Top

Νομολογία - Πλήρη κείμενα


ΜΕφΔωδεκ 100/2025 - Πλήρες κείμενο

A- A A+    Εκτύπωση   

ΜΕφΔωδεκ 100/2025 - Πλήρες κείμενο

Σύνθεση: Δημήτριος Τριανταφύλλου, Εφέτης
Δικηγόροι: Κωνσταντίνος Καρράς, Ελένη Σπυροπούλου

Μη εγκεκριμένες ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές· υποχρεώσεις ασφαλείας παρόχου υπηρεσιών πληρωμών· υποχρέωση χρήστη για προστασία προσωπικών κωδικών· συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη τράπεζας· προϋποθέσεις ευθύνης παρόχου υπηρεσιών· οι μεταφορές των χρηματικών ποσών από τους λογαριασμούς δεν οφείλονται σε κενό ασφάλειας στο σύστημα της τράπεζας· αντίθετα, οι εξαπατηθέντες δικαιούχοι του λογαριασμού επέδειξαν αμέλεια και μάλιστα βαριά, καθώς αποκάλυψαν σε τρίτα πρόσωπα, τόσο τον κωδικό χρήστη (username) όσο και τους κωδικούς ΟΤΡ που έστελνε η τράπεζα για την ταυτοποίηση και την πραγματοποίηση συναλλαγών και ενέκριναν τις ενέργειες που αυτός έκανε στους λογαριασμούς τους (αλλαγή κωδικού ασφαλείας, αλλαγή ορίου μεταφοράς ποσών, μεταφορές ποσών σε τρίτους λογαριασμούς).

Νομικές διατάξεις: 64, 69, 70, 71, 72, 74, 87, 88, 92, 94, 96 ν. 4537/2018, 8 ν. 2251/1994, 298, 299, 330, 914 ΑΚ, 495, 914 ΚΠολΔ

Αριθμός Απόφασης

100/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ

Αποτελούμενο από τον Δημήτριο Τριανταφύλλου, Εφέτη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος Εφετών Δωδεκανήσου και από τη Γραμματέα Δέσποινα Μαυροειδή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση:

Της εκκαλούσας - ασκούσας πρόσθετους λόγους έφεσης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «… ΑΝΩΜΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «…», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός …), και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε, με δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Καρρά (ΔΣ Αθηνών, AM …), ο οποίος προσκόμισε τα …/4.12.2024 και …/4.12.2024 γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣ Αθηνών.

Των εφεσίβλητων - καθ’ ων οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης: 1. … … του …, με ΑΦΜ …, κατοίκου … και 2. … … του …, με ΑΦΜ …, κατοίκου …, οι οποίες στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκαν, με δήλωση κατά το κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Σπυροπούλου (ΔΣ Αθηνών, ΑΜ …), η οποία προσκόμισε το …/4.12.2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣ Αθηνών.

Οι εφεσίβλητες - καθ’ ων οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 13.7.2023 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2023. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλουμένη 106/2024 οριστική απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Ήδη την απόφαση αυτή προσβάλλει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η εναγόμενη α] με την από 1.7.2024 έφεσή της, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου έφεσης …/2024 και στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό βιβλίου κοταθέσεως …/2024 και β] με το από 30.10.2024 δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης που κατατέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό βιβλίου άσκησης …/2024. Δικάσιμος για τη συζήτηση της έφεσης και του δικογράφου πρόσθετων λόγων αυτής ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά την ως άνω δικάσιμο, οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν από το οικείο πινάκιο στη σειρά που ορίσθηκε και συζητήθηκαν.

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, που παραστάθηκαν με τις από 5.12.2024 δηλώσεις του άρθρου 242 §2 ΚΠολΔ, προκατέθεσαν προτάσεις και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτές.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: Α) η από 1.7.2024 έφεση (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου έφεσης … και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό βιβλίου καταθέσεων …/2024 και Β] το από 30.10.2024 δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης, που έλαβε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αριθμό βιβλίου άσκησης …, που αμφότερα στρέφονται κατά της 106/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου [τακτική διαδικασία]. Η έφεση και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής ως υπαγόμενα στο ίδιο είδος διαδικασίας πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και του όλως παρακολουθηματικού χαρακτήρα των πρόσθετων λόγων εφέσεως (άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, βλ. Ν. Νίκα, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, έκδ. 2016, παρ. 112, αρ. 82, σελ. 804), διότι στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως, συνακόλουθα δε δια της συνεκδικάσεως διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται μείωση των εξόδων και αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (άρθρα 31, 246, 524 ΚΠολΔ).

[2] Κατά το άρθρο 520 §2 του ΚΠολΔ «πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι για την άσκηση των πρόσθετων λόγων της έφεσης απαιτείται να συντελεσθούν και οι δύο ως άνω, συμπλεκτικώς οριζόμενες, διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή της κατάθεσης του περιέχοντος αυτούς δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και της κοινοποίησης στον εφεσίβλητο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της άσκησης, κατά την έννοια του άρθρου 111 του ΚΠολΔ και, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, πρέπει αμφότερες να λάβουν χώρα πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών πριν από τη συζήτηση της έφεσης. Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 520 §2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 242 §1 και 281 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει περαιτέρω ότι ως ημέρα συζήτησης της υπόθεσης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων έφεσης, νοείται εκείνη, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν αυτή είναι η, κατά τα άρθρα 226 § 1 και 498 §1 του αυτού Κώδικα, από το γραμματέα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση ή μεταγενέστερη που προσδιορίστηκε μετά από αναβολή ή ματαίωση (Ολ. ΑΠ 27/2007, ΑΠ 365/2017, ΕΑ 152/2022 ΝΟΜΟΣ και τις σε αυτήν παραπομπές σε περαιτέρω νομολογία).

[3] Η υπό κρίση από 1.7.2024 (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου έφεσης …/2024 και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό βιβλίου καταθέσεως …/2024) έφεση κατά της 106/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 §1, 511, 513 §1, 516 §1, 517, 518 §1 ΚΠολΔ), ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το οποίο είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρο 19 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εναγόμενη-εκκαλούσα την 7.6.2024 (βλ. την σημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών … …), ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση, κατά το άρθρο 518 §1 ΚΠολΔ, ενώ για το παραδεκτό της άσκησής της καταβλήθηκε από την εκκαλούσα το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 §3 του ΚΠολΔ παράβολο ποσού 100 ευρώ (βλ. … e-παράβολο που αναφέρεται στην έκθεση κατάθεσης δικογράφου της έφεσης). Πρέπει επομένως η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια, ως πρωτοδίκως, τακτική διαδικασία (άρθ. 524 §1 και 533 §1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η εκκαλούσα άσκησε το από 30.10.2024 δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης, το οποίο κατατέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό εκθέσεως άσκηση…/2024 και βάλλει ομοίως κατά της 106/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 19 και 520 §2 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομοτύπως, με την κατάθεση ιδιαιτέρου δικογράφου στη γραμματεία του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρ. 520 §2 ΚΠολΔ) και εμπροθέσμως, καθόσον έχει κοινοποιηθεί στην πληρεξούσια δικηγόρο των εφεσίβλητων-καθ’ ων οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που τις εκπροσώπησε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να θεωρείται νόμιμη αντίκλητος αυτών (άρθρο 143 §1 ΚΠολΔ) την 4.11.2024, ήτοι σε προθεσμία τουλάχιστον 30 ημερών πριν την παρούσα δικάσιμο, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 520 §2 ΚΠολΔ (βλ. την …/4.11.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, … …). Πρέπει, επομένως, το κατά τα ως άνω ασκηθέν δικόγραφο των πρόσθετων λόγων εφέσεως, οι οποίοι αφορούν κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, που προσβάλλονται με την έφεση ή συνέχονται αναγκαστικά με αυτά (άρθρο 520 §2 ΚΠολΔ), να γίνει τυπικά δεκτό (άρθρα 495 §§1, 2, 511, 513 §1β, 516 §1, 517, 520 §2 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρ. 533 §1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια παραπάνω τακτική διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων του, αφού σημειωθεί ότι δεν απαιτείται η κατάθεση ιδιαιτέρου παράβολου, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα των πρόσθετων λόγων εφέσεως, που, παρά την δικονομική αυτοτέλειά τους (άσκηση αυτών με αυτοτελές δικόγραφο), δεν παύουν να αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα και συμπλήρωμα της έφεσης (βλ. Ν. Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, έκδ. 2016, παρ. 112, αρ. 82, σελ. 804, ΕΠειρ 85/2018 δημ. στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιά, ΕΠειρ 334/2014 ΝΟΜΟΣ).

[4] Στην προκειμένη περίπτωση, με την … αγωγή τους οι ενάγουσες, μητέρα και κόρη αντίστοιχα, ιστορούσαν ότι είναι δικαιούχοι, η κάθε μία, των αναλυτικά αναφερόμενων τραπεζικών λογαριασμών που τηρούνται στην εναγόμενη τράπεζα στο υποκατάστημα της Ρόδου, στους οποίους έχουν πρόσβαση και με ηλεκτρονικά μέσα για την πραγματοποίηση συναλλαγών (e-banking). Ότι την 8.4.2022, κάτω από τις περιστάσεις που ειδικότερα περιγράφουν, άγνωστο άτομο απέκτησε, μέσω διαδικτύου, πρόσβαση στους λογαριασμούς τους και μετέφερε σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων, συνολικά ποσό 37.000 ευρώ από τους λογαριασμούς της πρώτης και ποσό 5.100 ευρώ από τον λογαριασμό της δεύτερης κατά τα εκτιθέμενα. Ότι τις συναλλαγές αυτές, που δεν πραγματοποίησαν οι ίδιες, δεν τις έχουν εγκρίνει, ενημέρωσαν άμεσα για αυτές την εναγόμενη, ενώ τις αμφισβήτησαν νόμιμα όταν τις διαπίστωσαν. Ότι για αυτές (συναλλαγές) ευθύνεται η εναγόμενη τράπεζα, που παραβίασε υπαιτίως τις υποχρεώσεις προστασίας απέναντι τους, με την λήψη κατάλληλων τεχνικών μέτρων για την πρόληψη της εξαπάτησής τους, ενώ δεν έκανε τις αναγκαίες ενέργειες για την ακύρωσή τους και την επιστροφή σε αυτές των αφαιρεθέντων χρηματικών ποσών, αλλά αρνείται ότι υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενες την ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγόμενης, την ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών, τον νόμο περί προστασίας καταναλωτών και την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγόμενης, ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 42.000 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 10.100 ευρώ, ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημιά και την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την συμπεριφορά της εναγόμενης, όπως ειδικότερα αναλύεται, τα ποσά δε αυτά με τον νόμιμο τόκο από την 6.10.2022 (οπότε και απέστειλαν στην εναγόμενη εξώδικη διαμαρτυρία) άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην δικαστική τους δαπάνη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού έκρινε ότι είναι τοπικά αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, απορρίπτοντας σχετικό περί του αντιθέτου ισχυρισμό της εναγόμενης, εκτίμησε την αγωγή ως επαρκώς ορισμένη, απορρίπτοντας τον σχετικό αντίθετο ισχυρισμό της εναγόμενης, και νόμιμη και εξετάζοντας την αγωγή στην ουσία της, την έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει, για τις παραπάνω αιτίες, στην πρώτη ενάγουσα συνολικό ποσό 37.500 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα συνολικό ποσό 5.600 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ενώ κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για ποσό 15.000 ευρώ (αναφορικά με την πρώτη ενάγουσα) και για ποσό 3.000 ευρώ (αναφορικά με την δεύτερη ενάγουσα). Ήδη την απόφαση αυτή προσβάλλει με την κρινόμενη έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής η εναγόμενη, επικαλούμενη λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο εφετήριο και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να απορριφθεί η αγωγή των εφεσιβλήτων και να καταδικαστούν αυτές στην δικαστική της δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Επίσης τόσο με το δικόγραφο της έφεσης όσο και με τις προτάσεις της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, καθώς η ίδια, σε συμμόρφωση προς σχετική διάταξη της εκκαλουμένης, κατέβαλε στις ενάγουσες το ποσό της απαίτησης που τους επιδικάστηκε και κηρύχθηκε ως προσωρινά εκτελεστό και ζητεί, σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η έφεσή της, να της αποδώσουν οι εφεσίβλητες τα ποσά αυτά.

[5] Με τον έκτο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απορρίπτοντας τον περί τοπικής αναρμοδιότητας ισχυρισμό που είχε προβάλει πρωτοδίκως, καθώς η έδρα της βρίσκεται στην Αθήνα και συνεπώς κατά το άρθρο 22 ΚΠολΔ, αρμόδια για την εκδίκαση της διαφοράς είναι τα δικαστήρια της Αθήνας, ενώ στις συμβάσεις που είχε συνάψει με τις ενάγουσες περιέχεται ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας και καθιερώνεται τοπική αρμοδιότητα των δικαστηρίων της Αθήνας, η οποία κατά το άρθρο 44 ΚΠολΔ είναι αποκλειστική και κατισχύει κάθε άλλης (γενικής, ειδικής ή συντρέχουσας) αρμοδιότητας. Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η ένδικη διαφορά αφορά αφενός, μεταξύ άλλων, σε δικαιώματα και υποχρεώσεις από σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης που καταρτίστηκε στην Ρόδο, στον ίδιο δε τόπο κατοικούν οι ενάγουσες και είναι αυτός όπου έπρεπε να καταβληθούν κατ’ άρθρο 321 §1 ΑΚ οι επίδικες παροχές ως χρηματικές, και αφετέρου σε φερόμενη παρανομία εκ μέρους της εναγομένης, κατά την οποία το ζημιογόνο γεγονός έλαβε χώρα στην Ρόδο. Στην … σύμβαση -αίτηση εναλλακτικών δικτύων που η πρώτη ενάγουσα είχε συνάψει με την εναγόμενη, περιέχεται όρος (αριθ 14), που προβλέπει ότι «... για κάθε διαφορά που τυχόν προκύψει από τη λειτουργία ή σε εκτέλεση των όρων της παρούσης, δικαιοδοσία θα έχουν τα ελληνικά δικαστήρια και κατά τόπον αρμόδια θα είναι τα Δικαστήρια των Αθηνών». Με τον όρο αυτό, ο οποίος αποτελεί γενικό όρο συναλλαγών, δηλαδή όρο που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, καθιερώνεται ρήτρα παρέκτασης της αρμοδιότητας, με την οποία για όλες τις διαφορές που θα προκύψουν από την άνω σύμβαση, επιβάλλεται στην πρώτη ενάγουσα (καταναλωτή) η υποχρέωση να υπαχθεί στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Δικαστηρίων της Αθήνας, έδρα της εναγομένης τράπεζας και κέντρου των συμφερόντων της, με αποτέλεσμα λόγω της χιλιομετρικής απόστασης να προκαλείται ιδιαίτερα σημαντική δυσχέρεια άσκησης των νομίμων δικαιωμάτων της προς δικαστική προστασία έναντι της εναγομένης, καθώς και αδικαιολόγητη αύξηση των προς τούτο δικαστικών εξόδων της, και ακολούθως, ιδιαίτερα σημαντική συμβατική ανισορροπία σε βάρος της (καταναλωτής) και υπέρ της εναγομένης (προμηθευτή). Η άνω ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας (ΓΟΣ) δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων μερών, όπως απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 42 και 43 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η πρώτη ενάγουσα, με την ένδικη από 28.10.2013 σύμβαση για χορήγηση πρόσβασης στο σύστημα ηλεκτρονικής τραπεζικής της εναγομένης που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης (Αίτηση Εναλλακτικών Δικτύων) δεν αποδείχθηκε ότι είχε τη δυνατότητα να διαμορφώσει κατά τρόπο διαφορετικό το περιεχόμενο του ένδικου προδιατυπωμένου όρου. Κατά συνέπεια, η άνω ρήτρα παρέκτασης της αρμοδιότητας εν προκειμένω συνιστά ΓΟΣ, καταχρηστικό και ακολούθως άκυρο, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών» και τούτο, διότι κατά τα ανωτέρω, με αυτήν δυσχεραίνεται η άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της πρώτης ενάγουσας και η παράστασή της στα Δικαστήρια των Αθηνών, που είναι απομακρυσμένα από τον τόπο της κατοικίας της (Ρόδος), καθώς και τον τόπο κατάρτισης της σύμβασης και εκπλήρωσης της παροχής, ενώ αυξάνεται σημαντικά και αδικαιολόγητα το κόστος της δικαστικής δαπάνης της πρώτης ενάγουσας, χωρίς τούτο να δικαιολογείται και να εξισορροπείται από αντίστοιχο εύλογο συμφέρον της προμηθεύτριας τράπεζας, δεδομένου ότι η τελευταία λειτουργεί υποκατάστημα στη Ρόδο, απασχολεί συνεργαζόμενους Δικηγόρους Ρόδου και συστηματικά διεξάγει δίκες στα Δικαστήρια της Ρόδου. Ακολούθως δημιουργείται, κατ’ αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης, σημαντική ανισορροπία σε βάρος της πρώτης ενάγουσας, δηλαδή μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών που απορρέουν από την ένδικη σύμβαση. Συνακόλουθα, ο όρος αυτός που περιλαμβάνεται στην επίδικη σύμβαση είναι άκυρος, αφού δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων μερών, όπως απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 42 και 43 ΚΠολΔ και δημιουργεί, κατ’ αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης, σημαντική ανισορροπία σε βάρος της πρώτης ενάγουσας, χωρίς να ανταποκρίνεται σε εύλογο συμφέρον της προμηθεύτριας τράπεζας και συνεπώς, αναφορικά με την αξίωση της πρώτης ενάγουσας, ισχύουν οι γενικές περί τοπικής αρμοδιότητας διατάξεις του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα οι διατάξεις των άρθρων 321 ΑΚ, 22, 33 και 35 ΚΠολΔ, το δε δικαίωμα επιλογής, μεταξύ των περισσοτέρων κατά τόπον αρμόδιων Δικαστηρίων, ανήκει στην πρώτη ενάγουσα. Επίσης, στην …/2.4.2019 σύμβαση-αίτηση εναλλακτικών δικτύων που η δεύτερη ενάγουσα είχε συνάψει με την εναγόμενη δεν περιέχεται αντίστοιχος ειδικός όρος. Γίνεται αναφορά στους γενικούς όρους που περιλαμβάνονται στο «Πλαίσιο Συνεργασίας-Όροι Διενέργειας Συναλλαγών τής Τραπέζης με τον Συνδρομητή», που ισχύουν εάν δεν υπάρχει αντίθετος ειδικός όρος. Στον με αριθμό 11.8.2. γενικό όρο, προβλέπεται ότι «για κάθε διαφορά σχετική με το παρόν, τα Δικαστήρια της Αθήνας έχουν συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα λοιπά κατά περίπτωση αρμόδια σύμφωνα με τον νόμο Δικαστήρια». Καθιερώνεται δηλαδή συντρέχουσα (όχι αποκλειστική) αρμοδιότητα των Δικαστηρίων της Αθήνας, ως τα δικαστήρια της γενικής δωσιδικίας της έδρας της εναγόμενης, το δε δικαίωμα επιλογής μεταξύ περισσότερων αρμόδιων δικαστηρίων (άρθρα 321 ΑΚ, 33, 35 ΚΠολΔ) έχει, κατ' άρθρο 41 ΚΠολΔ η δεύτερη ενάγουσα. Επομένως αρμοδίως (κατά τόπον) ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου Ρόδου κατ’ επιλογή των εναγουσών και ο σχετικός αντίθετος ισχυρισμός της εναγόμενης είναι αβάσιμος. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με παρόμοιες σκέψεις και αιτιολογίες, που συμπληρώνονται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, δεν έσφαλε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ο κρινόμενος έκτος λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.

[6] Η σύμβαση με πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ρυθμίστηκε διεξοδικό, αρχικά με το ν. 3862/2010, που ενσωμάτωσε τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2007/64, 2007/44 και 2010/16 της ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 «για τις υπηρεσίες πληρωμών» στην εσωτερική αγορά, που αφορούσαν σε τροποποίηση των Οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και κατάργηση της Οδηγίας 97/5/ΕΚ, και, εν συνεχεία, με το ν. 4537/2018, ο οποίος ενσωμάτωσε στην ελληνική νομοθεσία την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ για τις υπηρεσίες πληρωμών. Το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του ν. 4537/2018, κατά το άρθρο 2 αυτού, εκτείνεται στις υπηρεσίες πληρωμών του άρθρου 4. Σύμφωνα με τους ορισμούς που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4 του νόμου αυτού, ως υπηρεσίες πληρωμών νοούνται και η (άρθρο 4 § 3 περ. γ αα') εκτέλεση εντολών άμεσης χρέωσης, συμπεριλαμβανομένης της εφάπαξ άμεσης χρέωσης, η οποία διενεργείται μέσω (άρθρο 4 §4) «ιδρύματος πληρωμών», που είναι το νομικό πρόσωπο που έχει λάβει άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 11, να παρέχει και να εκτελεί υπηρεσίες πληρωμών σε όλα τα κράτη - μέλη, στα οποία συγκαταλέγονται και τα τραπεζικά ιδρύματα. Σύμφωνα με το άρθρο 4 §5, «πράξη πληρωμής» είναι η πράξη, η εκκίνηση της οποίας διενεργείται από τον πληρωτή ή για λογαριασμό του ή από τον δικαιούχο και συνίσταται στη διάθεση, μεταβίβαση ή ανάληψη χρηματικών ποσών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκείμενη υποχρέωση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου, «εξ αποστάσεως πράξη πληρωμής» (παρ. 6) είναι η πράξη πληρωμής, η εκκίνηση της οποίας διενεργείται μέσω του διαδικτύου ή μέσω συσκευής που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επικοινωνία εξ αποστάσεως, «σύστημα πληρωμών» (παρ. 7) είναι το σύστημα μεταφοράς χρηματικών ποσών, το οποίο διέπεται από επίσημες τυποποιημένες διαδικασίες και κοινούς κανόνες για την επεξεργασία, την εκκαθάριση και/ή το διακανονισμό πράξεων πληρωμής, «πληρωτής» (παρ. 8) είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διατηρεί λογαριασμό πληρωμών και επιτρέπει εντολή πληρωμής από αυτό τον λογαριασμό ή, εάν δεν υπάρχει λογαριασμός πληρωμών, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δίνει εντολή πληρωμής, «δικαιούχος» (παρ. 9) είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ο τελικός αποδέκτης των χρηματικών ποσών, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της πράξης πληρωμής, «χρήστης υπηρεσιών πληρωμών» (παρ. 10) είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί μια υπηρεσία πληρωμών ως πληρωτής, δικαιούχος ή και με τις δύο ιδιότητες, «πάροχος υπηρεσιών πληρωμών» (παρ. 11) είναι οι οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο που τυγχάνει εξαίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 34, «εντολή πληρωμής» (παρ. 13) είναι η οδηγία εκ μέρους του πληρωτή ή του δικαιούχου προς τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών με την οποία του ζητείται να εκτελέσει μια πράξη πληρωμής, «μέσω πληρωμής» (παρ. 14) νοείται η σειρά διαδικασιών που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που χρησιμοποιείται για την εκκίνηση εντολής πληρωμής, «πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού» (παρ. 17) είναι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ο οποίος παρέχει και τηρεί λογαριασμό πληρωμών για πληρωτή, «σύμβαση - πλαίσιο» (παρ. 21) είναι η σύμβαση παροχής υπηρεσιών πληρωμών που διέπει τη μελλοντική εκτέλεση μεμονωμένων και διαδοχικών πράξεων πληρωμής και η οποία μπορεί να περιλαμβάνει την υποχρέωση και τους όρους για το άνοιγμα λογαριασμού πληρωμών, «ταυτοποίηση» (παρ. 29) είναι η διαδικασία που επιτρέπεις στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να επαληθεύσει την ταυτότητα χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ή την εγκυρότητα χρήσης συγκεκριμένου μέσου πληρωμών, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας του χρήστη, και «ισχυρή τακτοποίηση πελάτη» (παρ. 30) νοείται η ταυτοποίηση με βάση τη χρήση δύο η περισσότερων στοιχείων που αφορούν γνώση (στοιχείο το οποίο μόνο ο χρήστης υπηρεσίας πληρωμών γνωρίζει), κατοχή (στοιχείο το οποίο μόνο ο χρήστης κατέχει) και κάποιο μοναδικό εγγενές χαρακτηριστικό του (στοιχείο το οποίο ο χρήστης είναι), στοιχεία τα οποία είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους, ως προς το ότι η παραβίαση του ενός δεν θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία των υπολοίπων και η διαδικασία της οποίας είναι σχεδιασμένη κατά τρόπο που να προστατεύεται η εμπιστευτικότητα των δεδομένων ταυτοποίησης. Η σύμβαση που συνάπτει κάποιος με «πάροχο υπηρεσιών πληρωμής» είναι μικτή εμφανίζουσα στοιχεία εντολής και σύμβασης έργου, εκ των οποίων ωστόσο, μπορούν να εφαρμοστούν μόνο όσες διατάξεις δεν έρχονται σε αντίθεση με τον παραπάνω νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 45 (πληροφορίες και όροι) «ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει ή θέτει στη διάθεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τις εξής πληροφορίες και όρους: α) τον προσδιορισμό των πληροφοριών ή του αποκλειστικού μέσου ταυτοποίησης που πρέπει να παρέχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για την ορθή εκκίνηση εκτέλεση της εντολής πληρωμής, β) τη μέγιστη προθεσμία εκτέλεσης, μέσα στην οποία οφείλει να παρασχεθεί η υπηρεσία πληρωμών, γ) όλες τις επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβάλει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών..., δ) ανάλογα με την περίπτωση, την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία... 3. Κατά περίπτωση, κάθε άλλη σχετική πληροφορία και σχετικοί όροι του άρθρου 52, διατίθενται στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε προσιτή μορφή και με κατανοητό τρόπο», ενώ κατά το άρθρο 48 (Πληροφορίες που παρέχονται στον πληρωτή μετά τη λήψη της εντολής πληρωμής): «Αμέσως μετά τη λήψη της εντολής πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες στον πληρωτή τις εξής πληροφορίες όσον αφορά τις δικές του υπηρεσίες: α) τα στοιχεία αναφοράς που επιτρέπουν στον πληρωτή να ταυτοποιήσει την πράξη πληρωμής και, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που αφορούν το δικαιούχο, β) το ποσό της πράξης πληρωμής στο νόμισμα που χρησιμοποιείται στην εντολή πληρωμής, γ) το ποσό των τυχόν επιβαρύνσεων για την πράξη πληρωμής, τις οποίες πρέπει να καταβάλει ο πληρωτής και, ανάλογα με την περίπτωση, την ανάλυση των ποσών των επιβαρύνσεων αυτών, δ) ανάλογα με την περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στην πράξη πληρωμής από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή ή σχετική αναφορά, αν διαφέρει από την ισοτιμία που παρασχέθηκε σύμφωνα με την περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 45, και το ποσό της πράξης πληρωμής μετά τη μετατροπή του νομίσματος, ε) την ημερομηνία λήψης της εντολής πληρωμής», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 57 (Πληροφόρηση του πληρωτή για τις επιμέρους πράξεις πληρωμής): «1. Μετά τη χρέωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή με το ποσό της επιμέρους πράξης πληρωμής ή, όταν ο πληρωτής δεν χρησιμοποιεί λογαριασμό πληρωμών, μετά τη λήψη της εντολής πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή παρέχει αμελλητί στον πληρωτή τις εξής πληροφορίες: α) στοιχείο αναφοράς που επιτρέπει στον πληρωτή να ταυτοποιήσει κάθε πράξη πληρωμής και, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που αφορούν τον δικαιούχο, β) το ποσό της πράξης πληρωμής στο νόμισμα στο οποίο χρεώνεται ο λογαριασμός πληρωμών του πληρωτή ή στο νόμισμα που χρησιμοποιείται για την εντολή πληρωμής, γ) το ποσό των τυχόν επιβαρύνσεων για την πράξη πληρωμής και, ανάλογα με την περίπτωση, την ανάλυση των ποσών των επιβαρύνσεων αυτών ή τον τόκο που πρέπει να καταβάλλει ο πληρωτής, δ) όπου απαιτείται, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στην πράξη πληρωμής από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και το ποσό της πράξης πληρωμής μετά την μετατροπή του νομίσματος, ε) την ημερομηνία αξίας για τη χρέωση ή την ημερομηνία λήψης της εντολής πληρωμής. Κατά το άρθρο 64 (Έγκριση πράξεων πληρωμής) «1. Μια πράξη πληρωμής θεωρείται ως εγκεκριμένη, μόνον εφόσον πληρωτής έχει δώσει τη συγκατάθεσή του στην εκτέλεσή της. Μια πράξη πληρωμής μπορεί να εγκρίνεται από τον πληρωτή είτε πριν, είτε εφόσον υπάρχει συμφωνία του πληρωτή με τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μετά την εκτέλεσή της. 2. Η συγκατάθεση για την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής ή σειράς πράξεων πληρωμής παρέχεται με τον τύπο που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του πληρωτή και του οικείου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών. Η συγκατάθεση για την εκτέλεση μιας πράξη πληρωμής μπορεί, επίσης, να παρέχεται μέσω του δικαιούχου ή του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής. Αν δεν έχει παρασχεθεί συγκατάθεση, η πράξη πληρωμής θεωρείται ως μη εγκεκριμένη. 3. O πληρωτής μπορεί να ανακαλεί τη συγκατάθεσή του οποτεδήποτε άλλο όχι αργότερα από το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος του ανεκκλήτου σύμφωνα με το άρθρο 80...». Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 tου ίδιου νόμου (Υποχρεώσεις του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών αναφορικά με τα μέσα πληρωμών και τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας) «1. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, που έχει δικαίωμα χρήσης του μέσου πληρωμών, έχει τις εξής υποχρεώσεις: α) χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και χρήση του, οι οποίοι πρέπει να είναι αντικειμενικοί, χωρίς διακρίσεις και αναλογικοί, β) ειδοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή τον φορέα που ο τελευταίος ορίζει, μόλις αντιληφθεί απώλεια, κλοπή, υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών, ή μη εγκεκριμένη χρήση του. 2. Για τους σκοπούς της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, μόλις παραλάβει το μέσο πληρωμών, λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλή φύλαξη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας αυτού». Κατά το άρθρο 70 (Υποχρεώσεις του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών αναφορικά με τα μέσα πληρωμών): «1. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που εκδίδει το μέσο πληρωμών έχει τις εξής υποχρεώσεις: α) διασφαλίζει ότι τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας δεν είναι προσβάσιμα σε τρίτους παρά μόνο στο νόμιμο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών του μέσου πληρωμών, τηρουμένων των υποχρεώσεων του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 69, β) δεν αποστέλλει μέσο πληρωμών χωρίς προηγούμενο σχετικό αίτημα του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν η εν λόγω αποστολή αφορά αντικατάσταση υφιστάμενου μέσου πληρωμών, γ) διασφαλίζει ότι ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών έχει στη διάθεση του, σε διαρκή βάση, τα κατάλληλα μέσα που του επιτρέπουν να προβαίνει σε γνωστοποίηση σύμφωνα με την περίπτωση β1 της παραγράφου 1 του άρθρου 69 ή σε υποβολή αιτήματος για την άρση της αναστολής της δυνατότητας χρήσης του μέσου πληρωμών, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 68. Ύστερα από αίτημα, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει, για δεκαοκτώ (18) μήνες από τη γνωστοποίηση στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τα μέσα για να αποδείξει ότι πράγματι ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών προέβη στην εν λόγω γνωστοποίηση, δ) παρέχει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τη δυνατότητα να προβεί σε γνωστοποίηση χωρίς επιβάρυνση και μπορεί να επιβάλλει χρέωση μόνο για το κόστος αντικατάστασης του μέσου πληρωμών, σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 69, ε) αποτρέπει κάθε χρήση του μέσου πληρωμών από το χρονικό σημείο της γνωστοποίησης, σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 69. 2. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αναλαμβάνει τον κίνδυνο της αποστολής στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών του μέσου πληρωμών ή κάθε σχετικού εξατομικευμένου διαπιστευτηρίου ασφαλείας». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 71 «1. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αποκαθιστά μια μη εγκεκριμένη ή εσφαλμένα εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, μόνο αν ο τελευταίος ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μόλις αντιληφθεί οποιαδήποτε τέτοια πράξη πληρωμής που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, περιλαμβανομένης εκείνης του άρθρου 88, και το αργότερο μέσα σε χρονικό διάστημα 13 μηνών από την ημερομηνία χρέωσης...». Αφού λοιπόν οι νόμιμοι χρήστες τηρήσουν την ανωτέρω υποχρέωσή τους και ειδοποιήσουν εγκαίρως, χώρισε υπαίτια καθυστέρηση, την Τράπεζα, τότε πληρούνται οι προϋποθέσεις αποζημίωσης - αποκατάστασής τους κατά το άρθρο 71, εννοείται εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποκλειστικά δικής τους υπαιτιότητας. Το άρθρο 71 θεσπίζει ευνοϊκούς όρους για τους χρήστες, αφού κατόπιν ειδοποίησης η Τράπεζα υποχρεούται να αποκαθιστά όχι μόνο τη «μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής», αλλά και την «εσφαλμένα εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής», δηλαδή ακόμα και την πράξη πληρωμής, η οποία είναι μεν εγκεκριμένη αλλά εσφαλμένα εκτελεσθείσα (βλ. σε ΝοΒ τόμο 70, σελ. 2076 επ. μελέτη Ηλ. Καραγεώργου «Η αξίωση αποζημίωσης του πελάτη της τράπεζας κατ’ αυτής σε περίπτωση ηλεκτρονικής απάτης μέσω e-banking»). Σύμφωνα με το άρθρο 72 (Στοιχεία που τεκμηριώνουν τη γνησιότητα και την εκτέλεση πράξεων πληρωμής): «1. Αν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών αρνείται ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής ή ισχυρίζεται ότι η πράξη πληρωμής δεν εκτελέσθηκε ορθά, ο οικείος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών οφείλει να αποδεικνύει ότι έχει ταυτοποιηθεί η γνησιότητα της πράξης πληρωμής και ότι η πράξη πληρωμής έχει καταγραφεί με ακρίβεια, έχει καταχωριστεί στους λογαριασμούς πληρωμών και δεν επηρεάστηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία της υπηρεσίας που παρέχεται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ... 2. Αν ένας χρήστης υπηρεσιών πληρωμών αρνείται ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής, η χρήση ενός μέσου πληρωμών που έχει καταγραφεί από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, περιλαμβανομένου του παρόχου υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής ανάλογα με την περίπτωση, δεν αποτελεί αναγκαστικά, από μόνη της επαρκή απόδειξη ότι ο πληρωτής είχε εγκρίνει την πράξη πληρωμής ή ότι είχε ενεργήσει με δόλο ή δεν είχε εκπληρώσει από πρόθεση ή βαριά αμέλεια μια ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις του άρθρου 69. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, πρέπει να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη απάτης ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών». Με το άρθρο 72 το βάρος απόδειξης της γνησιότητας και της ορθής εκτέλεσης των πράξεων πληρωμής έχει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών (νόθος αντικειμενική ευθύνη), περιλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, σε περίπτωση αμφισβήτησης και άρνησης του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ότι έχει εγκρίνει πράξη πληρωμής (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 4537/2018). Έτσι, αν ο χρήστης αρνείται ότι έχει εγκρίνει μια συναλλαγή, που είναι προϊόν απάτης, η Τράπεζα έχει το βάρος να αποδείξει (σωρευτικά) τη γνησιότητα της πράξης πληρωμής (ακριβής καταγραφή και καταχώρησής της στους λογαριασμούς πληρωμών) και ότι δεν επηρεάστηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία της υπηρεσίας, δηλαδή δεν αρκεί να ισχυριστεί ότι τα συστήματά της είναι ασφαλή. Εξάλλου, στην παράγραφο 2 του άρθρου 72 ορθώς προβλέπεται ότι μόνη η χρήση ενός μέσου πληρωμής, δηλαδή η ακολουθία της διαδικασίας πραγματοποίησης ηλεκτρονικής συναλλαγής μέσω e-banking και η πληκτρολόγηση των κωδικών εισόδου και συναλλαγής, δεν σημαίνει αναγκαστικά και ότι ο χρήστης των υπηρεσιών και πελάτης της Τράπεζας έχει εγκρίνει την πράξη πληρωμής και τη συναλλαγή. Η ratio legis της διάταξης καλύπτει κατ’ αυτό τον τρόπο την περίπτωση απάτης, κατά την οποία η συναλλαγή εμφανίζεται μεν ως κανονικά εκτελεσθείσα στα ηλεκτρονικά συστήματα της Τράπεζας, αφού έγινε χρήση του μέσου πληρωμών, πλην όμως το μέσο πληρωμών που αξιοποιήθηκε έχει υποκλαπεί από τους δράστες και χρησιμοποιηθεί παρανόμως και δίχως την έγκριση του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών και πελάτη της Τράπεζας, και συνακόλουθα αποκλείεται η αυτόματη ευθύνη του χρήστη, ενώ του δίνεται η δυνατότητα να επικαλεστεί κλοπή ή καταχρηστική χρήση του μέσου πληρωμής. Συνεπώς, μόνη η χρήση του μέσου πληρωμών δεν σημαίνει και έγκριση της συναλλαγής από τον νόμιμο χρήστη, και η εν λόγω διάταξη δεν δύναται να ερμηνευτεί διαφορετικά, αφού στοχεύει στο να επιλύσει το πρόβλημα των συστημάτων ασφαλείας των Τραπεζών που δεν διακρίνουν τον δράστη από τον νόμιμο χρήστη, αλλά αναγνωρίζουν απλά τη χρήση του μέσου πληρωμών, το οποίο όμως έχει υποκλαπεί και χρησιμοποιηθεί παρανόμως, χωρίς η συναλλαγή - απάτη να έχει διενεργηθεί και εγκριθεί από τον νόμιμο χρήστη και εντολέα της Τράπεζας. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητη η χρήση ισχυρής ταυτοποίησης - ιδίως βιομετρικών στοιχείων για την έγκριση των ηλεκτρονικών συναλλαγών (βλ. ο.π. μελέτη Ηλ. Καραγεώργου). Κατά δε, το άρθρο 74 (Ευθύνη του πληρωτή για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής): «1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 73, ο πληρωτής ευθύνεται μέχρι του ανώτατου ποσού των πενήντα (50,00) ευρώ για τις ζημίες από τη διενέργεια μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, οι οποίες προκύπτουν είτε από τη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος μέσου πληρωμών είτε από υπεξαίρεση του. Η εν λόγω υποχρέωση δεν ισχύει, εφόσον: α) η απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών δεν ήταν δυνατό να εντοπιστεί από τον πληρωτή πριν από τη διενέργεια πράξης πληρωμής, εκτός αν ο πληρωτής είχε ενεργήσει με δόλο ή β) η ζημία είχε προκληθεί από πράξεις ή παραλείψεις υπαλλήλου, αντιπροσώπου ή υποκαταστήματος ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή οντότητας στην οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είχε αναθέσει τις δραστηριότητες του. Ο πληρωτής ευθύνεται για όλες τις ζημίες που σχετίζονται με κάθε μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής, εφόσον οι ζημίες αυτές οφείλονται είτε σε δόλο είτε στη μη τήρηση μιας ή περισσοτέρων από τις υποχρεώσεις που έχει, σύμφωνα με το άρθρο 69, από πρόθεση ή βαριά αμέλεια (τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 22 του Ν. 5019/2023). Στις περιπτώσεις αυτές, δεν ισχύει το ανώτατο ποσό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. 2. Εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν απαιτεί ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη, ο πληρωτής ευθύνεται για τυχόν οικονομικές συνέπειες, μόνο αν έχει ενεργήσει με δόλο. Αν ο δικαιούχος ή ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου αδυνατεί να δεχτεί ισχυρή ταυτοποίηση του πελάτη, οφείλει να αποζημιώσει τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών τον πληρωτή για την οικονομική ζημία που έχει υποστεί. 3. Από το χρονικό σημείο ειδοποίησης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 69, ο πληρωτής δεν επωμίζεται οποιαδήποτε οικονομική συνέπεια που απορρέει από τη χρήση απολεσθέντος, κλαπέντος ή υπεξαιρεθέντος μέσου πληρωμών, εκτός αν έχει ενεργήσει με δόλο. Αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν παρέχει στον πληρωτή τα κατάλληλα μέσα που του επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή να προβεί σε ειδοποίηση αναφορικά με την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση τον μέσου πληρωμών, σύμφωνα με την περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 70, ο πληρωτής δεν ευθύνεται για τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από τη χρήση του εν λόγω μέσου πληρωμών, εκτός αν έχει ενεργήσει με δόλο». Σύμφωνα με το άρθρο 88 παρ. 1 (Ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για μη εκτέλεση, εσφαλμένη ή καθυστερημένη εκτέλεση πράξεων πληρωμής): «α) Όταν η εντολή πληρωμής εκκινείται απευθείας από τον πληρωτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, με την επιφύλαξη του άρθρου 71, του άρθρου 87 §§ 2 και 3 και του άρθρου 92, ευθύνεται έναντι του πληρωτή για την ορθή εκτέλεση της πράξης πληρωμής». Κατά το άρθρο 87 «1. Εάν εντολή πληρωμής εκτελείται σύμφωνα με το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης, τεκμαίρεται ότι έχει εκτελεστεί ορθά, όσον αφορά τον δικαιούχο που προσδιορίζεται στο αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης. 2. Εάν το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης που παρέχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών είναι εσφαλμένο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν φέρει ευθύνη, σύμφωνα με το άρθρο 88, για τη μη εκτέλεση ή την εσφαλμένη εκτέλεση της πράξης πληρωμής. 3. Ωστόσο, πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών που αφορούν την πράξη πληρωμής. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου συνεργάζεται σε αυτές τις προσπάθειες παρέχοντας, επιπρόσθετα, στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή όλες τις σχετικές πληροφορίες για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών. Αν η ανάκτηση των χρηματικών ποσών σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια δεν είναι εφικτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή προσκομίζει στον πληρωτή, ύστερα από γραπτό αίτημα, όλες τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του και είναι σημαντικές για τον πληρωτή, προκειμένου αυτός να εγείρει αξίωση για ανάκτηση των χρηματικών ποσών. 4. Αν υπάρχει σχετικός όρος στη σύμβαση - πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να επιβάλει χρέωση στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών. 5. Εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών προσκομίσει πρόσθετες πληροφορίες εκτός από εκείνες που καθορίζονται στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 45 ή στην περίπτωση β' του στοιχείου 2 του άρθρου 52, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ευθύνεται μόνο για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής σύμφωνα με το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης που έχει παρασχεθεί από τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών». Στο άρθρο 92 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι «δεν υφίσταται η ευθύνη που προβλέπεται στο άρθρο 64 έως το παρόν άρθρο όταν υπάρχουν ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις, οι οποίες είναι πέρα από τον έλεγχο του μέρους που τις επικαλείται και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρ’ όλες τις προσπάθειες για το αντίθετο, ούτε όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεσμεύεται από άλλες νομικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο». Σύμφωνα με το άρθρο 94 (Διαχείριση των λειτουργικών κινδύνων και κινδύνων ασφαλείας) «1. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών καταρτίζουν πλαίσιο με κατάλληλα μέτρα μειώσεις κινδύνων και μηχανισμούς ελέγχου για την διαχείριση των λειτουργικών κινδύνων και τον κίνδυνο ασφαλείας, που σχετίζονται με τις υπηρεσίες πληρωμών τις οποίες παρέχουν. Ως μέρος του πλαισίου αυτού, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών θεσπίζουν και διατηρούν αποτελεσματικές διαδικασίες διαχείρισης συμβάντων που άπτονται της λειτουργίας και της ασφάλειας. 2. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος, σε ετήσια βάση ή σε βραχύτερα διαστήματα οριζόμενα από αυτήν, επικαιροποιημένη και ολοκληρωμένη αξιολόγηση των λειτουργικών κινδύνων και των κινδύνων ασφαλείας που συνδέονται με τις παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών, καθώς και της επάρκειας των μέτρων μείωσης κινδύνων και των μηχανισμών ελέγχου που εφαρμόζονται για την αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών.». Στο άρθρο 96 ορίζεται ότι «1. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν ισχυρή ταυτοποίηση πελάτη όταν ο πληρωτής: α) έχει πρόσβαση στο λογαριασμό πληρωμών του σε απευθείας ηλεκτρονική σύνδεση (on), β) εκκινεί ηλεκτρονική πράξη πληρωμής, ν' εκτελεί οποιαδήποτε ενέργεια μέσω, εξ αποστάσεως διαύλου, η οποία μπορεί να ενέχει κίνδυνο απάτης στις πληρωμές ή άλλες παραβιάσεις. 2. Σε σχέση με την εκκίνηση ηλεκτρονικών πράξεων πληρωμής, που αναφέρεται στην περίπτωση β της παραγράφου 1, για τις ηλεκτρονικές πράξεις πληρωμής που διενεργούνται εξ αποστάσεως οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν ισχυρή ταυτοποίηση πελάτη, η οποία περιλαμβάνει στοιχεία που συνδέουν δυναμικά τη συναλλαγή με συγκριμένο ποσό και συγκεκριμένο δικαιούχο. 3. Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 1, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν κατάλληλα μέτρα ασφαλείας με σκοπό την προστασία της εμπιστευτικότητας και της ακεραιότητας των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφάλειας των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών... 6. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται το περιεχόμενο και οι ειδικότερες προδιαγραφές και απαιτήσεις των μέτρων ασφαλείας, των μέτρων μείωσης κινδύνων και των μηχανισμών ελέγχου, η έννοια του μεγάλης σημασίας λειτουργικού συμβάντος και του συμβάντος που αφορά την ασφάλεια, το διαδικαστικό πλαίσιο, οι προθεσμίες, η συχνότητα και το περιεχόμενο των γνωστοποιήσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 94 και της παραγράφου 3 του άρθρου 95, το περιεχόμενο των γνωστοποιήσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 95, το περιεχόμενο και οι ειδικότερες προδιαγραφές και απαιτήσεις της ισχυρής ταυτοποίησης, τα στοιχεία που συνδέουν δυναμικά τη συναλλαγή με συγκεκριμένο ποσό και συγκεκριμένο δικαιούχο, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα…». Εξάλλου, από το άρθρο 72 παρ. 2 εδ. α' του ν. 4537/2018 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του ίδιου νόμου - σύμφωνα με την οποία μία πράξη πληρωμής θεωρείται εγκεκριμένη, μόνο εφόσον ο πληρωτής έχει δώσει τη συγκατάθεσή του στην εκτέλεσή της - συνάγεται ότι δεν υφίσταται γνήσια συναλλαγή όταν ο χρήστης αγνοεί αυτήν και αυτή ενεργήθηκε από τρίτο πρόσωπο χωρίς δικαίωμα, ακόμη κι αν η συγκατάθεση του χρήστη φέρεται να δόθηκε με τη μορφή που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, ενώ γνήσια θεωρείται μία πράξη πληρωμής όταν ενεργήθηκε με την πραγματική συναίνεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμής, δηλαδή είτε από τον ίδιο είτε εν γνώσει του από τρίτο πρόσωπο στο οποίο είχε παράσχει σχετική άδεια. Συνεπώς, η βούληση του νομοθέτη ήταν να προστατεύσει τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμής από την εκτέλεση πληρωμών, που δεν ανταποκρίνονται στη βούλησή του και όχι να αποτρέψει τη γένεση αξιώσεων σε βάρος του παρόχου των υπηρεσιών σε κάθε περίπτωση διενέργειας συναλλαγών με φερόμενη συναίνεση του χρήστη με τον τρόπο που συμφωνήθηκε, ακόμα και αν αυτή δόθηκε με αθέμιτη παρέμβαση τρίτου προσώπου που ο χρήστης αγνοούσε και ουδέποτε ενέκρινε. Άλλωστε, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αυτές τέθηκαν προκειμένου να ρυθμίσουν την περίπτωση απώλειας, κλοπής ή υπεξαίρεσης του μέσου πληρωμών (έτσι και η αιτιολογική έκθεση της οδηγίας ΕΕ 2015/2356, σημείο 71, όπου διευκρινίζεται ότι ουδεμία ευθύνη του πληρωτή υφίσταται όταν ο ίδιος δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών). Συνεπώς, με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, σε περίπτωση μεταφοράς κεφαλαίου από μη δικαιούχο πρόσωπο λόγω απώλειας (στην έννοια αυτή εντάσσεται η απάτη), κλοπής ή υπεξαίρεσης του μέσου πληρωμών, ο πελάτης της Τράπεζας (πληρωτής) δεν δύναται να διεκδικήσει από την Τράπεζα το επίδικο χρηματικό ποσό μόνο στην περίπτωση που έχει ενεργήσει με δόλο ως προς την μεταφορά αυτή (ήτοι υφίσταται συμπαιγνία μεταξύ του πληρωτή και του φερόμενου τρίτου) και στην περίπτωση που δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του άρθρου 69 με δόλο ή με βαριά αμέλεια. Αντιθέτως, στην περίπτωση που έχουν μεν παραβιαστεί υπαιτίως οι υποχρεώσεις του άρθρου 69, πλην όμως με ελαφρά αμέλεια, τότε ο πελάτης της Τράπεζας ευθύνεται μόνο έως του ποσού των πενήντα (50,00) ευρώ. Τέλος, εάν δεν έχουν παραβιαστεί υπαιτίως οι ανωτέρω υποχρεώσεις, ο πελάτης της Τράπεζας δικαιούται το πλήρες κεφάλαιο που μεταφέρθηκε. Σημειώνεται δε, ότι ως προς την έννοια της αμέλειας, ήδη η οδηγία ΕΕ 2015/2366 διευκρινίζει στην αιτιολογική της πρόταση (σημείο 72): «Για να εκτιμηθεί αν υπάρχει αμέλεια ή βαριά αμέλεια του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις. Τα αποδεικτικά στοιχεία και ο βαθμός της καταγγελλόμενης αμέλειας θα πρέπει να αξιολογούνται βάσει του εθνικού δικαίου. Άλλωστε, ενώ η έννοια της αμέλειας συνεπάγεται παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας, με τον όρο βαριά αμέλεια θα πρέπει να νοείται κάτι βαρύτερο από την απλή αμέλεια, που θα αφορά μορφές συμπεριφοράς που παρουσιάζουν σημαντικό βαθμό έλλειψης επιμέλειας, παραδείγματος χάριν η περίπτωση όπου τα διαπιστευτήρια που χρησιμοποιούνται για την έγκριση πράξης πληρωμής φυλάσσονται δίπλα στο μέσο πληρωμής κατά τρόπο ανοικτό και ευχερώς ανιχνεύσιμο από τρίτους. Οι συμβατικοί όροι και οι όροι παροχής και χρήσης ηλεκτρονικού μέσου πληρωμών που θα συνεπάγονταν αύξηση του βάρους της απόδειξης έναντι του καταναλωτή ή μείωση του βάρους της απόδειξης έναντι του εκδότη, θα πρέπει να θεωρούνται άκυροι. Εξάλλου, σε ειδικές περιπτώσεις και ιδίως στις περιπτώσεις όπου το μέσο πληρωμής δεν είναι παρόν στο σημείο πώλησης, όπως στην περίπτωση των ηλεκτρονικών πληρωμών, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να παρέχει αποδείξεις της καταγγελλόμενης αμέλειας, δεδομένου ότι τα μέσα που διαθέτει ο πληρωτής είναι πολύ περιορισμένα σε αυτές τις περιπτώσεις». Επίσης, για την ειδικότερη διευκρίνιση της βαριάς αμέλειας σε περίπτωση απάτης, κρίσιμο είναι εάν εφαρμόζεται σύστημα ισχυρής ταυτοποίησης (άρθρο 96 του ν. 4537/2018). Δεδομένου ότι στην ισχυρή ταυτοποίηση απαιτείται πάντοτε διαδικασία δύο σταδίων, βαρεία αμέλεια θα νοείται, κατά κανόνα, μόνο στην περίπτωση που ο εξαπατηθείς πληρωτής παράσχει στους δράστες της απάτης τα απαιτούμενα μέσα και των δύο σταδίων (πχ. όνομα χρήστη και κωδικό αφενός, ΟΤΡ για μεταφορά κεφαλαίου αφετέρου). Αν, αντιθέτως, ο εξαπατηθείς πληρωτής παράσχει στους δράστες πληροφορίες μόνο για το ένα από τα δύο στάδια (π.χ. μόνο όνομα χρήστη και κωδικό), τότε η αμέλεια που τον βαρύνει θα πρέπει να κρίνεται κατά κανόνα ελαφρά, καθότι ο πληρωτής δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ότι το έτερο μέρος θα αποκτήσει πρόσβαση, με δικά του μέσα, και στο έτερο στάδιο (πχ. γνώση κωδικού ΟΤΡ), ώστε να πετύχει την μεταφορά κεφαλαίων. Στην ανωτέρω περίπτωση, και για την ταυτότητα του νομικού λόγου, θα πρέπει να υπαχθεί και η περίπτωση στην οποία ο εξαπατηθείς πληρωτής παρέχει εξ ιδίων πληροφορίες όσον αφορά κάποιον κωδικό διεκπεραίωσης της συναλλαγής, ο οποίος όμως δεν αφορά στην μετακίνηση κεφαλαίου, τούτο δε, διότι δικαίως εμπιστεύεται ο πληρωτής ότι τα όσα έχει γνωστοποιήσει σε τρίτο μέρος δεν μπορούν να οδηγήσουν σε μετακίνηση κεφαλαίου. Σημειώνεται, άλλωστε, ότι ο νόμος 4537/2018 εισάγει αναγκαστικό δίκαιο υπέρ των χρηστών, καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 103, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών απαγορεύεται να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του εις βάρος των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν η δυνατότητα παρέκκλισης προβλέπεται ρητά και μπορούν να αποφασίζουν να προσφέρουν μόνο ευνοϊκότερους όρους στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών, ώστε στο πλαίσιο του νόμου αυτού και κατά τις πρόνοιες αυτού δεν υφίσταται ευθύνη των παροχών σύμφωνα με το άρθρο 92 (Απουσία ευθύνης σε μη συνήθεις και μη προβλέψιμες περιστάσεις) μόνο όταν υπάρχουν ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις, οι οποίες είναι πέρα από τον έλεγχο του μέρους που τις επικαλείται και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρόλες τις προσπάθειες για το αντίθετο. Ωστόσο, υπό το σύστημα του νόμου αυτού οι λειτουργικοί κίνδυνοι και οι κίνδυνοι ασφαλείας του συστήματος, δεν αποτελούν μη συνήθεις και μη προβλέψιμες περιστάσεις, ώστε η από την επέλευση τους ζημία των χρηστών βαρύνει τους παρόχους, καθώς η περίπτωση τους ρυθμίζεται διεξοδικά στα άρθρα 94 επ.. Οι ως άνω ρυθμίσεις, τελούν σε σύμπνοια με αυτές του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 «για την προστασία των καταναλωτών», όπου στην έννοια των παρεχόντων υπηρεσίες επίσης εμπίπτουν οι τράπεζες, οι οποίες υπέχουν έναντι του καταναλωτικού κοινού συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας (ΑΠ 1849/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η αθέτηση των οποίων εκτός από παραβίαση της σύμβασης συνιστά και αδικοπραξία (ΑΠ 1607/2018, ΑΠ 589/2001).

[7] Εξάλλου, την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 Ν. 2251/1994, ο οποίος ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική ή βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψη του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή. Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο», «Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας», «Ο παρέχων υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητάς του. Για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν». Εξάλλου, μετά τον Ν. 4512/2018 οι έννοιες του καταναλωτή και του προμηθευτή καταλαμβάνουν αντίστοιχα «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα» και «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το αν διέπεται από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί ακόμη και μέσω κάθε άλλου προσώπου που ενεργεί στο όνομά του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές του δραστηριότητες» (άρθρο 1α Ν.2251/2014, με την επιφύλαξη των άρθρων 111 και 126 Ν. 4512/2018, σύμφωνα με τα οποία ο ανωτέρω ορισμός του καταναλωτή εφαρμόζεται αποκλειστικώς σε συμβάσεις που συνάπτονται μετά την 17.3.2018, ενώ για τις ήδη συναφθείσες ισχύει ο ορισμός του τελικού αποδέκτη). Από την διάταξη του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 προκύπτει ότι υφίσταται ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι κάτωθι: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας"). Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερουμένης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγομένου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1111/2020, ΑΠ 1439/2019, ΑΠ 1133/2017, ΑΠ 1134/2017, ΑΠ 1284/2017, ΕΑ 3165/2021, ΕΛαρ 76/2021, ΕΚρητ 29/2021, ΕΚρητ 23/2021, ΕΑ 2370/2021, ΕΠειρ 377/2021, ΕΠειρ 184/2021 όλες σε ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, στην ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, η παράνομη συμπεριφορά του παρέχοντος δεν συναρτάται με το πραγματικό περιεχόμενο της υποχρέωσής του προς αποφυγή κινδύνων αλλά με την έλλειψη ασφαλείας των υπηρεσιών που θεμιτά δικαιούται ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης του, στη συγκεκριμένη αγορά υπηρεσιών, ήτοι με την παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας που όφειλε κατά το νόμο, ή την σύμβαση, ή την καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και μπορούσε να λάβει μέσα στη σφαίρα επιρροής του, κάτω από ομαλές και προβλέψιμες συνθήκες, σε τρόπο ώστε οι παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες χρησιμοποιούμενες από τον καταναλωτή, να μη θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου και ιδίως την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών, που τελικά, είναι το προστατεύσιμο δικαίωμα. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω όροι, ο βλαπτόμενος και ο υφιστάμενος ζημία δύναται με αγωγή κατά του παρέχοντος τις υπηρεσίες να αξιώσει την αποζημίωση του (ΑΠ 1295/2019, ΑΠ 1284/2017, ΕφΠεφ 377/2021, ΕφΠειρ 184/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

[8] Η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση συνήθους για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης επί της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. 1 ΑΚ, έχουν εφαρμογή, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατεθειμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει, κι αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του, νομιμότοκα από την όχλησή του (άρθρα 340, 431, 345, 346 ΑΚ), η οποία είναι οιονεί δικαιοπραξία και δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να προκύπτει με τη σαφή πρόσκλησή καταβολής, μεταξύ άλλων, το είδος και το ποσό της αξιούμενης παροχής. Η σύμβαση αυτή, εκτός των υποχρεώσεις για την κυρία παροχή (υποχρέωση διαφύλαξης των χρημάτων και απόδοσής τους κατ’ εντολή των καταθετών) περιλαμβάνει και παρεπόμενες εξίσου σημαντικές υποχρεώσεις απορρέουσες εκ του άρθρου 288 ΑΚ για διατήρηση ενός ασφαλούς συστήματος ηλεκτρονικών πληρωμών μέσω της υπηρεσίας …, προειδοποίηση των εντολέων ενόψει των επικείμενων κινδύνων απάτης, πρόνοια και επιμέλεια ελέγχου για τη διεκπεραίωση των εντολών των πελατών της και καλόπιστη εξυπηρέτησή τους, όπως οι υποχρεώσεις αυτές προβλέπονται τόσο στον Ν. 2251/1994 όσο και στον Ν. 4537/2018, που τυγχάνουν ομοίως εφαρμογής, η παράβαση των οποίων (παρεπόμενων υποχρεώσεων) συνεπάγεται την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής και αξίωση αποζημίωσης. Επομένως, αν ο τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε την απόδοση σ’ αυτόν του ποσού της κατάθεσης, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της Τράπεζας, η οποία είναι κυρία των χρημάτων και της οποίας η περιουσία βλάπτεται από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου, ενώ η εναντίον της ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη σύμβαση της ανώμαλης παρακατάθεσης παραμένει άθικτη, εφόσον δε συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της. Ενόψει δε και της φύσεως του χρήματος ως πράγματος αντικαταστατού και κατά γένος ορισμένου, εξαιτίας της οποίας δεν νοείται αδυναμία απόδοσης του λόγω φθοράς, κλοπής ή υπεξαιρέσεως, είναι αδύνατη η συνδρομή αξιώσεως εκ συμβάσεως και εξ αδικοπραξίας και η ευθύνη της Τράπεζας παραμένει πάντοτε συμβατική ακόμα και όταν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 του ως άνω ν.δ., τελεί υπό τον πρόσθετο όρο ότι η απόδοση του οφειλόμενου ποσού σε μη δικαιούχο οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια των οργάνων της. Συνακόλουθα των ανωτέρω, η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακατάθεσης, η άρνηση δε της Τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, και αν ακόμη αυτό έχει αφαιρεθεί από τρίτο με αξιόποινη πράξη, συνιστώ αθέτηση συμβάσεως εκ μέρους της Τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή η αδικοπραξία γίνεται σε βάρος της από τρίτο και όχι από αυτήν κατά του παρακαταθέτη (ΑΠ 72/2022, ΑΠ 421/2021, ΑΠ 1432/2019, ΑΠ 854/2017, ΑΠ 1220/2014, ΑΠ 595/2013, ΑΠ 356/2013, ΑΠ 2229/2013, ΑΠ 1402/2012 και ΑΠ 929/2009 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τον χρήστη των υπηρεσιών ηλεκτρονικής πληρωμής εύλογα αναμένεται πως τα συστήματα ασφαλείας του παρόχου θα είναι σύγχρονα αναβαθμισμένα, επικαιροποιημένα, εναρμονισμένα με τις προδιαγραφές και απαιτήσεις του νόμου, των σύγχρονων συναλλαγών και τεχνολογικών τάσεων και εξελίξεων, και πως θα είναι αποτελεσματικά απέναντι σε κακόβουλες παρεμβολές τρίτων, από τους οποίους θα πρέπει να κατέχει και να διατηρεί ένα πραγματικό και σαφές τεχνολογικό πλεονέκτημα. Έτσι, από τον χρήστη αναμένεται εύλογα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πως το σύστημα ασφάλειας της Τράπεζας θα είναι ικανά να εντοπίσει εγκαίρως την κακόβουλη παρεμβολή και είτε θα την εξουδετερώσει είτε θα την απομόνωση θωρακίζοντας έτσι τον τραπεζικό λογαριασμό του χρήστη (βλ. ο.π. μελέτη Ηλ. Καραγεώργου). Επομένως, θα πρέπει στο σύστημα ασφάλειας της ηλεκτρονικής πληρωμής να περιλαμβάνεται η εξακρίβωση της γνησιότητας των συναλλαγών μέσω δυναμικών κωδικών, προκειμένου ο χρήστης να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή το ποσό και τον δικαιούχο της πράξης πληρωμής που ο χρήστης εγκρίνει (οδηγία ΕΕ 2015/2356, σημείο 95). Λόγω της ταχύτητας της ψηφιοποίησης των σύγχρονων συναλλαγών, η Τράπεζα οφείλει να υιοθετήσει σύγχρονα μέσα ασφάλειας των ηλεκτρονικών συστημάτων της. Επομένως, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και κατά την κρίση ενός μέσου, λογικού και αντικειμενικού παρατηρητή, η διαβλητότητα των συστημάτων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών πληρωμών της Τράπεζας, αποτελεί την πρόσφορη αιτία πρόκλησης της οικονομικής και όχι μόνο ζημίας των πελατών της - χρηστών των ηλεκτρονικών συστημάτων. Επίσης, η εκπλήρωση της υποχρέωσης της Τράπεζας περί συνεχούς εποπτείας και ασφαλείας στο σύστημα και τον λογαριασμό και άμεσης προειδοποίησης του καταναλωτή, σε περίπτωση που αντιληφθεί κάποια ύποπτη κίνηση εις βάρος του (βλ. Μ. Κιλτένη, «Phishing»: Ένα ψάρεμα διαφορετικό και καθόλου αθώο για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, Αρμ 1/2024.133), καθίσταται καθοριστικής σημασίας για την διασφάλιση των περιουσιακών δικαιωμάτων των πελατών της ιδίως όταν έχει προηγηθεί ιστορικό περιστατικών απάτης.

[9] Περαιτέρω, η ευθύνη της τράπεζας για την απόδοση χρημάτων από σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης παραμένει κατά βάση συμβατική, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης, ιδίως όταν η τράπεζα παραβαίνει το γενικό καθήκον που επιβάλλεται από τον νόμο να μην ζημιώνει κανείς άλλον υπαιτίως, ώστε η υπαίτια πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη και χωρίς την ύπαρξη συμβατικού δεσμού (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 867/2021, ΑΠ 2012/2007, ΕφΔωδ 162/2022, ΕφΑθ 2644/2020, ΕφΑθ 225/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πιο συγκεκριμένα, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’, 914 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας, σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 342/2021, ΑΠ 1135/2021, ΑΠ 1144/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1564/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 1295/2019, ΑΠ 1439/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017, ΑΠ 1133/2017, ΕφΘεσσ 1491/2022, ΕφΚρητ 10/2021, ΕφΚρητ 23/2021, ΕφΛαρ 76/2021, ΕφΛαρ 77/2021, ΕφΑθ 1327/2021, ΕφΑθ 2370/2021, ΕφΑθ 3165/2021 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/ προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη (ΑΠ 342/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1564/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017, ΕφΑθ 238/2022, ΕφΘεσσ 1491/2022, ΕφΚρητ 10/2021, ΕφΚρητ 23/2021, ΕφΛαρ 76/2021, ΕφΛαρ 77/2021, ΕφΑθ 1327/2021, ΕφΑθ 2370/2021, ΕφΑθ 3165/2021). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, καθότι πρόκειται παρομοίως για υποχρεώσεις που στηρίζονται στην καλή πίστη και στην διαρκή σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πελάτη και Τράπεζας, ειδικότερες μορφές της ανωτέρω υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων αποτελούν και οι υποχρεώσεις προστασίας της περιουσίας τρίτων εκ μέρους της Τράπεζας. Έτσι, στην ανωτέρω περίπτωση δύναται να υφίσταται συρροή αξιώσεων από τη σύμβαση και την αδικοπραξία, οι οποίες δύνανται μεν να ασκηθούν παράλληλα, όχι όμως και να ικανοποιηθούν σωρευτικά, διότι η ικανοποίηση της μιας καθιστά την άλλη άνευ αντικειμένου (ΟλΑΠ 767/1973 ΝοΒ 22.705, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1596/2014 ΧρΙδΔ 2015.185, ΑΠ 1527/2013 ΧρΙδΔ 2014.281, ΑΠ 1667/2009 ΕλλΔνη 51.462, ΕφΑθ 608/2022, ΕφΑθ 4356/2019, ΕφΑθ 2201/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4489/2011 ΕπισκΕμπΔ 2016.216), εκτός εάν ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, οπότε η συρρέουσα από αδικοπραξία αξίωση σώζεται κατά το αίτημα αυτό (ΑΠ 560/2010 όπ., ΑΠ 1664/2005 ΔΕΕ 2006.188, ΕφΑθ 1137/2008 ΕπισκΕμπΔ 2008.904).

[10] Κατά το άρθρο 932 ΑΚ «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο αδικηθείς, που επιδιώκει, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από τον αδικοπραγήσαντα, επιδίκαση εύλογης, κατά την κρίση του δικαστηρίου, χρηματικής ικανοποιήσεως, οφείλει, για να είναι ορισμένη η αγωγή του ως προς την έννοια της "εύλογης” χρηματικής ικανοποιήσεως, να εκθέτει τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής του, τη βαρύτητα και την έκταση της βλάβης, τον βαθμό της προσβολής της προσωπικότητάς του, τον βαθμό του πταίσματος του υπαιτίου και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, χωρίς να αναφέρεται αναγκαίως και σε τι συνίσταται η κατάσταση αυτή (ΑΠ 1325/96 ΕλλΔνη 1997.1048), καθόσον για το ορισμένο της αγωγής, σε σχέση με την τελευταία περίσταση, αρκεί η μνεία της εν γένει κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, ως κατ’ αρχήν εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο, στον εναγόμενο δε απόκειται να προτείνει, κατ’ ανεπτυγμένη άρνηση, και άλλα περιστατικά, ως προς το στοιχείο τούτο, χρήσιμα για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 1502/2001 ΝοΒ 50.1657, ΜονΕΑ 2405/2024 ΝΟΜΟΣ).

[11] Με τον τέταρτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, διότι στο δικόγραφο της αγωγής οι ενάγουσες δεν αναφέρουν ούτε εξειδικεύουν τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να έχει λάβει ώστε να αποτραπεί η πραγματοποίηση των επίδικων συναλλαγών, ούτε τον τρόπο που η τράπεζα θα έπρεπε να γνωρίζει την ανυπαρξία σχέσης μεταξύ των εναγουσών και των αποδεκτών των χρηματικών ποσών που μεταφέρθηκαν από τους λογαριασμούς τους και την αμφισβήτηση των συναλλαγών αυτών. Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, αλλά και από το ανωτέρω εκτιθέμενο περιεχόμενό της, προκύπτει ότι αυτή (αγωγή) εμπεριέχει όλα τα αναγκαία, σύμφωνα τα άρθρα 118 περ. 4 και 216 του ΚΠολΔ, στοιχεία για την πληρότητά της, αφού οι ενάγουσες αναφέρουν επαρκώς τα στοιχεία εκείνα που θεμελιώνουν κατά τον νόμο την άσκησή της σε βάρος της εναγομένης, διότι στην αγωγή γίνεται αναφορά των υποχρεώσεων που φέρονται να παραβιάστηκαν από την εναγόμενη, χωρίς, για την πληρότητά της, να απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η αναφορά του τεχνολογικού τρόπου προστασίας της ηλεκτρονικής συναλλαγής πληρωμής και των ενεργειών που θα έπρεπε να ακολουθήσει η ίδια για να αποτρέψει την προκληθείσα σε αυτές (ενάγουσες) ζημία, ενέργειες, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, δεν βρίσκονται στο πεδίο γνώσης του καταναλωτή - χρήστη των υπηρεσιών ηλεκτρονικής πληρωμής.

[12] Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που με επίκληση προσκομίζουν νομίμως και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723), συμπεριλαμβανομένων και όσων νομίμως προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 529 §1 ΚΠολΔ), καθώς δεν κρίνεται ότι δεν προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από στρεψοδικία ή βαρειά αμέλεια, την από 6.12.2023 και με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΡόδου … ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ενώπιον του δικηγόρου Ρόδου … …, κατά το άρθρο 74 §6 του ν. 4690/2020, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγουσες-εφεσίβλητες, η οποία ελήφθη μετά από νόμιμη κλήτευση της εναγομένης-εκκαλούσας (βλ. την … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, … …), την … ένορκη βεβαίωση της μ.αρτυρα … … ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών … …, που ελήφθη και προσκομίζεται με επιμέλεια της εναγόμενης (εκκαλούσας), μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγουσών (εφεσίβλητων) (βλ. την … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, … …, προς την κατά το άρθρο 143 §1 ΚΠολΔ αντίκλητο των εναγουσών που υπογράφει το δικόγραφο της αγωγής, βλ. ΑΠ 1276/2021, ΜονΕΠειρ 135/2023 ΝΟΜΟΣ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 336 §4 ΚΠολΔ, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγουσες, μητέρα και κόρη αντίστοιχα, τηρούν στην εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία τους ακόλουθους τραπεζικούς λογαριασμούς: 1) η ενάγουσα (…) τους (…) και (…) λογαριασμούς, που είναι συνδεδεμένοι μεταξύ τους και 2) η δεύτερη ενάγουσα (… …) τον … λογαριασμό. Δυνάμει της από 28.10.2013 αίτησης εναλλακτικών δικτύων της πρώτης ενάγουσας και της από 2.4.2019 όμοιας αίτησης της δεύτερης ενάγουσας, αμφότερες απέκτησαν πρόσβαση στα εναλλακτικά δίκτυα της εναγόμενης (… Web Banking, … mobile banking, … Banking-agent, … Banking IVR), ώστε να μπορούν να πραγματοποιούν συναλλαγές στους ανωτέρω λογαριασμούς τους (η κάθε μία) μέσω internet, από υπολογιστή ή από κινητό τηλέφωνο. Η πρώτη ενάγουσα δήλωσε ως αριθμό κινητού τηλεφώνου, μέσω του οποίου θα γίνεται η ταυτοποίηση για την πραγματοποίηση των συναλλαγών τον αριθμό … και η δεύτερη ενάγουσα τον αριθμό … Την 8.4.2022, ημέρα Παρασκευή και περί ώρα 13:00, η δεύτερη ενάγουσα, η οποία είχε αναρτήσει αγγελία για πώληση αυτοκινήτου, δέχτηκε στο κινητό της τηλέφωνο κλήση από τον αριθμό ... Ο καλών της είπε ότι ονομάζεται Κώστας, αγνώστων λοιπών στοιχείων, είναι από την Καλαμάτα και ενδιαφέρεται να αγοράσει το αυτοκίνητο που εκείνη ήθελε να πωλήσει. Μάλιστα της έδωσε να μιλήσει και με άλλο άτομο, που της παρουσιάστηκε ως μηχανικός και της έκανε ερωτήσεις για το αυτοκίνητο. Όπως της είπε ο «Κώστας», η αγορά θα γινόταν για λογαριασμό εταιρίας και για τον λόγο αυτό ζήτησε δύο τραπεζικούς λογαριασμούς ώστε να βάλει τα χρήματα της προκαταβολής (σύνολο 1.000 ευρώ) τμηματικά, 500 ευρώ σε κάθε λογαριασμό. Η δεύτερη ενάγουσα, σε συνεννόηση με την πρώτη, που είναι μητέρα της, του υπέδειξε τον δικό της λογαριασμό και έναν λογαριασμό της μητέρας της για να γίνει η κατάθεση. Όπως της είπε το άγνωστο αυτό άτομο, για να κάνει την μεταφορά των ποσών, χρειαζόταν και ζήτησε από την δεύτερη ενάγουσα έναν κωδικό από το web banking. Με την χρήση του κωδικού αυτού ο άγνωστος συνδέθηκε και ακολούθως ζήτησε, την 8.4.2022 και ώρα 13:32, επαναφορά του κωδικού ασφαλείας (password) μέσω της διαδικασίας «ξέχασα το password/κλείδωσα την συνδρομή μου». Εστάλη ένας μοναδικός κωδικός (SMS- ΟΤΡ) στο ανωτέρω κινητό της δεύτερης ενάγουσας και e-mail-OTP στην διεύθυνση που είχε δηλώσει …@gmail.com).Το μήνυμα (sms) είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: «REQUEST FOR PASSWORD RESET ATTENTION!! DO NOT REVEAL THE CODE TO ANYONE, BY PHONE OR IN A WEB PAGE OPEND THROUGH A LINK ON EMAIL OR SMS. MY … CODE: …”, προειδοποιώντας την ότι ζητήθηκε αλλαγή του κωδικού ασφαλείας του λογαριασμού της στο web banking και ότι δεν έπρεπε να αποκαλύψει τον κωδικό σε κανέναν, είτε στο τηλέφωνο ή σε ιστοσελίδα που άνοιξε μέσω συνδέσμου σε μήνυμα που έχει λάβει. Όπως κατατέθηκε από την μάρτυρα της εναγόμενης, η οποία εργάζεται στην διεύθυνση κυβερνοασφάλειας και ασφάλειας πληροφοριών της εναγόμενης τράπεζας, η διαδικασία αυτή ενεργοποιείται με πρωτοβουλία του χρήστη σε περίπτωση που έχει ξεχάσει τον κωδικό ασφαλείας (password). Για την συναλλαγή αυτή εστάλη e-mail στην ανωτέρω διεύθυνση της δεύτερης ενάγουσας με θέμα: «Password change successful». Η δεύτερη ενάγουσα που έλαβε το μήνυμα (sms) στο κινητό της, έδωσε στο άγνωστο άτομο τον κωδικό που της εστάλη. Ακολούθως ο άγνωστος, με χρήση του ονόματος χρήστη (username) και του μυστικού κωδικού ασφαλείας (password), που άλλαξε με τον παραπάνω τρόπο, μπήκε στο σύστημα και πραγματοποιήθηκε «ταυτοποίηση χρήστη» την 8.4.2022 και ώρα 13:33. Η διαδικασία αυτή εγκρίθηκε από την δεύτερη ενάγουσα μέσω push notification σε συσκευή που είχε ταυτοποιηθεί προηγουμένως από την ίδια. Κατόπιν ο άγνωστος την 8.4.2022 και ώρα 13:36 πραγματοποίησε «τροποποίηση συνδρομής-μεταβολή ημερήσιου ορίου». Για την ενέργεια αυτή εστάλη νέος μοναδικός πρόσθετος κωδικός ασφάλειας (my… CODE) για έγκριση, στο κινητό της δεύτερης ενάγουσας, μαζί με κωδικό SMS-OTP για καταχώριση. Συγκεκριμένα στάλθηκε το ακόλουθο μήνυμα: «ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΟΡΙΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ. ΠΡΟΣΟΧΗ!! ΜΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΤΕ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΚΩΔΙΚΟ, ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΑ Ή ΣΕ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΟΠΟΥ ΟΔΗΓΗΘΗΚΑΤΕ ΜΕΣΩ LINK ΣΕ EMAIL Η’ SMS. ΑΝ ΔΕΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ ΚΑΛΕΣΤΕ … MY… CODE: 234005». Τον κωδικό αυτό η δεύτερη ενάγουσα έδωσε τηλεφωνικά στο άγνωστο άτομο με το οποίο συνομιλούσε. Για την συναλλαγή αυτή εστάλη άμεσα ενημερωτικό e-mail στην παραπάνω διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με θέμα «… WEB BANKING Επιτυχής αλλαγή ανώτατου ορίου μεταφορών σε μη προδηλωμένους λογ/σμούς». Ακολούθως πραγματοποιήθηκε, με χρέωση του λογαριασμού … της δεύτερης ενάγουσας, άμεση διατραπεζική μεταφορά εσωτερικού (μέσω συστήματος ΔΙΑΣ) ποσού 5.100 ευρώ προς τον τραπεζικό λογαριασμό στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ … Για την πραγματοποίηση της συναλλαγής αυτής στάλθηκε την 8.4.2022 και ώρα 13:44, κωδικός SMS-OTP στο κινητό τηλέφωνο της δεύτερης ενάγουσας με το ακόλουθο περιεχόμενο: «… Code: 774442 Μεταφορά προς λογ/σμό …, Ποσό 5100,00 EUR. Ο κωδικός μιας χρήσης θα παραμείνει ενεργός για τα επόμενα 5’». Η δεύτερη ενάγουσα έδωσε και τον κωδικό αυτό στον άγνωστο με τον οποίο συνομιλούσε, και με την εισαγωγή του από εκείνον πραγματοποιήθηκε η μεταφορά του ανωτέρω ποσού. Για την συναλλαγή αυτή εστάλη ενημερωτικό email στην προαναφερόμενη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της δεύτερης ενάγουσας με θέμα «… WEB BANKING Επιτυχής καταχώρηση εντολής». Όπως προαναφέρθηκε η δεύτερη ενάγουσα είχε λάβει συναίνεση από την πρώτη ενάγουσα, μητέρα της, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί λογαριασμός της τελευταίας για την μεταφορά ποσού από την πώληση του αυτοκινήτου. Για τον λόγο αυτό, ο άγνωστος άντρας επικοινώνησε στη συνέχεια με την πρώτη ενάγουσα, προκειμένου να ζητήσει στοιχεία και για τον δικό της λογαριασμό. Όπως αποδεικνύεται, ζήτησε και από αυτήν έναν κωδικό από το web banking. Με την χρήση του κωδικού αυτού ο άγνωστος συνδέθηκε και ακολούθως ζήτησε, την 8.4.2022 και ώρα 14:31, επαναφορά του κωδικού ασφαλείας (password) μέσω της διαδικασίας «ξέχασα το password/κλείδωσα την συνδρομή μου». Εστάλη ένας μοναδικός κωδικός (SMS-OTP) στο ανωτέρω κινητό της πρώτης ενάγουσας και e-mail-OTP στην διεύθυνση που είχε δηλώσει (...@gmail.com). Το μήνυμα (sms) είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: «REQUEST FOR PASSWORD RESET ATTENTION!! DO NOT REVEAL THE CODE TO ANYONE, BY PHONE OR IN A WEB PAGE OPEND THROUGH A LINK ON EMAIL OR SMS. MY … CODE: 959775", προειδοποιώντας την ότι ζητήθηκε αλλαγή του κωδικού ασφαλείας του λογαριασμού της στο web banking και ότι δεν έπρεπε να αποκαλύψει τον κωδικό σε κανέναν, είτε στο τηλέφωνο ή σε ιστοσελίδα που άνοιξε μέσω σύνδεσμου σε μήνυμα που έχει λάβει. Για την συναλλαγή αυτή εστάλη e-mail στην ανωτέρω διεύθυνση της πρώτης ενάγουσας με θέμα: «Password change successful». Η δεύτερη ενάγουσα που έλαβε το μήνυμα στο κινητό της, έδωσε στο άγνωστο άτομο τον κωδικό που της εστάλη. Ακολούθως ο άγνωστος, με χρήση του ονόματος χρήστη (username) και του μυστικού κωδικού ασφαλείας (password), που άλλαξε με τον παραπάνω τρόπο, μπήκε στο σύστημα και πραγματοποιήθηκε «ταυτοποίηση χρήστη» την 8.4.2022 και ώρα 14:32. Η διαδικασία αυτή εγκρίθηκε από την πρώτη ενάγουσα μέσω push notification σε συσκευή που είχε ταυτοποιηθεί προηγουμένως από την ίδια. Κατόπιν ο άγνωστος την 8.4.2022 και ώρα 14:45 πραγματοποίησε «Τροποποίηση Συνδρομής-Εισαγωγή Λογαριασμών (...) # Αποθήκευση Επαφής». Ακολούθως πραγματοποιήθηκαν οι παρακάτω συναλλαγές: 1] με χρέωση του λογαριασμού … της πρώτης ενάγουσας, άμεση μεταφορά κεφαλαίου σε ευρώ και ΞΝ ποσού 29.000 ευρώ προς τον τραπεζικό λογαριασμό στην εναγόμενη τράπεζα …, με τον «…». Για την πραγματοποίηση της συναλλαγής αυτής στάλθηκε την 8.4.2022 και ώρα 14:47, κωδικός SMS-OTP στο κινητό τηλέφωνο της πρώτη ενάγουσας με το ακόλουθο περιεχόμενο: «my… Code: 418987 Transfer to Account *9072, Amount 29000,00 EUR. The OTP will remain valid for 5’», με το οποίο την ενημέρωνε ότι πραγματοποιούταν μεταφορά του ανωτέρω ποσού και της δόθηκε κωδικός για έγκριση της συναλλαγής. Η πρώτη ενάγουσα έδωσε τον κωδικό αυτό στον άγνωστο με τον οποίο συνομιλούσε, και με την εισαγωγή του από εκείνον πραγματοποιήθηκε η μεταφορά του ποσού αυτού και 2] με χρέωση του λογαριασμού … της πρώτης ενάγουσας, άμεση μεταφορά κεφαλαίου σε ευρώ και ΞΝ ποσού 8.000 ευρώ προς τον τραπεζικό λογαριασμό στην εναγόμενη τράπεζα …, με δικαιούχο τον «… … του …» Για την πραγματοποίηση της συναλλαγής αυτής στάλθηκε την 8.4.2022 και ώρα 14:52, κωδικός SMS-OTP στο κινητό τηλέφωνο της πρώτη ενάγουσας με το ακόλουθο περιεχόμενο: «my… Code: 106433 Transfer to Account *9072, Amount 8000,00 EUR. The OTP will remain valid for 5’», με το οποίο την ενημέρωνε ότι πραγματοποιούταν μεταφορά του ανωτέρω ποσού και της δόθηκε κωδικός για έγκριση της συναλλαγής. Η πρώτη ενάγουσα έδωσε τον κωδικό αυτό στον άγνωστο με τον οποίο συνομιλούσε, και με την εισαγωγή του από εκείνον πραγματοποιήθηκε η μεταφορά του ποσού αυτού. Μετά τις συναλλαγές αυτές, οι ενάγουσες, αφού τελείωσαν τις συνομιλίες τους με τον άγνωστο άντρα, υποπτεύτηκαν ότι είχαν πέσει θύματα απάτης. Η πρώτη ενάγουσα επικοινώνησε, ώρα 15:15, με το τηλεφωνικό κέντρο της εναγόμενης, αναφέροντας την επικοινωνία της με άγνωστο άτομο και ότι δεν μπορεί να συνδεθεί στην συνδρομή της, οπότε και έγινε κλείδωμα της συνδρομής και των καρτών της. Η δεύτερη ενάγουσα επικοινώνησε, ώρα 15:31, με το τηλεφωνικό κέντρο της εναγόμενης για να αναφέρει το γεγονός, οπότε και πληροφορήθηκε για την δυνατότητα αμφισβήτησης της συναλλαγής. Την 16:34 της ίδιας ημέρας εκπρόσωπος της εναγόμενης επικοινωνεί με την δεύτερη ενάγουσα στο κινητό της, για να γίνει καταγραφή των όσων συνέβησαν, ενώ στην ίδια συνομιλία επικοινωνεί και με την πρώτη ενάγουσα, που αναφέρει και τα όσα έλαβαν χώρα στην δική της περίπτωση. Την 9.4.2022 οι ενάγουσες μετέβησαν στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Ρόδου, όπου κατήγγηλαν το περιστατικό, δηλώνοντας αμφότερες ότι επιθυμούν την ποινική δίωξη του δράστη, σχηματίστηκε δε δικογραφία για το αδίκημα της απάτης, η οποία υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου, που έλαβε ΑΒΜ … Την 11.4.2022, ημέρα Δευτέρα (ήτοι την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τις ανωτέρω συναλλαγές), οι ενάγουσες μετέβησαν στο κατάστημα Ρόδου της εναγόμενης και υπέβαλαν τα από 11.4.2022 αιτήματα, με τα οποία αμφισβήτησαν την εγκυρότητα των επίμαχων συναλλαγών. Οι ενάγουσες έστειλαν προς την εναγόμενη την από 4.10.2022 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση με πρόσκληση, που επιδόθηκε την 6.10.2022 (βλ. την σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Δωδεκανήσου … … επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου αυτής), με την οποία, αφού εξέθεταν το ιστορικό για τις ανωτέρω συναλλαγές και τις ενέργειές τους, διαμαρτύρονταν για την έλλειψη απάντησης επί των από 11.4.2022 αιτημάτων αμφισβήτησης των συναλλαγών και ζητούσαν, μεταξύ άλλων, να γίνουν αυτά δεκτά και να ακυρωθούν οι συναλλαγές, να πιστωθούν στους λογαριασμούς τους τα αντίστοιχα ποσά και να τους δοθούν πλήρη στοιχεία για τους παραλήπτες των ποσών καθώς και οι IP διευθύνσεις από τις οποίες έγινε σύνδεση στο σύστημα της εναγόμενης και πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές αυτές. Η εναγόμενη απάντησε στην εξώδικη αυτή δήλωση με το από 16.2.2023 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς την πρώτη ενάγουσα, με την οποία αρνούταν την ευθύνη της για τις συναλλαγές από τον λογαριασμό της τελευταίας και ανέφερε ότι κατόπιν των ενεργειών της (της εναγόμενης) κατέστη εφικτή η επιστροφή ποσού 99,5 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε από 7.6.2022 στον … λογαριασμό της.

Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι οι ένδικες συναλλαγές στους λογαριασμούς των εναγουσών δεν έγιναν με αθέμιτη επέμβαση στα ηλεκτρονικά συστήματα της εναγόμενης. Τηρήθηκαν τα νόμιμα πρωτόκολλα ασφαλείας για τη διασφάλιση των συναλλαγών και υπήρξε ισχυρή ταυτοποίηση για την πραγματοποίησή τους, με αποστολή κωδικών μέσω μηνυμάτων και με έγκριση των συναλλαγών (push notification) στα κινητά που οι ενάγουσες είχαν δηλώσει. Σε αυτές τις ειδοποιήσεις αναφερόταν με σαφήνεια η συναλλαγή που κάθε φορά πρόκειται να πραγματοποιηθεί, αναφερόταν δε ότι δεν έπρεπε να γνωστοποιηθούν οι αναφερόμενοι κωδικοί σε κανέναν. Οι ίδιες οι ενάγουσες έδωσαν τους κωδικούς που στέλνονταν σε άγνωστο άτομο και του επέτρεψαν με τον τρόπο αυτό να μπει στο σύστημα, στους λογαριασμούς τους, και να πραγματοποιήσει συναλλαγές τις οποίες οι ίδιες ενέκριναν. Όπως αναφέρουν οι ίδιες στην προσθήκη στις προτάσεις τους στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν διάβαζαν ενδελεχώς να μηνύματα που τους στάλθηκαν, κάτι που εάν είχαν πράξει θα είχαν αντιληφθεί ότι επιχειρούνται παράνομα συναλλαγές στους λογαριασμούς τους και θα είχαν διακόψει την επικοινωνία με το άγνωστο άτομο. Η εναγόμενη δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι το πρόσωπο που συνεδέθηκε, μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων, στους λογαριασμούς των εναγουσών δεν ήταν οι ίδιες, αφού ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία ταυτοποίησης και εισάγονταν στο σύστημα οι απεσταλμένοι κωδικοί και εγκρίθηκαν οι ενέργειες του άγνωστου ατόμου. Οι μεταφορές των χρηματικών ποσών από τους λογαριασμούς των εναγουσών δεν οφείλονται σε κενό ασφάλειας στο σύστημα της εναγόμενης. Αντίθετα, οι ενάγουσες επέδειξαν αμέλεια και μάλιστα βαριά, καθώς αποκάλυψαν σε τρίτα πρόσωπα, τόσο τον κωδικό χρήστη (username) όσο και τους κωδικούς ΟΤΡ που έστελνε η τράπεζα για την ταυτοποίηση και την πραγματοποίηση συναλλαγών και ενέκριναν τις ενέργειες που αυτός έκανε στους λογαριασμούς τους (αλλαγή κωδικού ασφαλείας, αλλαγή ορίου μεταφοράς ποσών, μεταφορές ποσών σε τρίτους λογαριασμούς).

Δεν αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες έδωσαν έναν δεκαπενταψήφιο κωδικό (MyAlphaWeb), την λειτουργία του οποίου αναφέρουν ότι δεν γνώριζαν. Ισχυρίζονται οι ενάγουσες ότι ο κωδικός αυτός δεν έχει σχέση με τον κωδικό χρήστη (username) και τον κωδικό ασφαλείας (password) που υπήρχε. Όπως αποδεικνύεται, η είσοδος στο σύστημα έγινε με χρήση του κωδικού χρήστη (username) και με επαναφορά του κωδικού ασφαλείας (password). Από αυτό προκύπτει ότι ο άγνωστος πληροφορήθηκε τον κωδικό χρήστη και χρησιμοποίησε την λειτουργία «ξέχασα τον κωδικό μου» που παρέχει το σύστημα, ώστε να βάλει κωδικό ασφαλείας της επιλογής του και να μπορεί να πραγματοποιήσει τις συναλλαγές. Όπως προαναφέρθηκε, τις ενέργειες αυτές ενέκριναν οι ενάγουσες, καθώς έδωσαν στον άγνωστο τους κωδικούς ΟΤΡ που στάλθηκαν - για ταυτοποίηση - στα κινητά τους τηλέφωνα. Εάν είχε δοθεί ένας τέτοιος δεκαπενταψήφιος κωδικός (που δεν προκύπτει ότι υπήρχε στο σύστημα), ο άγνωστος δεν είχε λόγο να αλλάξει τον κωδικό ασφαλείας (password), αφού με την χρήση του θα είχε αποκτήσει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα και θα μπορούσε να κάνει συναλλαγές. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι για κάθε ενέργεια η εναγόμενη έστελνε μηνύματα ταυτοποίησης-τόσο sms όσο και email-στα μέσα (κινητό και ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) που οι ενάγουσες είχαν δηλώσει και κατείχαν, στα οποία ανέφερε συγκεκριμένα τις ενέργειες που κάθε φορά πραγματοποιούνταν και έστελνε και κωδικούς για την ολοκλήρωσή τους. Η εναγόμενη δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι το πρόσωπο που εισάγει τον κωδικό για την κάθε συναλλαγή (αλλαγή κωδικού ασφαλείας, μεταβολή ημερήσιου ορίου, μεταφορά χρηματικών ποσών) δεν ήταν οι ενάγουσες-δικαιούχοι των λογαριασμών. Για κάθε συναλλαγή έστελνε κωδικό ΟΤΡ, τον οποίο οι ενάγουσες έδιναν στον άγνωστο, παρά τις προειδοποιήσεις που συνόδευαν τον κωδικό και αντίθετα με όσα είναι κοινώς γνωστά για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές. Ο κωδικός αυτός εισαγόταν στο σύστημα και γινόταν με τον τρόπο αυτό ταυτοποίηση του χρήστη. Άλλος τρόπος να παρακολουθείται, σε πραγματικό χρόνο, η δραστηριότητα του κάθε χρήστη, ώστε να εντοπίζονται και να προλαμβάνονται συναλλαγές ασυνήθιστες σε σχέση με τις συνήθειές του δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει. Για τον λόγο αυτό άλλωστε στέλνονται ειδικοί κωδικοί, με την υπόμνηση να μην αποκαλύπτονται σε κανέναν, ώστε να γίνεται η ταυτοποίηση του χρήστη και δικαιούχου του λογαριασμού και να εξασφαλίζεται η ασφάλεια των συναλλαγών. Πέραν αυτού, όπως αποδεικνύεται, η συνομιλία της κάθε ενάγουσας με τον άγνωστο διήρκεσε για ικανό χρόνο και συγκεκριμένα για την δεύτερη ενάγουσα από ώρα 13:00 έως ώρα 13:44 (οπότε πραγματοποιήθηκε η τελευταία συναλλαγή - μεταφορά ποσού 5.100 ευρώ) και για την πρώτη ενάγουσα τουλάχιστον από ώρα 14:31 (οπότε και πραγματοποιήθηκε η πρώτη συναλλαγή - επαναφορά κωδικού ασφαλείας) έως ώρα 14:52 (οπότε και πραγματοποιήθηκε η τελευταία συναλλαγή - μεταφορά ποσού 8.000 ευρώ). Ο χρόνος αυτός είναι ικανός για να αντιληφθούν οι ενάγουσες, εάν είχαν δείξει την δέουσα επιμέλεια και είχαν διαβάσει με προσοχή τα μηνύματα που έλαβαν από την εναγόμενη, ότι ο άγνωστος τις έχει εξαπατήσει και επιχειρεί να αφαιρέσει χρήματα από τους λογαριασμούς τους, οπότε και θα διέκοπταν την επικοινωνία μαζί του και θα απευθύνονταν στην εναγόμενη για να κλειδώσουν τους λογαριασμούς και να αποκλείσουν κάθε αθέμιτη πρόσβαση σε αυτούς. Οι μεταφορές των παραπάνω ποσών έγιναν άμεσα. Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται, ο λογαριασμός της δεύτερης ενάγουσας χρεώθηκε με το ποσό των 5.100 ευρώ την 13:44:06, ενώ οι λογαριασμοί της πρώτης ενάγουσας χρεώθηκαν αντίστοιχα με ποσά 29.000 ευρώ και 8.000 ευρώ την 14:47:59 και 14:52:31. Πιστώθηκαν δε τα ποσά, όπως παραπάνω εκτίθεται, άμεσα σε λογαριασμούς τρίτων. Αφού ολοκληρώθηκε, για κάθε μεταφορά, η επιβεβαίωση της συναλλαγής με την καταχώρηση του μοναδικού κωδικού (SMS ΟΤΡ) που εστάλη στο κινητό τηλέφωνο της κάθε ενάγουσας, η εναγόμενη τράπεζα δεν είχε τη δυνατότητα να ακυρώσει τις συναλλαγές, ώστε να επιστραφούν στους λογαριασμούς τους τα ποσά. Όπως αποδεικνύεται, οι ενάγουσες αντιλήφθηκαν ότι πιθανόν υπήρξαν θύματα απάτης και επικοινώνησαν με το τηλεφωνικό κέντρο της εναγόμενης, η μεν πρώτη την 15:15, η δε δεύτερη την 15:31, δηλαδή τουλάχιστον μισή ώρα μετά την τελευταία από τις ανωτέρω συναλλαγές. Σε εκείνο το χρονικό σημείο δεν υπήρχε καμία δυνατότητα ακύρωσης των συναλλαγών. Το γεγονός ότι οι ενάγουσες δεν ήταν αυτές που εισήγαγαν τους αντίστοιχους κωδικούς για κάθε συναλλαγή, αλλά αυτό έγινε από το άγνωστο πρόσωπο που επικοινώνησε μαζί τους, δεν μεταβάλλει τις παραπάνω κρίσεις, καθώς οι ενάγουσες ήταν αυτές που παρείχαν τους κωδικούς και τα αναγκαία στοιχεία, ώστε να επιτρέψουν στο άγνωστο άτομο να προβεί στις μεταφορές των ποσών από τους λογαριασμούς τους και ενέκριναν την ταυτοποίησή του. Η εναγόμενη δεν θα μπορούσε να διαπιστώσει με οποιονδήποτε τρόπο ότι το άτομο που πληκτρολογεί κάθε κωδικό δεν είναι ο εκάστοτε δικαιούχος του λογαριασμού. Δεν είχε δηλωθεί απώλεια των κινητών τηλεφώνων των εναγουσών, στα οποία στέλνονταν οι κωδικοί, αλλά, όπως οι ίδιες αναφέρουν, αυτά βρίσκονταν στην κατοχή των εναγουσών. Επομένως, για τη διενέργεια των επίδικων συναλλαγών δεν φέρει καμία ευθύνη η εναγόμενη τράπεζα, αφού οι μεταφορές των ποσών από τους λογαριασμούς των εναγουσών διενεργήθηκαν με τη χρήση των μοναδικών κωδικών (αναγνωριστικών στοιχείων) ταυτοποίησής τους και με τη χρήση του πρόσθετου κωδικού ασφαλείας που είναι μοναδικός για κάθε συναλλαγή και απεστάλη και για την εν λόγω ταυτοποίηση στα κινητά τους τηλέφωνα, η δε εναγόμενη δεν μπορούσε να αντιληφθεί κατά το χρονικό σημείο της συναλλαγής ότι οι χρήστες (ενάγουσες) είχαν προηγουμένως γνωστοποιήσει προσωπικά τους στοιχεία σε τρίτα πρόσωπα και μάλιστα τηλεφωνικά. Κατά την ισχύουσα συναλλακτική πρακτική, η Τράπεζα παραχωρεί στον χρήστη τη χρήση των εναλλακτικών δικτύων για την εξυπηρέτηση του λογαριασμού του, ο ίδιος ο χρήστης όμως αναλαμβάνει την υποχρέωση να τηρεί κάθε μέτρο ασφαλείας ώστε οι προσωπικοί του κωδικοί να μην διαρρεύσουν σε τρίτα πρόσωπα. Η εναγόμενη δεν παρέβει τις υποχρεώσεις που είχε από την σύμβαση που είχε με τις ενάγουσες. Εκτέλεσε τις εντολές που δόθηκαν, κατόπιν της ασφαλούς ταυτοποίησης που έγινε, με την εισαγωγή των κωδικών που εστάλησαν στα κινητά τους τηλέφωνα και η χρέωση των λογαριασμών τους έγινε άμεσα. Πέρα από την υπόμνηση που υπήρχε στα μηνύματα αυτά, να μην αποκαλύπτουν ιούς κωδικούς σε τρίτα πρόσωπα, αντίστοιχες ενημερώσεις υπήρχαν και στην ιστοσελίδα της εναγόμενης. Ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι δεν είναι έμπειρες στις ηλεκτρονικές συναλλαγές δεν αποδεικνύεται βάσιμος, δεδομένου ότι είχαν συνάψει τις ανωτέρω συμβάσεις για χρήση των εναλλακτικών δικτύων (μεταξύ των οποίων και το web banking) η μεν πρώτη ενάγουσα από το 2013, η δε δεύτερη ενάγουσα από το 2019, ενώ πραγματοποιούσαν συναλλαγές τόσο μέσω υπολογιστή όσο και μέσω κινητού τηλεφώνου και συνεπώς ήταν σε θέση να αντιληφθούν τουλάχιστον τους κινδύνους που ενέχουν τέτοιες συναλλαγές και τον τρόπο για να προστατευτούν. Εξάλλου, αποτελεί νόμιμη υποχρέωση του πελάτη της τράπεζας για ορθή διαφύλαξη των στοιχείων ταυτοποίησης που του έχουν χορηγηθεί προκειμένου να κάνει χρήση των εναλλακτικών δικτύων της Τράπεζας, ώστε να μην διαρρεύσουν σε τρίτα πρόσωπα (βλ. και άρθρο 69 παρ. 2 του Ν. 4537/2018). Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι, στην επίδικη περίπτωση, ουδεμία πλημμέλεια επέδειξε η εναγόμενη όσον αφορά στις υπηρεσίες ηλεκτρονικής τραπεζικής που παρείχε στις ενάγουσες, μη στοιχειοθετούμενης, συνεπώς, ενδοσυμβατικής ευθύνης της Τράπεζας λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της προς τις τελευταίες εκ της μεταξύ τους συμβάσεως, δοθέντος ότι αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη ενήργησε, δια των προστηθέντων της, με τη δέουσα επιμέλεια για την εξακρίβωση των στοιχείων ταυτοποίησης των εναγουσών, κατά την εκτέλεση των επίδικων εντολών μεταφοράς ποσού. Εφόσον, επομένως, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συντρέχει αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης, δεν θεμελιώνεται ευθύνη της τελευταίας για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της από δόλο ή βαριά αμέλεια υπό την ιδιότητά της ως πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, ούτε επί τη βάσει των ειδικότερων διατάξεων του ν. 4537/2018, ούτε επί των γενικών διατάξεων των άρθρων 827 και 830 ΑΚ, ούτε και κατά τις διατάξεις του ν. 2251/1994, δοθέντος ότι δεν υφίσταται ούτε παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης ούτε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επικαλούμενης ζημίας των εναγουσών και της εν γένει παροχής υπηρεσιών της εναγόμενης, ενώ δεν στοιχειοθετείται ούτε αδικοπραξία, ώστε να ευθύνεται για την αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστησαν οι ενάγουσες.

Επομένως η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 37.500 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 5.600 ευρώ, ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημιά και την ηθική τους βλάβη, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της η κρινόμενη έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 §3 ΚΠολΔ, η επιστροφή στην εκκαλούσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκησή της. Ακολούθως πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων κατ' εφαρμογή του άρθρου 179 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής και τα προς επίλυση νομικά θέματα ιδιαίτερα περίπλοκα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

[13] Κατά το άρθρο 914 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά τον οποίον έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των πρόσθετων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται. Συνεπώς εάν η πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, ολικώς ή μερικώς και εκτελέσθηκε, το εφετείο, όταν δέχεται την έφεση και απορρίπτει, εν όλω ή εν μέρει την αγωγή, ως προς το εκκληθέν κεφάλαιό της, διατάσσει, μετά από αίτηση εκείνου, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Επαναφορά των πραγμάτων διατάσσεται όχι μόνο όταν η απόφαση εκτελέσθηκε αναγκαστικά αλλά και όταν εκείνος, που καταδικάσθηκε, συμμορφώθηκε εκουσίως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως, προκειμένου να αποτρέψει την εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση. Η αίτηση υποβάλλεται, όσο εκκρεμεί η κατ' έφεση δίκη, ακόμη και με τις έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος. Εάν η επαναφορά των πραγμάτων συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, αποδοτέα είναι, εκτός άλλων, το κεφάλαιο, οι τόκοι του κεφαλαίου και οι επί του αθροίσματος αυτών (κεφαλαίου και τόκοι κεφαλαίου) νόμιμοι τόκοι, μετά από αίτημα του δικαιούχου εκκαλούντος. Οι τόκοι αρχίζουν από τον χρόνο επιδόσεως στον υπόχρεο εφεσίβλητο της αποφάσεως του Εφετείου, που διατάσσει την απόδοσή τους. Πριν από την γνωστοποίηση της εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, εκτελεσθείσης εκουσίως ή αναγκαστικώς, ο εφεσίβλητος κατέχει τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή (πρωτόδικη), ως νόμιμο τίτλο. Υπερήμερος καθίσταται ο εφεσίβλητος από την γνώση της ανατροπής της αποφάσεως. Παραδεκτή είναι η αίτηση, εάν η εκτέλεση-εκουσία συμμόρφωση έγινε και προαποδεικνύεται με προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, που δεν επικυρώθηκε από το Εφετείο (ΟΛ ΑΠ 5/2001, ΑΠ 193/2023, ΑΠ 1014/2021, ΑΠ 1116/2021, ΕΚρητ 57/2024 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕΑ 693/2024 ΝΟΜΟΣ).

[14] Στην προκείμενη περίπτωση η εκκαλούσα-εναγόμενη, με την κρινόμενη έφεση και τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επικαλούμενη ότι έχει συμμορφωθεί εκουσίως με το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης, κατά την διάταξή της με την οποία κηρύχτηκε προσωρινώς εκτελεστή, καταβάλλοντας το ποσό των 15.000,00 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και το ποσό των 3.000 ευρώ στην δεύτερη ενάγουσα, ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να υποχρεωθούν οι εφεσίβλητες-ενάγουσες να της αποδώσουν τα παραπάνω ποσά που κατέβαλε σε κάθε μία σε εκτέλεση της εκκαλουμένης. Η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 914 του ΚΠολΔ. Όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα και συγκεκριμένα από την με ημερομηνία 13.5.2024 απόδειξη εξοφλήσεως, η εκκαλούσα, σε εκούσια συμμόρφωση με το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης, που κηρύχθηκε εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, προκειμένου να αποτραπεί αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της, κατέβαλε στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη το χρηματικό ποσό των 15.000€ και στην δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη το χρηματικό ποσό των 3.000€, γεγονός που δεν αμφισβητείται. Δεδομένου ότι η υπό κρίση έφεση έγινε δεκτή και η εκκαλούμενη απόφαση, δυνάμει της οποίας οι ανωτέρω ενάγουσες κατείχαν αντίστοιχα νομίμως το ανωτέρω χρηματικό ποσό, εξαφανίστηκε, η προαναφερόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και, κατά τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο [13] νομική σκέψη της παρούσας, οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες πρέπει να υποχρεωθούν να επιστρέφουν στην εναγόμενη - εκκαλούσα τα εν λόγω χρηματικά ποσά, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Ζήτημα επιδίκασης τόκων του ποσού αυτού δεν τίθεται, ελλείψει σχετικού αιτήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων Α) την από 1.7.2024 έφεση (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου έφεσης …) και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό βιβλίου καταθέσεων …) και Β] το από 30.10.2024 δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης, που έλαβε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αριθμό βιβλίου άσκησης …, κατά της 106/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου [τακτική διαδικασία].

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να επιστραφεί το παράβολο ποσού 100 ευρώ που κατατέθηκε για την άσκηση της ένδικης έφεσης, με το … e-παράβολο που αναφέρεται στην έκθεση κατάθεσης δικογράφου της έφεσης, στην καταθέσασα αυτό εκκαλούσα.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 106/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου [τακτική διαδικασία].

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση.

ΔΙΚΑΖΕΙ την από 13.7.2023 αγωγή (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως …).

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την πρώτη εφεσίβλητη να καταβάλει στην εκκαλούσα το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και την δεύτερη εφεσίβλητη να καταβάλει στην εκκαλούσα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Ρόδο σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, με παρούσα τη Γραμματέα, την 8η Απριλίου 2025.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Για τη Δημοσίευση