, για τις οποίες δεν εφαρμόζεται ο νόμος αυτός, και τούτο ακόμα και αν η προσφυγή ή αγωγή κατατεθεί μετά την 1.7.2019. Για τις συμβάσεις αυτές -που συνήφθησαν δηλαδή πριν το νόμο 4412/2016- εφόσον δεν είναι διοικητικές αλλά είναι ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, παραμένει η ανωτέρω (σκ. 4) διάκριση και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού δεν καταλαμβάνονται από το άρθρο 205 Α΄ του νόμου 4412/2016, που αφορά μόνο τις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, για τις οποίες εφαρμόζεται ο ν. 4412/2016 (Α.Π. 268/2023
, 71/2024).
7. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα παραδεκτώς λαμβανόμενα υπόψη κατ’ αναίρεση διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Δυνάμει διαδοχικών εγγράφων συμφωνητικών προμήθειας, η αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα του χονδρικού εμπορίου προϊόντων επαγγελματικής χρήσης, πώλησε, κατά το έτος 2008, στον αναιρεσίβλητο Δήμο ανταλλακτικά, εξαρτήματα και λοιπά υλικά για την επισκευή και συντήρηση των μεταφορικών μέσων και οχημάτων του, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης, συνολικής αξίας 42.690,65 ευρώ. Ο Δήμος Θεσσαλονίκης, καίτοι παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα αναφερόμενα αναλυτικά στα σχετικά τιμολόγια είδη, δεν κατέβαλε το ως άνω συμφωνηθέν τίμημα· για τον λόγο δε αυτό εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεώς της αναιρεσείουσας, η …/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία όμως, εν συνεχεία, ακυρώθηκε με την 7663/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατ’ αποδοχή ανακοπής του εν λόγω Δήμου. Ειδικότερα, κατά την κρίση του ως άνω πρωτοδικείου, οι επίδικες έγγραφες συμφωνίες συνιστούσαν επί της ουσίας μια ενιαία σύμβαση, βάση δε του συνολικού ποσού προμήθειας, θα έπρεπε να είχε ακολουθηθεί η διαδικασία του διαγωνισμού, το οποίο, όμως, δεν έγινε, με συνέπεια την ακυρότητα της εν λόγω συμβάσεως. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την 2746/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Εν συνεχεία, η αναιρεσείουσα εταιρεία κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 28.7.2020 αγωγή της, με την οποία ζητούσε να της καταβληθεί από τον Δήμο Θεσσαλονίκης, ως αποζημίωση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού από άκυρη σύμβαση (άρθρο 904 ΑΚ), ποσό ύψους 42.690,65 ευρώ, εντόκως, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, αντιστοιχούσε στο οφειλόμενο συνολικό συμβατικό τίμημα για την προμήθεια (με απευθείας ανάθεση) του εν λόγω Δήμου, και ειδικότερα της Διεύθυνσης Μηχανολογίας αυτού, με ανταλλακτικά οχημάτων και μηχανημάτων. Με την 13150/2021 απόφασή του, το πολιτικό δικαστήριο απέρριψε την αγωγή λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, δεχόμενο ότι, εφόσον το εν λόγω ένδικο βοήθημα ασκήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4605/2019, υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων του άρθρου 205Α του ν. 4412/2016 και, ως εκ τούτου, αρμόδια είναι τα διοικητικά δικαστήρια, ανεξαρτήτως της φύσης της διαφοράς. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα εταιρεία άσκησε την από 28.12.2021 αγωγή ομοίου περιεχομένου και με το ίδιο αίτημα, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το εν λόγω ένδικο βοήθημα, λόγω απόσβεσης της ένδικης απαίτησης. Ειδικότερα, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, αφού ανέφερε την αρχική αγωγή της αναιρεσείουσας εταιρείας ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, η οποία -σύμφωνα με την διατύπωση της αναιρεσιβαλλόμενης- “απορρίφθηκε με την 13150/2021 απόφαση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας (άρθρο 205 Α ν.4412/2016)”, προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και έκρινε ότι, από το περιεχόμενο της καρτέλας της προμηθεύτριας/αναιρεσείουσας εταιρείας από το αρχείο της Διεύθυνσης Καθαριότητας και Μηχανικών Μέσων του αναιρεσίβλητου Δήμου, η οποία προσκομίσθηκε ενώπιον του με το …/23.2.2023 έγγραφο του τελευταίου, προέκυπτε η εξόφληση της επίδικης οφειλής στο σύνολό της.
8. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση, ασκηθείσα στις 2.1.2024, διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, το δε ποσό της αγομένης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας με την αίτηση αυτή διαφοράς είναι κατώτερο του ορίου του 200.000. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα στην σκέψη 3, ζητήματα αναγόμενα στην δημόσια τάξη, όπως η δικαιοδοσία του δικάσαντος δικαστηρίου ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο κατ’ αναίρεση, ανεξαρτήτως συνδρομής των προβλεπομένων στις προαναφερθείσες διατάξεις προϋποθέσεων παραδεκτού. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία (ΣτΕ 3507/2015 7μ., 987/2011, 4088/2013 βλ. επίσης ΣτΕ 4487/2001
, 1667/2011 Ολ., 1372/2007 κ.ά.), το Συμβούλιο της Επικρατείας, δικάζοντας κατ’ αναίρεση, ανάγεται στους όρους των πράξεων οι οποίες προηγήθηκαν της σύναψης της σύμβασης καθώς και της ίδιας της σύμβασης, μέσω της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή δέχεται αυτούς όπως περιγράφονται στην απόφαση. Και τούτο διότι οι πράξεις αυτές και η σύμβαση δεν αποτελούν διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ώστε να δύνανται να ληφθούν υπ’ όψη αναιρετικώς.
9. Επειδή, εν προκειμένω, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε -έστω και συνοπτικά διατυπωμένα- ότι, εφόσον η διαφορά που ήχθη ενώπιον του πηγάζει από δημόσια σύμβαση, αρκεί και μόνον το γεγονός ότι η αγωγή ασκήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 4605/2019 (28.12.2021, ανωτέρω σκέψη 7) με την οποία προστέθηκε άρθρο 205 Α στον ν. 4412/2016 ώστε να κρίνει εαυτό αρμόδιο για την εκδίκασή της, ανεξαρτήτως αν η επίδικη σύμβαση προμήθειας είναι ιδιωτικής ή διοικητικής φύσεως. Σύμφωνα, όμως με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (σκέψη 6), η κρίση αυτή δεν είναι ορθή διότι, για την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 205 Α΄ του εν λόγω νόμου, με τις οποίες θεμελιώνεται δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων για την εκδίκαση των διαφορών από κάθε δημόσια σύμβαση προμηθειών και υπηρεσιών που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του [όπως προαναφέρθηκε στην σκέψη 5, με τον ν. 4412/2016 μεταφέρθηκαν οι Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ στην ελληνική έννομη τάξη], απαιτείται όχι μόνο το σχετικό ένδικο βοήθημα να έχει κατατεθεί μετά την 1.7.2019, αλλά και η έναρξη της διαδικασίας σύναψης της εν λόγω σύμβασης να έλαβε χώρα μετά τις 08.08.2016 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4412/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη σύμβαση συνήφθη κατά το έτος 2008 και ως εκ τούτου δεν δύναται να υπαχθεί στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 205 Α του ν. 4412/2016, αλλά απαιτείται να διαγνωσθεί η φύση της εν λόγω σύμβασης ως διοικητικής, με βάση τα κριτήρια που έχουν ορισθεί από το ΑΕΔ. Όπως, όμως, προκύπτει από το παρατιθέμενο στην σκέψη 7 ιστορικό της υποθέσεως, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση -που όπως προαναφέρθηκε μόνο μέσω αυτής το Δικαστήριο μπορεί να αναχθεί στους όρους της σύμβασης- δεν διευκρινίζεται το νομοθετικό καθεστώς από το οποίο διήπετο η ένδικη σύμβαση ώστε να διακριβωθεί αν ο καθ’ ου Δήμος τελούσε σε υπερέχουσα θέση έναντι του αναιρεσείοντος, ούτε αναδεικνύονται επαρκώς τα στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί ασφαλώς ότι η εν λόγω σύμβαση προμήθειας εξυπηρετούσε ιδιαίτερο σκοπό δημοσίου συμφέροντος (πρβλ. ΣτΕ 1861/1011), κατόπιν δε αυτού δεν δύναται να ελεγχθεί αναιρετικά η φύση της διαφοράς ως διοικητικής ή μη. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου ερείσματος, ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας του δικάσαντος διοικητικού εφετείου και για τον λόγο αυτό, που όπως προαναφέρθηκε εξετάζεται από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και ανεξαρτήτως τις συνδρομής των προϋποθέσεων του ν. 3900/2010, πρέπει να αναιρεθεί και η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο δικάσαν δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση, σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1577/2023 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου και
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο Δήμο Θεσσαλονίκης τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εταιρείας που ανέρχεται στα εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2025
Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος
Μαρίνα Παπαδοπούλου
Η Γραμματέας
Ευδοκία Κιλισμανή
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 2025.
Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος
Βαρβάρα Ραφτοπούλου
Η Γραμματέας
Ευδοκία Κιλισμανή
Η Sakkoulas-Online.gr χρησιμοποιεί cookies για την παροχή των υπηρεσιών της, την ανάλυση της επισκεψιμότητας, τη βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη, και την παροχή εξατομικευμένων διαφημίσεων. Με τη χρήση της Sakkoulas-Online.gr αποδέχεστε τη χρήση των cookies. Περισσότερα