Top

Αναζήτηση


Αρμενόπουλος
Περιοδικό
Αριθ. τεύχους
2
Έτος
2026
 
Περισσότερα »

Παραπομπές


Αρμενόπουλος, 2 (2026)


ΜΠρΧαλκιδικ 29/2025

Πλοήγηση στα περιεχόμενα του τεύχους +

« Προηγούμενο    

A- A A+    Εκτύπωση   

ΜΠρΧαλκιδικ 29/2025

Δικαστής: Ευστράτιος Θάνογλου
Δικηγόροι: Φώτιος Βουλγαράκης – Κωνσταντίνος Ανδριόπουλος, Γερακίνα Μπενίση – Σταύρος Φλώρος

(71, 914, 932 ΑΚ, 87, 96 Ν. 4548/2018)

Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, η αξίωση για αποκατάσταση μη περιουσιακής ζημίας είναι αδικοπρακτική (ΑΚ 914). Κατά συνέπεια, προϋποθέτει ότι στο εργατικό ατύχημα συνετέλεσε υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη.
Εάν ο εργοδότης είναι ΑΕ, η οποία δρα δια των οργάνων της, η εν λόγω ευθύνη προϋποθέτει υπαίτια και παράνομη πράξη ή παράλειψη είτε του ΔΣ που ενεργεί συλλογικά κατά την άσκηση των καθηκόντων του είτε, εάν έχει γίνει χρήση της προβλεπόμενης από το άρθρο 87 Ν. 4548/2018 δυνατότητας, του οργάνου που έχει ορισθεί ως υποκατάστατο του ΔΣ.
Τα μέλη του ΔΣ που δεν είναι εξουσιοδοτημένα με την άσκηση των εξουσιών του εν λόγω συλλογικού οργάνου διοίκησης δεν ευθύνονται ατομικά για το τυχόν πταίσμα των υποκατάστατων οργάνων, εκτός εάν βαρύνονται με υπαιτιότητα περί την εκλογή τους ή περί την εποπτεία αυτών κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί.

[…]

Με την υπό κρίση κύρια αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι ο υιός της είχε προσληφθεί από την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν κατά τον ανωτέρω χρόνο ο δεύτερος εναγόμενος, οι δε λοιποί εναγόμενοι μέλη του Δ.Σ. αυτής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως εργάτης στα πλαίσια εκτέλεσης μικροεπισκευών στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης εταιρείας στη Χαλκιδική. Ότι την 01η.07.2020 και ώρα 10:30 π.μ. μετέβη μαζί με το συνάδελφό του στο μπαλκόνι του 5ου ορόφου του κτιρίου, που λειτουργεί η εναγόμενη εταιρεία, προκειμένου να περισυλλέξουν τους τσιμεντένιους κυβόλιθους που υπήρχαν εκεί περιμετρικά του μπαλκονιού για προστασία του τεχνητού χλοοτάπητα από τον αέρα, κατά τα ειδικώς και λεπτομερώς ιστορούμενα στην αγωγή. Ότι ο υιός της, ευρισκόμενος στην άκρη του μπαλκονιού, έξω από το κιγκλίδωμα, έχασε την ισορροπία του κι έπεσε στο έδαφος από ύψος τουλάχιστον 12 μέτρων, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά. Ότι κατά τη μεταφορά του στο Γενικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, εξέπνευσε εντός του ασθενοφόρου. Ότι αποκλειστικά υπαίτιοι για το θάνατο του υιού της είναι η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, ως εργοδότρια του θανόντος, ο δεύτερος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπός της, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, και οι λοιποί εναγόμενοι, ως μέλη του τότε Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, διότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης και τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. αυτής από υπαιτιότητά τους παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας και ο δεύτερος εναγόμενος δεν φρόντισε για την τήρησή τους, ώστε να αποφευχθεί η πτώση του εργαζόμενου υιού της από την οροφή, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι ο ξαφνικός και τραγικός θάνατος του μονάκριβου υιού της, με τον οποίο διατηρούσε άριστες σχέσεις, της προκάλεσε βαθύτατο πόνο, θλίψη, οδύνη και μελαγχολία. Ότι για το λόγο αυτόν δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ζητεί: α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 200.000,00€ ως χρηματική ικανοποίησή της για την ψυχική οδύνη που υπέστη από το θάνατο του υιού της, ο οποίος προκλήθηκε από εργατικό ατύχημα εξ υπαιτιότητας των εναγομένων, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, β) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και γ) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική δαπάνη της. […]

Ειδικότερα, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται, κατά το άρθρο 71 του ΑΚ, για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν και υποχρεούται σε αποζημίωση του ζημιωθέντος, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη των οργάνων του έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί, πρέπει, δηλαδή, να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, αδιάφορα αν το όργανο ενήργησε καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του ή κατά κατάχρηση της εξουσίας του. Στην περίπτωση που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνεται και αυτό εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο, ήτοι το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη με το νομικό πρόσωπο υποχρέωση, ανεξάρτητη όμως αυτής του νομικού προσώπου. Επί ανώνυμης εταιρείας, όπως εν προκειμένω είναι η πρώτη εναγόμενη, οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρείας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη τους προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ή 919 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρεία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών κατ’ άρθρα 914, 919, 932 ΑΚ (ΑΠ 1532/2024, ΑΠ 450/2024, ΑΠ 1890/2023, ΑΠ 1839/2022). Μάλιστα, σε περίπτωση συλλογικής διοίκησης του νομικού προσώπου (άρθρο 65 ΑΚ), από τη δράση της οποίας στο πλαίσιο των άρθρων 67 και 68 ΑΚ ανέκυψε αδικοπρακτική ευθύνη του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης κάθε μέλους της διοίκησης για τη θεμελίωση υποχρέωσής του προς αποζημίωση του ζημιωθέντος από το αδίκημα – που πάντως εν προκειμένω στην υπό κρίση αγωγή εξειδικεύεται η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων αναφορικά με το ένδικο εργατικό ατύχημα, που κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν μέλη του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης – εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας– μπορεί όμως το κάθε μέλος να αμφισβητήσει, κατ’ ένσταση, την προσωπική ευθύνη του, ισχυριζόμενο ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιο για τη διάπραξη του αδικήματος (ΑΠ 1532/2024, ΑΠ 2087/2022, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 706/2020, ΑΠ 1723/2014). Στην προκείμενη λοιπόν περίπτωση, αφού γίνεται επίκληση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του νομικού προσώπου της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και αποδίδεται υπαιτιότητα για τις πράξεις και παραλείψεις των καταστατικών οργάνων της (φυσικών προσώπων), διαμέσου των οποίων ενσαρκώνεται η βούλησή της, δεν απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής η εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης καθενός από τα εναγόμενα μέλη της διοίκησης για την καταρχήν θεμελίωση της δικής τους, πέραν αυτής του νομικού προσώπου, υποχρέωσης για χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας απορρέουσας από αδικοπραξία, εναπόκειται δε στη διακριτική ευχέρεια των συγκεκριμένων εναγομένων να προτάξουν με σχετική ένστασή τους, αμυνόμενοι, κατά της αγωγής, ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιοι καθένας από αυτούς για τη διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ψυχική οδύνη της ενάγουσας (ΑΠ 2087/2022, ΑΠ 1181/2022). Επομένως, σύμφωνα με την ως άνω σκέψη του νομικού συλλογισμού, ο νόμιμος εκπρόσωπος ή το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ναι μεν δεν ευθύνεται ατομικά για τα εταιρικά χρέη, ευθύνεται, όμως, κατά τις παραπάνω διατάξεις για τις αδικοπραξίες του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (ΑΠ 1532/2024, ΑΠ 704/2017, ΑΠ 1723/2014), διότι η ευθύνη τους δεν είναι αντικειμενική, αλλά αδικοπρακτική (ΑΠ 1530/2023, ΑΠ 1519/2021). Περαιτέρω, η υπό κρίση κύρια αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68, 71, 287 εδ. α΄, 297, 299, 330 εδ. β΄, 340, 345, 346, 481 επ., 662, 914, 922, 926, 932 του ΑΚ,77, 86, 87, 96, 102, 107 του Ν. 4548/2018,68, 74, 106, 176, 180, 189§1, 191§2, 907, 908§1δ΄ και ε΄ του ΚΠολΔ, καθόσον για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν (άρθρο 922 του ΑΚ), με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, ήτοι της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης, συνεπεία της οποίας επήλθε αιτιωδώς η ζημία (ΑΠ 1636/2023, ΑΠ 1131/2023)· δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16§1 του Ν. 551/1915 (ΑΠ 769/2024), το οποίο αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται γι’ αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 835/2024, ΑΠ 769/2024, ΑΠ 684/2024, ΑΠ 220/2024). Τέτοιο πταίσμα κατά τις γενικές διατάξεις θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι “Ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία των εργαζομένων”, αφού η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερουμένης γενικής υποχρέωσης προνοίας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια τη βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου, συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κ.λπ., αδικοπραξία (ΑΠ 518/2017, ΑΠ 1116/2011). Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, από το οποίο πηγάζει υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφάλειας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 ΑΚ (ΑΠ 769/2024). […]

Με βάση τα ανωτέρω, ο θάνατος του ανωτέρω εργαζόμενου χαρακτηρίζεται ως εργατικό ατύχημα, διότι πρόκειται για βίαιο συμβάν, που συνέβη από εξωτερικά αίτια, με αφορμή και κατά τη διάρκεια της εργασίας που του ανατέθηκε από την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία δια του προστηθέντος της νομίμου εκπροσώπου της, μεταξύ των οποίων υπήρχε εξάρτηση ως προς το χρόνο και τον τόπο της παροχής της εργασίας, καθόσον αυτός (θανών) είχε ενταχθεί και ενσωματωθεί στην εν γένει εκμετάλλευση της εναγόμενης εργοδότριας εταιρείας. Σύμφωνα δε με την ως άνω αναφερόμενη υπ’ αριθ. πρωτ. … έκθεση αυτοψίας, που συνέταξε η επιθεωρήτρια ασφάλειας και υγείας στην εργασία Α. Σ. που πραγματοποίησε στις 02.07.2020 την αυτοψία και η ενάγουσα προσκομίζει με νόμιμη επίκληση, «… το ατύχημα οφείλεται σε έλλειψη μέτρων ασφάλειας και θα είχε αποφευχθεί αν είχαν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των εργαζομένων. […] Επίσης, ο θανών θα έπρεπε να ήταν εκπαιδευμένος ώστε να αναγνωρίσει τον κίνδυνο και να μην βρεθεί στο τμήμα της πλάκας που δεν καλυπτόταν από το προστατευτικό κιγκλίδωμα και υπήρχε ο κίνδυνος πτώσης. Τέλος, στο πλαίσιο των ευθυνών του ο εργοδότης είναι αυτός που λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων …». Από τη συγκριτική επισκόπηση και αξιολόγηση, ανάλυση, στάθμιση και εκτίμηση του προσκομιζόμενου με νόμιμη επίκληση επιτρεπόμενου αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι το επίδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα απάντων των εναγομένων της κύριας αγωγής και του θανατωθέντος εργαζόμενου. Ειδικότερα, η υπαίτια (αμελής) συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου, ο οποίος κατά το χρόνο του επίδικου εργατικού ατυχήματος είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της πρώτης εναγομένης εργοδότριας εταιρείας, η οποία επομένως ευθύνεται παράλληλα (άρθρο 71 ΑΚ) ως εργοδότρια και προστήσασα [καθόσον η αδικοπρακτική ευθύνη της ανώνυμης εταιρείας προϋποθέτει πράξη ή παράλειψη του Δ.Σ. που ενεργεί συλλογικώς ή του οργάνου το οποίο έχει ορισθεί νομίμως ως υποκατάστατο του Δ.Σ. και ενεργεί ατομικώς ή κάποιου περαιτέρω υποκατάστατου ή προστηθέντος υπαλλήλου ή τρίτου (ΑΠ 1530/2023, ΑΠ 1519/2021)], στον οποίον το Δ.Σ. της εναγόμενης εταιρείας είχε χορηγήσει με απόφασή του όλα τα δικαιώματα εκπροσώπησης και δέσμευσης της εναγόμενης εταιρείας (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. … ανακοίνωση καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. που η τρίτη, η τέταρτη, η πέμπτη και ο έκτος των εναγομένων προσκομίζουν με νόμιμη επίκληση), ο οποίος ενεργώντας μόνος, χωρίς τη σύμπραξη άλλου, διοικούσε, διαχειριζόταν, εκπροσωπούσε και δέσμευε απεριόριστα την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία (ΑΠ 88/2018), συνίσταται στο ότι κατά παραβίαση από αμέλεια των από τις διατάξεις των άρθρων 662 ΑΚ, 2, 4 και 7 του π.δ. 396/1994 “Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρήση από τους εργαζόμενους εξοπλισμών ατομικής προστασίας κατά την εργασία σε συμμόρφωση προς την οδηγία του Συμβουλίου 89/656/ΕΟΚ”, 10§23.5. περ. δ΄ Παράρτημα Ι και 13.1., 14.1. και 23.2. περ. δ΄ Παράρτημα ΙΙ του π.δ. 16/1996 “Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας σε χώρους εργασίας, σε συμμόρφωση με την Οδηγία 89/654/ΕΟΚ”,7§§1,5,6περ. γ΄ και δ΄ του π.δ. 17/1996 “Μέτρα ασφαλείας-υγείας εργαζομένων”, και 42§§1, 5, 6 περ. γ΄ και δ΄, 7 περ. δ΄, 8 περ. δ΄ του Ν. 3850/2010 “Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων” απορρεόντων εργοδοτικών καθηκόντων και υποχρεώσεων πρόνοιας και προστασίας της ασφάλειας και ζωής των εργαζομένων της εταιρείας, ως και εξασφάλισης ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος, παρά την ως άνω ιδιότητά του και την εκ του νόμου υποχρέωση, δεν προέβη σε ορθή εκτίμηση των κινδύνων που συνεπαγόταν η εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας, όπως όφειλε, με την προσοχή και περίσκεψη που μπορούσε να επιδείξει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος επιχειρηματίας, δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και ειδικότερα ότι, ενώ ήταν υποχρεωμένος, με βάση τις επικρατούσες συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα που επιβάλλονταν για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας του ως άνω εργαζόμενου, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, έτσι ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος πρόκλησης ατυχήματος και βλάβης στα έννομα αγαθά των εργαζομένων και κυρίως στο σπουδαιότερο αγαθό, τη ζωή τους και τη σωματική τους ακεραιότητα, και της παροχής των αναγκαίων μέσων, αλλά παρέλειψε από βαριά αμέλεια να προβεί σε ενέργειες που επιβάλλονταν ειδικώς από το νόμο, την καλή πίστη και τις αντιλήψεις και τις συγκεκριμένες επικρατούσες συνθήκες και περιστάσεις, ήτοι παρέλειψε να λάβει όλα τα απαραίτητα προστατευτικά μέτρα ασφαλείας, τα οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βάση το είδος και τη φύση της παραπάνω εργασίας που ο θανών εκτελούσε μαζί με το συνάδελφό του την ημέρα του επίδικου εργατικού ατυχήματος, ήταν επιτακτικώς επιβεβλημένα και που ενδεχομένως να καθυστερούσαν, ως ένα βαθμό, αλλά δεν τον εμπόδιζαν στην εκτέλεση της εργασίας του και ήταν ικανά να αποτρέψουν την πτώση του από την προεξοχή του εξώστη στο κενό (ΑΠ 1636/2023) και κατ’ επέκταση το θάνατό του. Οι παραλείψεις δε αυτές, αφενός μεν, συνιστούν παραβάσεις συγκεκριμένων επιτακτικών κανόνων δικαίου που προστατεύουν συγκεκριμένο συμφέρον του εργαζόμενου (θανόντος), εν προκειμένω τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητά του, και αφετέρου, συγκροτούν συμπεριφορά αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης και οι οποίες (παραλείψεις) συνδέονται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του ως άνω εργαζόμενου, υιού της ενάγουσας, αφού κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανές (πρόσφορες) να επιφέρουν το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο όντως επέφεραν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1331/2023). […]

Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι το επίδικο θανατηφόρο εργατικό ατύχημα οφείλεται και στη συγκλίνουσα υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά (ίδιον πταίσμα) των υπολοίπων μελών του Δ.Σ., ήτοι της Αντιπροέδρου – τρίτης εναγομένης και των λοιπών απλών μελών του – τέταρτης, πέμπτης και έκτου των εναγομένων, που είχαν την ιδιότητα αυτή κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, όπως σαφώς προκύπτει από την προμνημονευθείσα υπ’ αριθ. … ανακοίνωση καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ.. Ειδικότερα, αυτοί βαρύνονται με πταίσμα ως προς την εποπτεία του δεύτερου εναγόμενου, προστηθέντος από την προστήσασα πρώτη εναγόμενη εταιρεία, η οποία παράλειψη στοιχειοθετεί την ατομική ευθύνη του καθενός εξ αυτών στην πρόκληση του θανάτου του ως άνω εργαζόμενου (ΑΠ 1530/2023), αφού δεν επέδειξαν την επιμέλεια και προσοχή την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν ως μέσοι συνετοί άνθρωποι και επιχειρηματίες του ιδίου συναλλακτικού κύκλου, αλλά παρέλειψαν να ασκήσουν εποπτεία του δεύτερου εναγόμενου, στον οποίον οι ίδιοι με απόφασή τους είχαν χορηγήσει όλα τα δικαιώματα εκπροσώπησης και δέσμευσης της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, και ως εκ τούτου όφειλαν και μπορούσαν να εποπτεύουν την ορθή τήρηση των υποχρεώσεών του στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων που του είχαν αναθέσει, η οποία υποχρέωση άλλωστε απορρέει ευθέως και από το νόμο και συγκεκριμένα από τη διάταξη του άρθρου 96§1 του Ν. 4548/2018, που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο στον οποίο εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση, το οποίο ορίζει ότι «Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και κάθε τρίτο πρόσωπο, στο οποίο έχουν ανατεθεί από αυτό εξουσίες, σύμφωνα με το άρθρο 87, οφείλουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και των αρμοδιοτήτων τους να τηρούν το νόμο, το καταστατικό και τις νόμιμες αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Οφείλουν να διαχειρίζονται τις εταιρικές υποθέσεις με σκοπό την προαγωγή του εταιρικού συμφέροντος, να εποπτεύουν την εκτέλεση των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης και να ενημερώνουν τα άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου για τις εταιρικές υποθέσεις.», ενώ, εξάλλου, όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, λόγω της φύσης αυτού ως συλλογικού οργάνου, έχουν υποχρέωση να ενημερώνονται για τις εταιρικές υποθέσεις και, σε περίπτωση ανάθεσης εξουσιών του διοικητικού συμβουλίου σε άλλους συμβούλους ή τρίτους, έχουν υποχρέωση εποπτείας αυτών (ΑΠ 1308/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1/2019). Συγκεκριμένα, δεν ήλεγξαν αν ο δεύτερος εναγόμενος είχε φροντίσει να λάβει τα αναγκαία και κατάλληλα μέτρα που αναφέρθηκαν πιο πάνω και που επιβάλλονταν για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας όλων των εργαζομένων και εν προκειμένω του θανόντος, ο οποίος είχε προσληφθεί ως εργάτης προκειμένου να εκτελεί επισκευαστικές εργασίες στο κτήριο στο οποίο στεγάζεται η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, αφού, αν επέβλεπαν την ορθή τήρηση των υποχρεώσεών του, στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων που οι ίδιοι του είχαν αναθέσει με απόφασή τους, και του επεσήμαναν τον κίνδυνο που θα μπορούσε να προκληθεί από τη μη λήψη τους (πόσο μάλλον για τη συγκεκριμένη εργασία απομάκρυνσης των λίθων από το προστέγασμα, καθώς αυτή λάμβανε σταθερά κάθε χρόνο), αυτός θα είχε λάβει τα αναγκαία αυτά μέτρα και θα είχε αποφευχθεί ο θάνατος του ως άνω εργαζόμενου. Συνεπώς, συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κατά τα άνω παράνομης και υπαίτιας (αμελούς) συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος (δηλαδή του θανάσιμου τραυματισμού του εργαζόμενου). Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από όσα η μάρτυρας ανταπόδειξης κατέθεσε σχετικά με δύο από τα μέλη του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης και συγκεκριμένα για την πέμπτη και τον έκτο των εναγομένων, για τους οποίους ανέφερε ότι η σχέση τους ήταν υπαλληλική και δεν είχαν σχέση με τη συντήρηση, ενώ για τα έτερα δύο μέλη του Δ.Σ. δεν ανέφερε τίποτε σχετικό, εκ της οποίας κατάθεσης το Δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα ότι τα μέλη του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης παρέλειψαν να εποπτεύσουν τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, μολονότι ήταν υποχρεωμένοι προς τούτο από το νόμο, κατά τα ως άνω εκτεθέντα, εφόσον είχαν αναθέσει με απόφασή τους την εκπροσώπηση και διαχείριση της εταιρείας στο δεύτερο εναγόμενο και ως εκ τούτου όφειλαν να ελέγχουν την ορθή και πιστή τήρηση των υποχρεώσεών του στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων που οι ίδιοι του είχαν αναθέσει και μολονότι μάλιστα οι δύο εξ αυτών τουλάχιστον, όπως εμμέσως πλην όμως σαφώς προκύπτει από την ως άνω κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, είχαν καθημερινή φυσική παρουσία στην επιχείρηση. Κατόπιν των ανωτέρω, ο ισχυρισμός της τρίτης, τη τέταρτης, της πέμπτης και του έκτου των εναγομένων περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής τους στην προκείμενη δίκη, προς θεμελίωση του οποίου ισχυρίζονται ότι άπαντες κατά τον επίδικο χρόνο τύγχαναν απλά μέλη του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης εταιρείας, που αποτελεί, όπως υποστηρίζουν, μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση –τα οικονομικά στοιχεία όμως τους διαψεύδουν– που δεν είχαν αρμοδιότητα για τη διενέργεια οποιασδήποτε διαχειριστικής πράξης και δεν εκπροσωπούσαν ούτε δέσμευαν την εναγομένη εταιρεία, αλλά ότι την εκπροσώπησή της την είχε αναλάβει ο δεύτερος εναγόμενος, και ότι ουδεμία σχέση είχαν με την επίδικη εργασιακή σχέση ή τις συνθήκες εργασίας του θανόντος, αλλά ότι αυτός συνδεόταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας αποκλειστικά και μόνο με την πρώτη εναγόμενη εταιρεία, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του και σε κάθε περίπτωση ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων του Δ.Σ., στην περίπτωση κατανομής αρμοδιοτήτων, δεν αναιρεί την ανάγκη συλλογικής λειτουργίας του Δ.Σ. και τις εξουσίες του Δ.Σ., καθόσον η εξουσία του Δ.Σ. να ασκεί την εποπτεία και τον έλεγχο της οργάνωσης και λειτουργίας της εταιρείας υφίσταται παράλληλα με εκείνη των υποκατάστατων οργάνων της εταιρείας [ΑΠ 723/2022, ΑΠ(Ποιν) 2041/2018]. Το Δ.Σ. εξακολουθεί να είναι το βασικό διαχειριστικό και εκπροσωπευτικό όργανο της ανώνυμης εταιρείας, που πρέπει να εποπτεύει και να καθοδηγεί τους υποκατάστατους και υποχρεούται να ενημερώνεται για την πορεία των υποθέσεων, η διαχείριση των οποίων έχει ανατεθεί στους τρίτους διαχειριστές, και να τις εποπτεύει [ΑΠ 723/2022, ΑΠ(Ποιν) 2041/2018, ΑΠ 330/2006]. Συνεπώς, η ως άνω αμελής συμπεριφορά των εν λόγω εναγομένων τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο και άμεση αιτιότητα ως προς το ως άνω επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή το θανάσιμο τραυματισμό του υιού της ενάγουσας. Σημειώνεται δε ότι οι εν λόγω εναγόμενοι δεν επικαλέστηκαν με ένσταση (την οποία και έπρεπε να αποδείξουν) κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 591§1δ΄ ΚΠολΔ τρόπο, δηλαδή με συνοπτική και προφορική πρόταση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, η οποία να καταχωριστεί στα πρακτικά της δίκης, και κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 262§1 ΚΠολΔ τρόπο, δηλαδή με σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, άρα ιστορική βάση, και με αίτημα περί απαλλαγής από την ευθύνη τους, ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιοι για τη διάπραξη του αδικήματος και υπόχρεοι για την εντεύθεν ψυχική οδύνη της ενάγουσας, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 2087/2022, ΑΠ 1135/2021) (π.χ. ότι κατέβαλαν την επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία ασκώντας εποπτεία στο δεύτερο εναγόμενο με το να του επιστήσουν τον κίνδυνο και να του επισημάνουν την ανάγκη/υποχρέωση χορήγησης μέσων ατομικής προστασίας στους εργαζόμενους στους οποίους κάθε χρόνο θα ανατίθετο η εκτέλεση εργασιών που εγκυμονούσαν κινδύνους ή την ανάγκη φυσικής παρουσίας της τεχνικού ασφαλείας και επίβλεψής της κατά την εκτέλεση αυτών –πόσο μάλλον για την επίμαχη εργασία που λάμβανε χώρα σταθερά κάθε χρόνο– και ότι αυτός αδιαφόρησε). Τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που αφορούν στην ατομική ευθύνη των λοιπών (πέραν του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης εταιρείας) μελών του Δ.Σ. νομίμως λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, καθώς προέκυψαν από τις αποδείξεις και δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 92/2024, ΑΠ 1710/2023, ΑΠ 932/2023, ΑΠ 504/2023, ΑΠ 265/2023), διότι δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η παραδοχή από το Δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 311/2024, ΑΠ 472/2022, ΑΠ 315/2021, ΑΠ 1238/2019), ενώ, σε κάθε περίπτωση, όπως πιο πάνω εκτέθηκε, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης καθενός από τα εναγόμενα μέλη της διοίκησης του εναγόμενου νομικού προσώπου για τη θεμελίωση της δικής τους, πέραν αυτής του νομικού προσώπου, υποχρέωσης για χρηματική ικανοποίηση από αδικοπραξία, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των συγκεκριμένων εναγομένων να προτάξουν με σχετική ένστασή τους, αμυνόμενοι, κατά της αγωγής, ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιοι καθένας από αυτούς για τη διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ψυχική οδύνη της ενάγουσας. Εξ ετέρου, το Δικαστήριο, εφόσον στην προκείμενη δίκη ενάγονται περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, δεν δύναται να προσδιορίσει με την παρούσα απόφασή του το βαθμό συμμετοχής τους στο επίδικο εργατικό ατύχημα, αλλά αυτό θα κριθεί στο πλαίσιο της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνόμενων που τυχόν ανοιχθεί (ΑΠ 621/2024, ΑΠ 802/2023). […]

Το Δικαστήριο […] έκρινε ότι για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που η ενάγουσα υπέστη και η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την αδικοπρακτική συμπεριφορά των κυρίως εναγομένων πρέπει οι κυρίως εναγόμενοι να υποχρεωθούν να καταβάλουν σε αυτήν εις ολόκληρον το ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00€), που μετά από στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων σύμφωνα και με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, κρίνεται εύλογο και δίκαιο (άρθρο 932 ΑΚ) και ικανό (συμβολικό, σύμφωνα με το σκοπό του) να αμβλύνει τα δυσάρεστα συναισθήματα που προκάλεσε στην ενάγουσα ο θάνατος του ως άνω προσφιλούς προσώπου της, χωρίς υποβάθμιση της απαξίας της, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί, ούτε υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, ούτε κλονίζει σοβαρά την οικονομική και επιχειρηματική οντότητα της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας. […] Επιπλέον, το Δικαστήριο κήρυξε την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή μόνο για το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00€) και καταδίκασε τους εναγόμενους της κύριας αγωγής σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας της κύριας αγωγής, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εννιακοσίων σαράντα ευρώ (1.940,00€), καταβλητέο από τον καθένα εις ολόκληρον.

[Βλ. σχετικά Ειδικό Θέμα «Η υποχρέωση των μελών ΔΣ για εποπτεία του διευθύνοντος συμβούλου ανώνυμης εταιρείας και η αδικοπρακτική τους ευθύνη έναντι τρίτων», σελ. 192]