Top

Νομολογία - Πλήρη κείμενα


ΣτΕ 18/2026 Τμ.Δ - Πλήρες κείμενο

A- A A+    Εκτύπωση   

ΣτΕ 18/2026 Τμ.Δ - Πλήρες κείμενο

Πρόεδρος: Ηλίας Μάζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων
Εισηγήτρια: Μαγδαληνή Φασιλάκη, Πάρεδρος
Δικηγόροι: Αικατερίνη Κουτσούκη, Δήμητρα Αθανασοπούλου (πάρεδρος ΝΣΚ)

Με την υπό κρίση έφεση ζητήθηκε η εξαφάνιση της 63/2022 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακύρωσης που η εκκαλούσα είχε ασκήσει κατά: 1) της …/…/19.4.2013 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας & Θράκης, περί της ανακλήσεως της …/…/23.1.1996 (ορθή επανάληψη από 10.11.1997) απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε διαπιστωθεί η ελληνική ιθαγένεια της εκκαλούσας, 2) της …/.../…/25.5.2019 απόφασης του Διοικητή της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αλεξανδρούπολης, με την οποία ακυρώθηκε (ανακλήθηκε) το Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας της εκκαλούσας στη συνέχεια της ανάκλησης της ελληνικής ιθαγένειάς της, και 3) της …/…/…/18.6.2019 (ορθή επανάληψη από 23.7.2019) απόφασης του Αναπληρωτή Διευθυντή της ίδιας Υποδιεύθυνσης, με την οποία απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες, οι αντιρρήσεις της εκκαλούσας κατά της πράξης ακύρωσης της ταυτότητάς της. Βασική προϋπόθεση για την έκδοση δελτίου ταυτότητας τάσσεται κατά νόμο η ελληνική ιθαγένεια του ενδιαφερομένου. Σε περίπτωση επιγενόμενης ανάκλησης της διοικητικής πράξης, με την οποία διαπιστώθηκε η ελληνική ιθαγένεια ορισμένου προσώπου, το δελτίο ταυτότητάς του καθίσταται άκυρο, ακυρώνεται (ανακαλείται) δηλαδή με πράξη της αστυνομικής αρχής, εκδιδομένη υποχρεωτικώς, χωρίς να καταλείπεται στάδιο άσκησης διακριτικής ευχέρειας των ενεργούντων οργάνων. Εν προκειμένω, η επίδικη ακύρωση του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας στηρίζεται στην ανάκληση της διαπιστωτικής της ελληνικής ιθαγένειας της αιτούσας απόφασης. Δεδομένου ότι η ασκηθείσα κατά της τελευταίας αυτής πράξης αίτηση ακυρώσεως είχε απορριφθεί αμετακλήτως, η έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης ήταν υποχρεωτική για την αστυνομική αρχή. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η αιτούσα επικαλέστηκε αλυσιτελώς την 966/2018 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καθώς και την από 21.6.2018 αίτησή της για την απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας, προεχόντως διότι από τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτει, ούτε προσάπτεται, πλημμέλεια της προσβαλλόμενης πράξης, ενώ απορριπτέος κρίθηκε και ο λόγος περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης δεδομένου ότι η οικεία αστυνομική αρχή διέταξε την ακύρωση του δελτίου ταυτότητας της αιτούσας βάσει των διατάξεων της νομοθεσίας περί ταυτοτήτων, ενεργώντας κατά δεσμία αρμοδιότητα και όχι κατά διακριτική ευχέρεια, με συνέπεια η αρχή της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης να μην έχουν εν προκειμένω εφαρμογή. Ο ίδιος λόγος ακυρώσεως κρίθηκε απορριπτέος και κατά το μέρος που στρεφόταν, προβάλλοντας παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, κατά του όλου πλέγματος των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, με τις οποίες προβλέπεται, ως υποχρεωτική ενέργεια της αστυνομικής αρχής, η ακύρωση του δελτίου ταυτότητας σε περίπτωση ανάκλησης της προηγηθείσας απόφασης περί διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγένειας του ενδιαφερομένου. Και τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή, σε έλεγχο αναλογικότητας υπόκειται η εν λόγω ανακλητική απόφαση (και όχι η ακύρωση του δελτίου ταυτότητας), τόσο μάλιστα από την άποψη του εθνικού δικαίου, κατά το οποίο ελέγχεται αν η συνεπεία της ανάκλησης της πράξης διαπίστωσης της ιθαγένειας προκαλούμενη ανατροπή των βιοτικών σχέσεων που έχει αναπτύξει εν τω μεταξύ ο ενδιαφερόμενος στην Ελλάδα, σταθμιζόμενη με τους λόγους δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι επέβαλαν την ανάκληση, μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρα επαχθής, όσο και από την άποψη του διεθνούς δικαίου, και μάλιστα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, το οποίο αποδοκιμάζει την «αυθαίρετη αφαίρεση» (ανάκληση, ακύρωση κ.λπ.) της ιθαγένειας ορισμένου προσώπου. Περαιτέρω, στην περίπτωση πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια ενός μόνο κράτους μέλους και οι οποίοι, με την απώλεια της ιθαγένειας αυτής, έρχονται αντιμέτωποι με την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία απονέμει το άρθρο 20 της ΣΛΕΕ, και των συνακόλουθων δικαιωμάτων, έλκεται σε εφαρμογή, λόγω της φύσης και των συνεπειών της απώλειας της Ευρωπαϊκής ιθαγένειας, και το ενωσιακό δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή, εναπόκειται στις εθνικές αρμόδιες αρχές και στα εθνικά δικαστήρια να εξακριβώσουν αν η απώλεια της ιθαγένειας του οικείου κράτους μέλους, όταν συνεπάγεται την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν, συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας όσον αφορά τις συνέπειές της στην κατάσταση του ενδιαφερομένου και, ενδεχομένως, στην κατάσταση των μελών της οικογένειάς του από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης. Εξετάζεται συγκεκριμένα αν η απώλεια της ιθαγένειας του οικείου κράτους μέλους, οσάκις επιφέρει απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης, έχει συνέπειες που επηρεάζουν δυσανάλογα, σε σχέση με το σκοπό που επιδιώκει ο εθνικός νομοθέτης, τη φυσιολογική εξέλιξη της οικογενειακής και επαγγελματικής του ζωής, από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης. Οι συνέπειες αυτές δεν είναι δυνατόν να είναι υποθετικές ή ενδεχόμενες. Στο πλαίσιο της εν λόγω εξετάσεως της αναλογικότητας, εναπόκειται ειδικότερα στις αρμόδιες εθνικές αρχές και, ενδεχομένως, στα εθνικά δικαστήρια να βεβαιωθούν ότι μια τέτοια απώλεια της ιθαγένειας συνάδει προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη και, ιδιαίτερα, προς το δικαίωμα στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, άρθρο που πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, το οποίο αναγνωρίζεται στο άρθρο 24 § 2 του Χάρτη. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο δέχτηκε εν μέρει την έφεση.

Νομικές Διατάξεις: Άρθρα 37, 58 § 1 Π.Δ. 18/1989, 194-204 ΚΠολΔ, 20 ΣΛΕΕ, 7, 24 § 2 ΧΘΔΕΕ, 8 ΕΣΔΑ, 1 § 1, 2, 4, 6 Ν.Δ. 127/1969, 1 § 1, 3, 4 Ν. 1599/1986

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2024, με την εξής σύνθεση: Ηλίας Μάζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Βασιλική Κίντζιου, Μαρία Αθανασοπούλου, Σύμβουλοι, Μαγδαληνή Φασιλάκη, Αικατερίνη Κοντοπόδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ευδοξία Καπίρη.

Για να δικάσει την από 23 Νοεμβρίου 2022 έφεση:

της … (…) … (…) του …, κατοίκου Αλεξανδρούπολης Έβρου (…), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Αικατερίνη Κουτσούκη (Α.Μ. …), που τη διόρισε με την υπ’ αριθ. 134/2022 πράξη της η Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, λόγω ευεργετήματος πενίας,

κατά των Υπουργών: 1. Εσωτερικών, ο οποίος δεν παρέστη και 2. Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος παρέστη με τη Δήμητρα Αθανασοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της,

και κατά της υπ’ αριθ. 63/2022 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η πληρεξούσια της εκκαλούσας δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Μαγδαληνής Φασιλάκη.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε χωρίς την καταβολή παραβόλου, δεδομένου ότι με την 134/2022 απόφαση της Προέδρου του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 37 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) και 194 - 204 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182) περί του ευεργετήματος της πενίας, η εκκαλούσα απηλλάγη από τη σχετική υποχρέωση.

2. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση ζητείται η εξαφάνιση της 63/2022 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακύρωσης που η εκκαλούσα είχε ασκήσει κατά: 1) της …/…/19.4.2013 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας & Θράκης, περί της ανακλήσεως της …/…/23.1.1996 (ορθή επανάληψη από 10.11.1997) απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε διαπιστωθεί η ελληνική ιθαγένεια της εκκαλούσας, 2) της …/…/…/25.5.2019 απόφασης του Διοικητή της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αλεξανδρούπολης, με την οποία ακυρώθηκε (ανακλήθηκε) το Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας της εκκαλούσας στη συνέχεια της ανάκλησης της ελληνικής ιθαγένειάς της, και 3) της …/…/…/18.6.2019 (ορθή επανάληψη από 23.7.2019) απόφασης του Αναπληρωτή Διευθυντή της ίδιας Υποδιεύθυνσης, με την οποία απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες, οι αντιρρήσεις της εκκαλούσας κατά της πράξης ακύρωσης της ταυτότητάς της.

3. Επειδή, από την εκκαλούμενη απόφαση και τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Με την …/…/ 23.1.1996 (ορθή επανάληψη από 10.11.1997) απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης διαπιστώθηκε, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2130/1993 (Α΄ 62), ότι η εκκαλούσα είχε αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια από τη γέννησή της, ως τέκνο μητρός της οποίας ο πατέρας έγινε Έλληνας υπήκοος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 της κυρωθείσης με το ν. 4793/1930 Συμφωνίας της Άγκυρας. Ακολούθως, κατόπιν σχετικής διαταγής του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, διενεργήθηκε έλεγχος για την εξακρίβωση της γνησιότητας των δικαιολογητικών που υποβλήθηκαν από την εκκαλούσα για την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης της ελληνικής ιθαγένειάς της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν το υπ’ αριθμ. …, με ημερομηνία έκδοσης 5.12.1995, πιστοποιητικό γάμου των γονέων της και το από 30.7.1995 πιστοποιητικό γέννησης αυτής, στο οποίο ανεγράφετο ότι η μητέρα της ήταν ελληνικής εθνικότητας, εκδόθηκε δε τελικώς η πρώτη προσβαλλόμενη …/19.4.2013 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας – Θράκης, με την οποία ανακλήθηκε η προαναφερόμενη απόφαση περί της διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγένειας της εκκαλούσας, με την αιτιολογία ότι η έκδοση της απόφασης αυτής στηρίχθηκε σε μη έγκυρα πιστοποιητικά. Διοικητική προσφυγή κατά της ανακλητικής απόφασης απορρίφθηκε με την …/.../…/23.8.2013 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών, εν συνεχεία δε κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας – Θράκης και του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών η εκκαλούσα άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απορρίφθηκε με την 2125/2014 απόφασή του, έφεση δε που άσκησε κατ’ αυτής απορρίφθηκε με την 1796/2016 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επηκολούθησε, κατόπιν σχετικών εγγράφων του Υπουργείου Εσωτερικών και του Δήμου Αλεξανδρούπολης, η έκδοση της δεύτερης προσβαλλόμενης …/…/…/ 25.5.2019 απόφασης του Διοικητή της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Αλεξανδρούπολης, με την οποία ακυρώθηκε (ανακλήθηκε) το .../2.2.2013 δελτίο αστυνομικής ταυτότητας της εκκαλούσας, «λόγω ανάκλησης ελληνικής ιθαγένειας». Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα άσκησε τις από 13.6.2019 αντιρρήσεις (αίτηση θεραπείας) ενώπιον του Διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αλεξανδρούπολης, με τις οποίες υποστήριξε ότι μη νομίμως ακυρώθηκε το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την ανάκληση της ελληνικής ιθαγένειάς της, όπως εσφαλμένα έγινε δεκτό με την από 19.4.2013 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας- Θράκης, επικαλέστηκε δε α) την 966/2018 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία κηρύχθηκε αθώα για τα αδικήματα της ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης κατ’ εξακολούθηση και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης λόγω της χρήσης των προαναφερόμενων πιστοποιητικών γέννησης της ιδίας και γάμου των γονέων της, και β) το από 13.8.2013 έγγραφο- τηλεομοιοτυπικό σήμα της Interpol περί της γνησιότητας των νεότερων πιστοποιητικών (γέννησης της ιδίας και γάμου των γονέων της). Προέβαλε ακόμα ότι η αφαίρεση της ταυτότητάς της παραβιάζει το δεδικασμένο που απορρέει από την προαναφερθείσα αθωωτική απόφαση, επικουρικά δε ζήτησε την ανάκληση της ως άνω απόφασης μέχρι ότου αποφανθεί το Υπουργείο Εσωτερικών επί του …/21.6.2018 αιτήματός της για τη χορήγηση της Ελληνικής Ιθαγένειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 2790/2000 (Α΄ 24), όπως ισχύει. Οι αντιρρήσεις αυτές απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες, με την τρίτη προσβαλλόμενη …/…/…/18.6.2019 (ορθή επανάληψη …/…/.../23.7.2019) απόφαση του εν λόγω Αναπληρωτή Διευθυντή, με την αιτιολογία ότι η ακύρωση της ταυτότητας πραγματοποιήθηκε λόγω της απώλειας της ελληνικής ιθαγένειάς της, συνεπεία της οποίας η εκκαλούσα δεν δικαιούται Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας, σύμφωνα με την 3021/19/53-κγ/28.8.2014 κ.υ.α., και ότι δεν υπάρχει δυνατότητα ανάκλησης της πράξης αφαίρεσης (ακύρωσης) του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ενόσω η ανάκληση της ιθαγένειας της εκκαλούσας δεν έχει ανακληθεί από τη Διοίκηση, πολλώ δε μάλλον ενόψει της αμετάκλητης σχετικής κρίσης με την ΣτΕ 1796/2016 απόφαση. Περαιτέρω, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας, ενόψει της αφαίρεσης του επίμαχου δελτίου αστυνομικής ταυτότητας κατά δέσμια αρμοδιότητα από την Αστυνομική Αρχή, καθώς και του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης ενόψει της άσκησής του στην προκειμένη περίπτωση δια των αντιρρήσεων, με την επάλληλη αιτιολογία της έκδοσης της πράξης ανάκλησης βάσει αντικειμενικών δεδομένων και κατά δεσμία εξουσία. Εν συνεχεία, η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής αίτηση ακυρώσεως κατά των ανωτέρω, από 19.4.2013 απόφασης ανάκλησης της ελληνικής ιθαγένειάς της, από 25.5.2019 ακύρωσης (ανάκλησης) του δελτίου αστυνομικής ταυτότητάς της και από 18.6.2019 απόρριψης των αντιρρήσεών της. Η αίτηση ακυρώσεως εισήχθη τελικώς ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την 63/2022 απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη ότι κατά της …/19.4.2013, ανακλητικής της διαπίστωσης της ιθαγένειάς της, απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης η ήδη εκκαλούσα είχε ασκήσει την από 10.9.2013 αίτηση ακυρώσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 2125/2014 απορριπτική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της 1796/2016, ομοίως, απορριπτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας επί εφέσεως που άσκησε η εκκαλούσα κατ’ αυτής, απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πράξης αυτής, ως δεύτερη αίτηση ακύρωσης του ιδίου διαδίκου κατά της ιδίας πράξης. Περαιτέρω, το δικάσαν Εφετείο δίκασε και απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ακύρωσης (ανάκλησης) του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας της εκκαλούσας.

4. Επειδή, με την παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016, προστέθηκε στην παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989 το εξής εδάφιο: «Η έφεση επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Το απαράδεκτο του προηγούμενου εδαφίου καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμα και εάν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση». Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ως ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων με το εισαγωγικό δικόγραφο της έφεσης απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου των προβαλλομένων με αυτήν λόγων, νοούνται εκείνοι που αναφέρονται σε συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, αναγόμενο στην ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν από την εκκαλούμενη απόφαση και η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για την διάγνωση της υπόθεσης.

5. Επειδή, η κρίση της εκκαλουμένης με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ακυρώσεως καθ’ ο μέρος στρεφόταν κατά της από 19.4.2013 απόφασης ανάκλησης της ελληνικής ιθαγένειας, ως δεύτερη αίτηση ακύρωσης του ιδίου διαδίκου κατά της αυτής πράξης, δεν πλήσσεται με το δικόγραφο της έφεσης, με το οποίο αμφισβητείται εν γένει η εκτίμηση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς το πραγματικό της υπόθεσης. Συνεπώς, ως προς το σκέλος αυτό η κρινόμενη έφεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

6. Επειδή, περαιτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι είχε αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 15 παρ. 9 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274) για την εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως της εκκαλούσας καθ’ ο μέρος προσβλήθηκαν ενώπιόν του οι προμνησθείσες πράξεις του Διοικητή και του Αναπληρωτή Διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Αλεξανδρούπολης της Ελληνικής Αστυνομίας για την ανάκληση του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας της εκκαλούσας. Η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη, διότι η αμφισβήτηση πράξης, με την οποία η αρμόδια Αστυνομική Αρχή προβαίνει στην ανάκληση ή ακύρωση δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, ανήκει στην γενική ακυρωτική δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τούτο δε, διότι το νόμιμο έρεισμα της πράξης αυτής είναι η νομοθεσία περί δελτίων αστυνομικών ταυτοτήτων [βλ. κατωτέρω], οι εκδιδόμενες κατ’ εφαρμογήν της οποίας ατομικές πράξεις δεν έχουν υπαχθεί δια νόμου στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων -και δη αυτήν του άρθρου 15 παρ. 9 [πρώην παραγράφου 3 περίπτ. (β)] του ν. 3068/2002, όπως το άρθρο ισχύει μετά το άρθρο 57 παρ. 1 ν. 4689/2020 (Α΄ 103)-, έστω και αν τίθεται παρεμπιπτόντως το ζήτημα της ελληνικής ιθαγενείας φυσικού προσώπου. Συνεπώς, για τον λόγο αυτόν, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως κατ’ έφεση, διότι αφορά την έκταση της αρμοδιότητας του δικάσαντος δικαστηρίου (ΣτΕ 1791/2023, 630/2018, 1367/2015), η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο μέρος, και τούτο ανεξαρτήτως της συνδρομής της προϋπόθεσης παραδεκτού που προβλέπεται στο άρθρο 58 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του π.δ. 18/1989, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 και συμπληρώθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016 (Α´ 240) (πρβ. ΣτΕ Ολ. 800-1, 1360-1/2021), δεδομένου ότι η αρμοδιότητα του δικάσαντος δικαστηρίου ανάγεται σε μείζον ζήτημα δημόσιας τάξης (ΣτΕ 182, 2566-7/2022 σκ. 5). Εξάλλου, κατόπιν της αποδοχής του ως άνω αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενου λόγου έφεσης, παρέλκει ως αλυσιτελής η έρευνα των προβαλλόμενων λόγων έφεσης. Μετά δε την εν μέρει εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, το Δικαστήριο, κατά το άρθρο 64 εδάφιο δεύτερο του π.δ. 18/1989, κρατεί και δικάζει την αίτηση ακυρώσεως της αιτούσας- εκκαλούσας κατά το αντίστοιχο μέρος.

7. Επειδή, το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 127/1969, περί αποδεικτικής ισχύος των Αστυνομικών Ταυτοτήτων (Α΄ 29), όπως τροποποιήθηκε, προέβλεψε την υποχρέωση εφοδιασμού των Ελλήνων πολιτών, που κατοικούν ή διαμένουν προσωρινά στην Ελλάδα και έχουν συμπληρώσει ορισμένο όριο ηλικίας, με δελτία αστυνομικής ταυτότητας, ορίσθηκε δε στο άρθρο 2 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος ότι στα δελτία ταυτότητας γίνεται μνεία, μεταξύ άλλων, της «υπηκοότητας» του κατόχου του δελτίου (περ. 18). Περαιτέρω, το άρθρο 6 όρισε τα της ακυρώσεως του δελτίου ταυτότητας σε περίπτωση μεταβολής ορισμένων στοιχείων του. Αντίστοιχες ρυθμίσεις περιέλαβαν και οι, ήδη καταργηθείσες με το άρθρο 144 του ν. 5003/2022 (Α΄ 230), διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 1599/1986, «Σχέσεις Κράτους – πολίτη. Ταυτότητες κ.λπ.» (Α΄ 75). [Για τις σχέσεις μεταξύ των δύο νομοθετημάτων, ν.δ. 127/1969 και ν. 1599/1986, περί ταυτοτήτων, βλ. ΣτΕ Ολομ. 2280/2001 και ΣτΕ 7μελ. 2388/2019]. Εξάλλου, την ακύρωση του δελτίου ταυτότητας προβλέπει και το άρθρο 5 της εκδοθείσας κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 4 του ν.δ. 127/1969, κοινής απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Δημόσιας Τάξης 3021/19/53/14.10.2005 (Β΄ 1440), η οποία τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με την προμνησθείσα κοινή υπουργική απόφαση 3021/19/53-κγ/ 28.8.2014 (Β΄ 2331) και εξακολουθούσε να ισχύει κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλομένων πράξεων της Αστυνομικής Αρχής ενόψει των οριζομένων στο άρθρο 13 της κοινής απόφασης 8200/0-297647/ 10.4.2018 των Αναπληρωτών Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών (Β΄ 1476).

8. Επειδή, εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ως βασική προϋπόθεση για την έκδοση δελτίου ταυτότητας τάσσεται κατά νόμο η ελληνική ιθαγένεια του ενδιαφερομένου και ότι, συνακόλουθα, σε περίπτωση επιγενόμενης ανάκλησης της διοικητικής πράξης, με την οποία διαπιστώθηκε η ελληνική ιθαγένεια ορισμένου προσώπου, το δελτίο ταυτότητάς του καθίσταται άκυρο, ακυρώνεται (ανακαλείται) δηλαδή με πράξη της αστυνομικής αρχής, εκδιδομένη υποχρεωτικώς, χωρίς να καταλείπεται στάδιο άσκησης διακριτικής ευχέρειας των ενεργούντων οργάνων (πρβ. ΣτΕ 328/2022).

9. Επειδή, η …/…/…/25.5.2019 πράξη του Διοικητή της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αλεξανδρούπολης, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, συνιστάμενο στην ακύρωση του δελτίου ταυτότητας της αιτούσας ως πράξη – συνέπεια της ανάκλησης της διαπίστωσης της ιθαγένειάς της, φέρει, ενόψει των προαναφερθέντων, εκτελεστό χαρακτήρα (πρβ. ΣτΕ 328/2022) και προσβάλλεται εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς. Αντιθέτως, στερείται εκτελεστότητας η …/…/…/18.6.2019 (ορθή επανάληψη …/…/…/23.7.2019) απόφαση του Αναπληρωτή Διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Αλεξανδρούπολης της Ελληνικής Αστυνομίας, διότι η απόρριψη της αίτησης θεραπείας της ήδη αιτούσας εχώρησε χωρίς νέα κατ’ ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, αλλά ο ως άνω Διευθυντής της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας ενέμεινε, ως προς την ουσία, στα γενόμενα δεκτά με την πρώτη προσβαλλόμενη, θεωρώντας ότι αυτά δεν αναιρούνται με όσα εξέθεσε η αιτούσα στις αντιρρήσεις της (πρβ. ΣτΕ 622/2025, 725/2018 κ.ά.).

10. Επειδή, από το ιστορικό που έχει εκτεθεί ανωτέρω, προκύπτει ότι, εν προκειμένω, η επίδικη ακύρωση του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας στηρίζεται στην ανάκληση της διαπιστωτικής της ελληνικής ιθαγένειας της αιτούσας απόφασης. Δεδομένου ότι η ασκηθείσα κατά της τελευταίας αυτής πράξης αίτηση ακυρώσεως είχε απορριφθεί αμετακλήτως, η έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης ήταν υποχρεωτική για την αστυνομική αρχή, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων με την υπό κρίση αίτηση. Περαιτέρω, αλυσιτελώς επικαλείται η αιτούσα την 966/2018 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καθώς και την από 21.6.2018 αίτησή της για την απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας, προεχόντως διότι από τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτει, ούτε προσάπτεται άλλωστε, πλημμέλεια της προσβαλλόμενης πράξης, ενώ απορριπτέος παρίσταται και ο λόγος περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης δεδομένου ότι η οικεία αστυνομική αρχή διέταξε την ακύρωση του δελτίου ταυτότητας της αιτούσας βάσει των διατάξεων της νομοθεσίας περί ταυτοτήτων, ενεργώντας κατά δεσμία αρμοδιότητα και όχι κατά διακριτική ευχέρεια, με συνέπεια η αρχή της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης να μην έχουν εν προκειμένω εφαρμογή. Είναι δε ο ίδιος λόγος ακυρώσεως απορριπτέος και κατά το μέρος που στρέφεται, προβάλλοντας παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, κατά του όλου πλέγματος των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, με τις οποίες προβλέπεται, ως υποχρεωτική ενέργεια της αστυνομικής αρχής, η ακύρωση του δελτίου ταυτότητας σε περίπτωση ανάκλησης της προηγηθείσας απόφασης περί διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγένειας του ενδιαφερομένου. Και τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή, σε έλεγχο αναλογικότητας υπόκειται η εν λόγω ανακλητική απόφαση (και όχι η ακύρωση του δελτίου ταυτότητας), τόσο μάλιστα από την άποψη του εθνικού δικαίου, κατά το οποίο ελέγχεται αν η συνεπεία της ανάκλησης της πράξης διαπίστωσης της ιθαγένειας προκαλούμενη ανατροπή των βιοτικών σχέσεων που έχει αναπτύξει εν τω μεταξύ ο ενδιαφερόμενος στην Ελλάδα, σταθμιζόμενη με τους λόγους δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι επέβαλαν την ανάκληση, μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρα επαχθής (πρβλ. ΣτΕ 2204/2012), όσο και από την άποψη του διεθνούς δικαίου, και μάλιστα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, το οποίο αποδοκιμάζει την «αυθαίρετη αφαίρεση» (ανάκληση, ακύρωση κ.λπ.) της ιθαγένειας ορισμένου προσώπου (βλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις της 21.6.2016, Ramadan κατά Μάλτας, αρ. προσφυγής 76136/12, σκέψεις 84 επομ., επί του παραδεκτού της 7.2.2017, K2 κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. προσφυγής 42387/13, σκέψεις 49 έως 64, της 12.6.2018, Alpeyeva και Dzhalagoniya κατά Ρωσίας, αρ, προσφυγής 7549/09 και 33330/11, σκέψεις 107 έως 127, επί του παραδεκτού της 22.1.2019, Mansour Said Abdul Salam Mubarak κατά Δανίας, αρ. προσφυγής 74411/2016, σκέψεις 61 έως 71, της 30.1.2020, Ahmadov κατά Αζερμπαϊτζάν, αρ. προσφυγής 32538/10, σκέψεις 42 έως 55, της 25.6.2020, Ghoumid και λοιποί κατά Γαλλίας, αρ. προσφυγής 52273/16 και άλλες, σκέψεις 43 έως 52, της 22.12.2020, Usmanov κατά Ρωσίας, αρ. προσφυγής 43936/18, σκέψεις 52 έως 71, της 13.1.2022, Hashemi και λοιποί κατά Αζερμπαϊτζάν, αρ, προσφυγής 1480/16 και άλλες, σκέψεις 45 έως 58, επί του παραδεκτού της 1.2.2022, Johansen κατά Δανίας, αρ. προσφυγής 27801/19, σκέψεις 44 έως 71, και της 13.7.2023, Huseynov κατά Αζερμπαϊτζάν, αρ. προσφυγής 1/16, σκέψεις 50 έως 66). Περαιτέρω, στην περίπτωση πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια ενός μόνο κράτους μέλους και οι οποίοι, με την απώλεια της ιθαγένειας αυτής, έρχονται αντιμέτωποι με την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία απονέμει το άρθρο 20 της ΣΛΕΕ, και των συνακόλουθων δικαιωμάτων, έλκεται σε εφαρμογή, λόγω της φύσης και των συνεπειών της απώλειας της Ευρωπαϊκής ιθαγένειας, και το ενωσιακό δίκαιο (πρβλ. ΣτΕ 2246/2022). Στην περίπτωση αυτή, εναπόκειται στις εθνικές αρμόδιες αρχές και στα εθνικά δικαστήρια να εξακριβώσουν αν η απώλεια της ιθαγένειας του οικείου κράτους μέλους, όταν συνεπάγεται την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν, συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας όσον αφορά τις συνέπειές της στην κατάσταση του ενδιαφερομένου και, ενδεχομένως, στην κατάσταση των μελών της οικογένειάς του από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης. Εξετάζεται συγκεκριμένα αν η απώλεια της ιθαγένειας του οικείου κράτους μέλους, οσάκις επιφέρει απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης, έχει συνέπειες που επηρεάζουν δυσανάλογα, σε σχέση με το σκοπό που επιδιώκει ο εθνικός νομοθέτης, τη φυσιολογική εξέλιξη της οικογενειακής και επαγγελματικής του ζωής, από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης. Οι συνέπειες αυτές δεν είναι δυνατόν να είναι υποθετικές ή ενδεχόμενες. Στο πλαίσιο της εν λόγω εξετάσεως της αναλογικότητας, εναπόκειται ειδικότερα στις αρμόδιες εθνικές αρχές και, ενδεχομένως, στα εθνικά δικαστήρια να βεβαιωθούν ότι μια τέτοια απώλεια της ιθαγένειας συνάδει προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη και, ιδιαίτερα, προς το δικαίωμα στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, άρθρο που πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, το οποίο αναγνωρίζεται στο άρθρο 24 παρ. 2 του Χάρτη (ΔΕΕ, Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης, απόφαση της 12.3.2019, Tjebbes και λοιποί, C-221/17, σκέψεις 43 έως 47, βλ. και Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης, αποφάσεις της 2.3.2010, Rottmann, C-135/08, σκέψεις 55 έως 58, της 18.1.2022, Wiener Landesregierung, C-118/20, σκέψεις 58 έως 73, και της 5.9.2023, Udlændinge-og Integrationsministeriet, C-689/21, σκέψεις 38 έως 58).

11. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η αίτηση ακύρωσης, κατά το μέρος κατά το οποίο δικάζεται, πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, λόγω της εν μέρει αποδοχής της έφεσης, πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Διά ταύτα

Δέχεται εν μέρει την έφεση.

Εξαφανίζει εν μέρει, κατά το σκεπτικό, την 63/2022 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Δικάζει κατά το αντίστοιχο μέρος την αίτηση ακύρωσης και την απορρίπτει ως προς αυτό, κατά το σκεπτικό.

Απορρίπτει την έφεση κατά τα λοιπά.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2025

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος

Ηλίας Μάζος

Η Γραμματέας

Ευδοξία Καπίρη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 27ης Ιανουαρίου 2026.

Ο Πρόεδρος του Δ´ Τμήματος

Ηλίας Μάζος

Η Γραμματέας

Ευδοξία Καπίρη