Top

Αναζήτηση


Lex&Forum
Περιοδικό
Αριθ. τεύχους
4
Έτος
2024
 
Περισσότερα »

Παραπομπές


Lex&Forum, 4 (2024)


ΜΠρΑθ 9609/2024 - σχόλιο: Δ. Σταματιάδης

Πλοήγηση στα περιεχόμενα του τεύχους +

« Προηγούμενο     Επόμενο »

A- A A+    Εκτύπωση   

ΜΠρΑθ 9609/2024

Δικαστής: Ε. Πυργάκη

Νομοθετικές διατάξεις: άρθρα 3 §§ 1 και 2 Καν. 593/2008 (Ρώμη Ι), 291 και 292 § 1 ΑΚ, 6 § 1 ν. 5422/1932

Εφαρμοστέο δίκαιο σε συμβάσεις δανείου που καταρτίσθηκαν προφορικά στο Ηνωμένο Βασίλειο. Συμφωνία επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου κατά το άρθ. 3 § 1 Κανονισμού Ρώμη Ι. Η επιλογή πρέπει να γίνεται ρητώς ή να συνάγεται σαφώς από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης, ενώ χρονικά μπορεί να λάβει χώρα έως και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο, με την επίκληση από τους διαδίκους των διατάξεων ορισμένου δικαίου (εν επιδικία μετασυμβατικός καθορισμός του εφαρμοστέου δικαίου).

1. Κατά το άρθ. 25 εδ. α ΑΚ: «Οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη». Εξάλλου, κατά την § 1 του άρθ. 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17ης Ιουνίου 2008 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι)», ο οποίος εφαρμόζεται για τις συμβάσεις που συνάπτονται μετά τις 17.12.2009 (άρθ. 28 του Κανονισμού), αποτελεί έκτοτε εσωτερικό δίκαιο και επικρατεί του άρθρου 25 του ΑΚ: «Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Η επιλογή πρέπει να γίνεται ρητώς ή και να συνάγεται σαφώς από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης …», ενώ κατά την § 2 του ιδίου άρθρου «Τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν οποτεδήποτε την υπαγωγή της σύμβασης σε δίκαιο άλλο από εκείνο που τη διείπε προηγουμένως, είτε δυνάμει προηγούμενης επιλογής κατά το παρόν άρθρο είτε δυνάμει άλλων διατάξεων του παρόντος κανονισμού. Κάθε μεταβολή του εφαρμοστέου δικαίου που γίνεται μετά τη σύναψη της σύμβασης δεν θίγει, κατά το άρθ. 11, το τυπικό κύρος της σύμβασης ούτε επηρεάζει αρνητικά δικαιώματα των τρίτων». Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι αναγνωρίζεται ο μετασυμβατικός καθορισμός του εφαρμοστέου σε μια ενοχική δικαιοπραξία δικαίου, ακόμη και «εν επιδικία», ρητώς ή σιωπηρώς. Ρητώς, αν οι συμβαλλόμενοι ορίσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το δίκαιο που θέλουν να διέπει τη συγκεκριμένη σύμβαση που έχουν καταρτίσει, σιωπηρώς δε αναφερόμενοι στις διατάξεις ενός δικαίου, έτσι ώστε να συνάγεται ευκρινώς η βούλησή τους στο να θεωρηθεί το δίκαιο αυτό εφαρμοστέο στη σύμβασή τους (ΑΠ 1115/2015, ΕΕΔ 1-2/2016, σ. 124-134· ΑΠ 1383/2008, ˂www.areiospagos.gr˃· ΕφΠειρ 228/2021, ΕφΠειρ 485/2020, ΜΕφΠειρ 600/2019, ˂www.efeteio-peir.gr˃· ΕφΘεσ 1360/2018, με σχόλιο Α. Άνθιμου, Αρμ 8/2019. 1043-1046· Ε. Βασιλακάκης/Α. Γραμματικάκη-Αλεξίου/Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο6, 2017, σ. 309).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 291 και 292 § 1 του ΑΚ, καθώς και από τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 του ν. 5422/1932, που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι, όταν συνομολογήθηκε νόμιμα οφειλή σε ξένο νόμισμα, που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης υποχρεούται να την καταβάλει και ο δανειστής δικαιούται να την ζητήσει από 1.1.2001 μόνο σε ευρώ (μετά την αντικατάσταση της δραχμής ως εθνικού νομίσματος με το κοινό αυτό ευρωπαϊκό νόμισμα, σύμφωνα με το άρθρο 1 ν. 2842/2000), με τη συναλλαγματική ισοτιμία αυτού (ευρώ) προς το αλλοδαπό νόμισμα κατά την ημέρα της εξόφλησης όχι δε και κατά τον χρόνο της λήξης ή κάποιον άλλο χρόνο. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται στις αξιώσεις που στηρίζονται απευθείας στο νόμο και στις έγκυρες συμβατικές οφειλές σε ξένο νόμισμα. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι όταν συνομολογήθηκε νόμιμα οφειλή σε ξένο νόμισμα, ο δανειστής ενασκώντας με την αγωγή την αξίωσή του, μπορεί να ζητήσει να του καταβληθεί το ισάξιο σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα της πληρωμής, χωρίς να έχει υποχρέωση να καθορίσει την ισοτιμία κατά τον χρόνο αυτόν, που του είναι άλλωστε άγνωστη. Αντίστοιχα και το δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της αγωγής και την επιδίκαση της απαίτησης, δεν διατάσσει απόδειξη για την ισοτιμία, αλλά υποχρεώνει τον οφειλέτη να καταβάλει στο δανειστή το σε ευρώ ισάξιο του ξένου νομίσματος με βάση την τρέχουσα τιμή τούτου στον τόπο και κατά την ημέρα της πραγματικής πληρωμής, που γίνεται προς εξόφληση της οφειλής, είτε εκουσίως είτε κατόπιν αναγκαστικής εκτέλεσης του, αφορώντος την σε αλλοδαπό νόμισμα οφειλή, εκτελεστού τίτλου, η δε με τον τρόπο αυτό προσδιοριζόμενη απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη και εγκύρως χωρεί γι’ αυτή αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 208/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 497/2021, ΑΠ 885/2019, ΑΠ 537/2016, ˂www.areiospagos.gr˃).

3. Με την υπό κρίση αγωγή, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της, ο ενάγων εκθέτει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: το έτος 2015, ο ενάγων, μόνιμος κάτοικος Αγγλίας, συνήψε με την εναγομένη, προσωρινά διαμένουσα τότε επίσης στην Αγγλία, συναισθηματικό δεσμό, ο οποίος έληξε τα τέλη του έτους 2017. Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους, κατόπιν προφορικών συμφωνιών, ο ενάγων μεταβίβασε σε εκείνη κατά κυριότητα τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 29.322,68 £ (λιρών Αγγλίας), άτοκα, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει σε ανακαίνιση οριζοντίων ιδιοκτησιών της στην Αίγινα, με τη συμφωνία να τα επιστρέψει κατά την εκάστοτε ισοτιμία σε ευρώ, με την περάτωση των σχετικών εργασιών ανακαίνισης, από τα έσοδα που θα αποκόμιζε από την εκμίσθωση αυτών σε τρίτους. Η εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε στην ως άνω υποχρέωσή της και σε σχετική επικοινωνία των μερών, ο ενάγων συμφώνησε την εν μέρει άφεση του χρέους της, κατά το ποσό των 1.322,68 αγγλικών λιρών, το δε υπόλοιπο (των 28.000 £) συμφώνησαν να καταβληθεί σε δόσεις. Πλην όμως, επειδή η εναγομένη κατέβαλε σε δόσεις μόνο το ποσό των 1.500 £ εκ των 28.000 £, ο ενάγων της επέδωσε στις 11.1.2021 σχετική εξώδικη όχληση-καταγγελία, διά της οποίας κατήγγειλε τις επιμέρους καταρτισθείσες συμβάσεις δανείου, αορίστου διάρκειας, καλώντας την ταυτόχρονα να του καταβάλει το υπολειπόμενο χρηματικό ποσό ύψους 26.500 £, εντός χρονικού διαστήματος δέκα (10) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενος ότι μετά την επίδοση της παραπάνω εξώδικης καταγγελίας η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 500 £, ο ενάγων ζητά: 1) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 26.000 £, με την τρέχουσα κατά τον χρόνο της πληρωμής ισοτιμία ευρώ - αγγλικής λίρας, νομιμοτόκως από την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από την επίδοση της εξώδικης καταγγελίας, ήτοι από τις 22.1.2021, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, 2) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και 3) να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα.

4. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, η οποία για το υποστατό της έχει επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγομένη [βλ. την υπ’ αριθ. (…) έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιά (…)], εισάγεται παραδεκτά για να συζητηθεί κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία [άρθρο 4 § 1 Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 «Για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές - εμπορικές υποθέσεις», βλ. και Π. Αρβανιτάκη/Ε. Βασιλακάκη (-Δ. Κράνη), Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 – Κανονισμός Βρυξέλλες Ια, 2020, άρθ. 4, σ. 65-69] και είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθ. 14 §§ 2, 22 ΚΠολΔ) για την εκδίκασή της· για το παραδεκτό δε της συζήτησης της αγωγής προσκομίσθηκε η από 10.4.2021 έγγραφη ενημέρωση του ενάγοντος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής επίλυσης της υπό κρίση διαφοράς, καθώς και το από 3.9.2021 πρακτικό περάτωσης υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας, σύμφωνα με το άρθρο 7 § 4 ν. 4640/2019. Ακολούθως, ενόψει του ότι εισάγεται προς διάγνωση ιδιωτική διαφορά από διεθνή έννομη σχέση, δηλαδή σχέση με στοιχεία αλλοδαπότητας, τίθεται θέμα εφαρμοστέου δικαίου που διέπει την επίδικη διαφορά. Ειδικότερα, με την αγωγή εισάγεται προς διάγνωση αξίωση τoυ ενάγοντος απορρέουσα από την ανώμαλη εξέλιξη της καταρτισθείσας με την εναγομένη σύμβασης δανείου, η οποία διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, καθορισθέν μετασυμβατικά ως εφαρμοστέο [άρθρο 3 του εφαρμοζόμενου εν προκειμένω Κανονισμού (ΕΕ) 593/2008, λόγω του χρόνου κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων δανείων μετά τις 17.12.2009], τούτο δε διότι ο ενάγων στην αγωγή επικαλείται ως εφαρμοστέες τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, η δε εναγομένη δεν αμφισβήτησε την εφαρμογή αυτών, με αποτέλεσμα να συνάγεται ευκρινώς η βούληση αμφοτέρων των συμβαλλόμενων μερών για υπαγωγή της σύμβασης στο ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο [βλ. νομική σκέψη (1) της παρούσας]. Περαιτέρω, η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 291, 292, 341, 345, 346, 806, 807 ΑΚ, 176, 191, 907, 908 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. …7 ηλεκτρονικό παράβολο σε συνδυασμό με την από 6.9.2021 απόδειξη πληρωμής της Τράπεζας …).

5. Aπό το σύνολο όλων ανεξαιρέτως των νομίμως επικαλούμενων και προσκομιζόμενων εγγράφων, τα οποία εκτιμώνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μη λαμβανομένων υπόψη των προσκομισθεισών μετ’ επικλήσεως από την εναγομένη με αριθμό …7, …8, …9/15.7.2021 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της συμβολαιογράφου Αίγινας […], διότι η κλήτευση του ενάγοντος δεν έγινε νομότυπα, καθώς στην επιδοθείσα από 2.7.2021 κλήση στον αντίκλητο δικηγόρο του ενάγοντος, δυνάμει της υπ’ αριθ. […] έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης […], δεν έγινε σαφής και συγκεκριμένος προσδιορισμός του χρόνου της εξέτασης του κάθε μάρτυρα, δεδομένου ότι αναφέρεται ότι αυτοί [τρεις (3) σε αριθμό μάρτυρες] θα εξεταστούν «ενώπιον της συμβολαιογράφου Αιγίνης […], οδός […], Αίγινα, την 15.7.2021, ημέρα Πέμπτη και ώρα 13.00», με αποτέλεσμα να μην παρέχεται στον ενάγοντα η δυνατότητα να παρασταθεί κατά την εξέταση αυτών [καθώς αναγράφηκε μία ώρα, αν και επρόκειτο να εξετασθούν τρεις (3) μάρτυρες], μη πληρουμένης της απαιτούμενης από το άρθρο 422 περ. γ του ΚΠολΔ προϋπόθεσης περί μνείας στην κλήση της ώρας που θα δοθεί εκάστη ένορκη βεβαίωση, και ως εκ τούτου οι δοθείσες, παρά την έλλειψη αυτή, ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, κατά τις οποίες και δεν παραστάθηκε ο ενάγων είναι ανύπαρκτες ως αποδεικτικό μέσο και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη [ΑΠ 580/2016, ΑΠ 1321/2014, ˂www.areiospagos.gr˃· ΕφΠειρ 728/2022, ΕφΠειρ 60/2022, ˂www.efeteio-peir.gr˃· X. Απαλαγάκη/Σ. Σταματόπουλος (-Γιαννόπουλος), Ο Νέος ΚΠολΔ – Ερμηνεία κατ΄ άρθρο μετά τους ν. 4842 & 4855/2021 2022, Τόμος Ι, άρθρα 1-494, άρθρο 422, σ. 7], σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το έτος 2015 ο ενάγων, μόνιμος κάτοικος Αγγλίας συνήψε με την εναγομένη, προσωρινά διαμένουσα τότε και εκείνη στην Αγγλία, συναισθηματικό δεσμό. Η εναγομένη ήταν τότε συγκυρία κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου μετ’ οικοδομής στην Αίγινα, το υπόλοιπο δε ποσοστό 6/8 της συγκυριότητας αυτού ανήκε στις κόρες της, […] και […]. Έχοντας πρόθεση να προβεί σε σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών επί της ως άνω οικοδομής και εν συνεχεία στην ανακαίνιση αυτών, προκειμένου, ακολούθως, να τις εκμισθώσει σε τρίτους, η εναγομένη, ήδη από τις αρχές της σχέσης της με τον ενάγοντα, ζήτησε από αυτόν να της δανείσει κάποια χρηματικά ποσά, καθόσον η ίδια αδυνατούσε να καλύψει το σύνολο των αναγκαίων εξόδων. Πράγματι, τα δύο μέρη συμφώνησαν την 1η.7.2015 όπως ο ενάγων μεταβιβάσει στην εναγομένη κατά κυριότητα το ποσό των 5.000 £ άτοκα, με την υποχρέωση επιστροφής αυτού κατά την εκάστοτε ισοτιμία σε ευρώ, με την περάτωση των σχετικών εργασιών ανακαίνισης, από τα έσοδα που θα είχε αποκομίσει η εναγομένη εντωμεταξύ από την εκμίσθωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών σε τρίτους. Αμέσως μετά τη μεταβίβαση του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού, η εναγομένη του ζήτησε εκ νέου να της δανείσει επιπλέον χρήματα, αναγκαία για την εξυπηρέτηση του ιδίου ως άνω σκοπού. Πράγματι, ο ενάγων της χορήγησε πρόσθετο άτοκο δάνειο, συνολικού ύψους 12.500 £, με διαδοχικές μεταφορές στον τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε εκείνη στην τράπεζα “L. Bank”, με την ίδια ως άνω συμφωνία για την υποχρέωση επιστροφής του, και συγκεκριμένα της δάνεισε: α) στις 25.9.2015 το ποσό των 3.000 £, στις 5.12.2015 το ποσό των 2.000 £, στις 20.1.2016 το ποσό των 2.000 £, στις 28.4.2016 το ποσό των 2.000 £, στις 28.5.2016 το ποσό των 1.000 £, στις 28.11.2016 το ποσό των 2.000 £ και στις 20.2.2017 το ποσό των 500 £. Συνολικά λοιπόν, ο ενάγων μεταβίβασε στην εναγομένη κατά κυριότητα, λόγω δανείου, το συνολικό ποσό των (5.000 + 3.000 + 2.000 + 2.000 + 2.000 + 1.000 + 2.000 + 500) 17.500 £. Η εναγομένη δεν αμφισβητεί τη μεταφορά των ποσών αυτών. Περαιτέρω, ομολογεί ότι έλαβε πράγματι δάνειο από τον ενάγοντα, ανερχόμενο όμως στο ύψος των 2.000 £, το οποίο έχει ήδη εξοφλήσει˙ επιπρόσθετα δε, ως προς το λοιπό χρηματικό ποσό των 15.500 £, αμφισβητεί την αιτία της μεταφοράς στον τραπεζικό της λογαριασμό, ισχυριζόμενη ότι τούτο δεν αποτελούσε δάνειο, αλλά «αποζημίωση» για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον ενάγοντα ως φροντίστριά του. Ειδικότερα, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι πριν γνωρίσει τον ενάγοντα, περί τις αρχές του έτους 2013 που μετέβη στο Λονδίνο, ξεκίνησε να εργάζεται ως βοηθός-φροντίστρια μίας ηλικιωμένης κυρίας, ονόματι […], λαμβάνοντας μηνιαία «αποζημίωση» ύψους 1.700 £, ενώ και μετά τη λήξη της σχέσης της με τον ενάγοντα, τον Σεπτέμβριο του έτους 2017 έκανε την ίδια εργασία, ήτοι φρόντιζε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι στο Λονδίνο. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι λίγους μήνες μετά τη γνωριμία της με τον ενάγοντα εκείνος της πρότεινε να σταματήσει να εργάζεται για την προαναφερόμενη κυρία και αντ’ αυτής να φροντίζει εκείνον, έναντι ισόποσης μηνιαίας αποζημίωσης, ήτοι αυτής των 1.700 £, ποσό όμως, που κατά τη διάρκεια της σχέσης τους δεν της κατέβαλε (μέσω μεταφοράς εμβάσματος στον τραπεζικό της λογαριασμό) σε σταθερή μηνιαία βάση, αλλά, σποραδικά, και σε πολύ μικρότερα χρηματικά ποσά σε σχέση με το συμφωνηθέν και ότι συνακόλουθα, στην πραγματικότητα το ποσό των 15.500 £ (εκ των 17.500 £) που ζητεί ο ενάγων ως δάνειο, αποτελεί κατ’ ουσίαν αμοιβή για την παροχή υπηρεσιών της ως βοηθού-περιποιήτριας του ενάγοντος. Επί των ισχυρισμών αυτών της εναγομένης, λεκτέα τα ακόλουθα: Κατ’ αρχάς, πράγματι η εναγομένη, τόσο πριν από την έναρξη της σχέσης της με τον ενάγοντα, όσο και μετά και μετά τη λήξη αυτής, απασχολούνταν ως βοηθός-περιποιήτρια ηλικιωμένων. Ο ισχυρισμός της όμως ότι το ποσό των 15.500 £ (εκ των 17.500 £) αποτελεί στην ουσία αμοιβή της για τις συνολικά παρεχόμενες στον ενάγοντα υπηρεσίες της κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2015 έως και τον Σεπτέμβριο του έτους 2017 δεν κρίνεται πειστικός, δεδομένου –κυρίως– ότι κατά την ίδια χρονική περίοδο, όπως και η ίδια ομολογεί, οι διάδικοι ήταν ζευγάρι και συζούσαν στην οικία του ενάγοντος. Εξάλλου, πέραν τούτου, οι καταβολές των χρηματικών ποσών, μέσω μεταφοράς στον τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης, δεν ήταν ούτε ισόποσες ούτε περιοδικές, γεγονός που δεν προσιδιάζει σε καταβολή αμοιβής. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται έτι περαιτέρω από το ότι στην από 3.3.2021 εξώδικη δήλωση που επέδωσε η εναγομένη στον ενάγοντα ουδέν ανέφερε σχετικά με το ότι τα καταβληθέντα στον τραπεζικό της λογαριασμό ποσά αφορούσαν αμοιβές της για την παροχή υπηρεσιών της προς τον ενάγοντα, παρά μόνο εξέθεσε ότι εκτός του ποσού των 2.000 £, τα υπόλοιπα προς αυτήν εμβάσματα «αναλώθηκαν κατά τη συμβίωσή τους και ένεκα αυτής σε πολυτελή ζωή και διασκεδάσεις και δεν αποτελούν δάνειο …». Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, τόσο το αρχικώς καταβληθέν στην εναγομένη ποσό των 5.000 £ όσο και το μεταγενέστερο, τμηματικώς καταβληθέν, ποσό των 12.500 £ αποτελούσαν άτοκα δάνεια από τον ενάγοντα προς εκείνη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης, καθώς και της προβαλλόμενης διά των προτάσεών της ένστασης συμψηφισμού των ένδικων αξιώσεων με ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της ποσού 45.900 £ από την παροχή υπηρεσιών της στον ενάγοντα ως βοηθού-περιποιήτριάς του για το χρονικό διάστημα Ιουλίου 2015-Σεπτεμβρίου 2017, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, αναφορικά με τα λοιπά ποσά που επικαλείται ο ενάγων ότι δάνεισε στην εναγομένη, δεν αποδεικνύεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι αυτά συνιστούσαν πράγματι δάνειο προς εκείνη. Συγκεκριμένα, ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του ότι: α) προέβη σε διαδοχικές αναλήψεις χρηματικών ποσών συνολικού ύψους 10.686,99 £, από τις 28.10.2015 έως και τις 7.9.2016, τα οποία μετά την ανάληψη αυτών, δάνειζε στην εναγομένη και β) στις 9.11.2015, 24.11.2015 και 1.7.2016 πλήρωσε, αντίστοιχα, τα ποσά των 151,23 £, 421,10 £ και 563,36 £, ήτοι συνολικά το ποσό των 1.135,69 £ για οικιακό εξοπλισμό της οικίας της εναγομένης στην Αίγινα, το οποίο επίσης συνιστούσε δάνειο προς εκείνη. Πλην όμως, αφενός οι αναλήψεις αυτές καθ’ εαυτές των ως άνω χρηματικών ποσών από τον τραπεζικό του λογαριασμό –μη συνοδευόμενες από άλλα αποδεικτικά στοιχεία– δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι εν συνεχεία τα σχετικά ποσά δανείστηκαν στην εναγομένη, με δεδομένο ότι εκείνη αρνείται τούτο και ο ενάγων έχει το σχετικό βάρος απόδειξης τούτου. Συναφώς, αναφορικά με την πληρωμή από τον ενάγοντα οικιακού εξοπλισμού αξίας 1.135,69 £ για την οικία της εναγομένης, επίσης δεν αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι πράγματι αυτό συνιστούσε δάνειο προς εκείνη, τούτο δε λαμβάνοντας ιδίως υπόψη και τη συντροφική σχέση που τους συνέδεε τότε και το γεγονός ότι και ο ενάγων, όταν βρισκόταν στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της σχέσης τους, διέμενε τακτικά στην οικία της εναγομένης στην Αίγινα. Επομένως, μη αποδεικνυόμενης της κατάρτισης σύμβασης δανείου για το ποσό των (10.686,99 + 1.135,69) 11.822,68 £, η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη ως προς αυτό. Περαιτέρω, μετά τη λήξη της σχέσης τους, και δη τον Ιανουάριο του έτους 2018, ο ενάγων κάλεσε την εναγομένη όπως του καταβάλει ό,τι της έχει δανείσει, πλην όμως εκείνη του κατέβαλε μόνο το ποσό των 1.500 £ [σε τρεις (3) δόσεις]. Ακολούθως, ο ενάγων της επέδωσε στις 11.1.2021 σχετική εξώδικη όχληση-καταγγελία, διά της οποίας κατήγγειλε τις καταρτισθείσες συμβάσεις δανείου, καλώντας την ταυτόχρονα να του καταβάλει το υπολειπόμενο χρηματικό ποσό (το οποίο εκείνος προσδιόριζε στο ύψος των 26.500 £), εντός χρονικού διαστήματος δέκα (10) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας. Μετά την επίδοση αυτής, και συγκεκριμένα στις 30.3.2021 η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα (μέσω του πληρεξουσίου του δικηγόρου) επιπλέον το ποσό των 500 £, όπως ομολογεί και ο ενάγων στο αγωγικό δικόγραφο. Συνεπώς, από το οφειλόμενο –και ήδη ληξιπρόθεσμο, μετά την παρέλευση της προαναφερόμενης προθεσμίας από την καταγγελία– ποσό των 17.500 £ πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των (1.500 + 500) 2.000 £, που εξόφλησε η εναγομένη εξώδικα, με αποτέλεσμα η οφειλή της προς τον ενάγοντα από τις παραπάνω συμβάσεις δανείου να ανέρχεται στο ύψος των (17.500 − 2.000) 15.500 £.

6. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το σε ευρώ ισάξιο ποσό των 15.500 λιρών Αγγλίας, με βάση την τρέχουσα τιμή στον τόπο και κατά την ημέρα της πραγματικής πληρωμής, νομιμοτόκως από την παρέλευση της ταχθείσας με την εξώδικη όχληση δεκαήμερης προθεσμίας, και δη από τις 22.1.2021 και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Περαιτέρω, η παρούσα απόφαση πρέπει να κηρυχθεί κατά ένα μέρος προσωρινά εκτελεστή, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατόν να επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα (άρθρo 908 § 1 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ τους ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας τους και πρέπει να καταδικαστεί η εναγομένη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 106, 176, 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

I. Η εξεταζόμενη απόφαση αφορά συμβάσεις δανείου οι οποίες, βάσει των εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών, καταρτίσθηκαν προφορικά στην Αγγλία μεταξύ του ενάγοντος (μονίμου κατοίκου του Ηνωμένου Βασιλείου) και της εναγόμενης (τότε προσωρινώς διαμένουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο με κύρια κατοικία στην Ελλάδα). Η αγωγή ασκήθηκε ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων και ειδικότερα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο διαθέτει διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγόμενου (άρθ. 4 § 1 ΚανΒρ Iα) και είναι επιπλέον καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκασή της κατά τις διατάξεις των άρθ. 14 §§ 2 και 22 ΚΠολΔ.

Έχοντας απαντήσει θετικά στο πρώτο μεθοδολογικά ερώτημα της θεμελίωσης διεθνούς δικαιοδοσίας επί της συγκεκριμένης ιδιωτικής διεθνούς έννομης σχέσης το Δικαστήριο προχώρησε, κατόπιν του αναγκαίου νομικού χαρακτηρισμού, στην ανεύρεση του εφαρμοστέου δικαίου επικαλούμενο ορθά τον Κανονισμό Ρώμη Ι (στο εξής: ΚανΡ Ι), καθόσον η σύναψη των δανείων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών έλαβε χώρα μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω Κανονισμού (17.12.2009) και αφορά έννομη σχέση υπαγόμενη στο πεδίο εφαρμογής του (άρθ. 1).

ΙΙ. Στον γενικό κανόνα του άρθ. 3 § 1 ΚανΡ Ι ενσωματώνεται η αρχή της αυτονομίας της βούλησης, ήτοι η δυνατότητα των μερών να επιλέξουν το εφαρμοστέο στη σύμβασή τους δίκαιο, η οποία αναγνωρίζεται από τον Ευρωπαίο νομοθέτη, με έναν ιδιαιτέρως εμφατικό τρόπο, ως ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του συστήματος των κανόνων σύνδεσης στο πεδίο των συμβατικών ενοχών (βλ. σημ. 11 του προοιμίου του Κανονισμού). Πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους εκείνους κανόνες τους οποίους η διαρκώς εξελισσόμενη θεωρία του σύγχρονου ΙΔΔΔ και η διαμορφωθείσα δικαστηριακή πρακτική, από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, δεν έθεσαν ουσιαστικά σε αμφιβολία. Αντίθετα, έχει καθιερωθεί από το σύνολο σχεδόν των σύγχρονων νομοθετικών συστημάτων ως κανόνας οικουμενικής ισχύος ή ως διεθνές έθιμο, λόγω κυρίως της παρεχόμενης ασφάλειας δικαίου και της συνεπαγόμενης προβλεψιμότητας των δικαστικών αποφάσεων [για μια συνολική προσέγγιση της αρχής, βλ. Alex Mills, Party Autonomy in Private International Law (2018)· Δ. Σταματιάδη, Η αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης στο πεδίο των διεθνών συμβατικών ενοχών (2011)].

Η συμφωνία περί του εφαρμοστέου δικαίου αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής σύμβαση σε σχέση με την κύρια, χαρακτηριζόμενη ως «σύμβαση παραπομπής» («Verweisungsvertrag») και ο λειτουργικός της ρόλος συνίσταται στον προσδιορισμό της lex causae της κύριας ουσιαστικής συμβατικής σχέσης, μέσω συνήθως της ιδιωτικοδιεθνολογικής παραπομπής σε εφαρμοστέο δίκαιο («kollisionsrechtliche Verweisung»), περιλαμβανομένων των αναγκαστικού δικαίου διατάξεών του· αντίστοιχα παραμερίζονται στο σύνολό τους, δηλαδή τόσο οι ενδοτικού όσο και οι αναγκαστικού χαρακτήρα διατάξεις του δικαίου που κανονικώς θα εφαρμόζονταν εάν δεν μεσολαβούσε η επιλογή (Χ. Παμπούκης, Η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου, ΝοΒ 1992. 1329).

ΙΙΙ. Επίσης, ουσιώδη πτυχή της απόλυτης αυτονομίας των συμβαλλομένων αποτελεί η ευρύτατη χρονικά δυνατότητα που τους αναγνωρίζεται να προβούν σε επιλογή δικαίου ή και να μεταβάλουν την αρχική τους επιλογή. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθ. 3 § 2 ΚανΡ Ι τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν οποτεδήποτε την υπαγωγή της σύμβασής τους σε ορισμένο δίκαιο. Επομένως, μεθοδολογικά, η επιλογή δικαίου πραγματοποιείται όχι απαραίτητα κατά την κατάρτιση της σύμβασης αλλά και σε μεταγενέστερο χρόνο, ο οποίος δύναται να εκτείνεται έως και τη συζήτηση της διαφοράς ενώπιον του δικαστηρίου, οπότε γίνεται λόγος για τον «εν επιδικία μετασυμβατικό καθορισμό» του εφαρμοστέου δικαίου [βλ. Rauscher/vonHein, EuZPR/EuIPR (2011) Art. 3 RomI-VO αριθ. περ. 92, 138 επ.].

Σχετικώς, επισημαίνεται ότι η μεταγενέστερη επιλογή δικαίου υπόκειται στις ίδιες αρχές όπως και η αρχική. Έτσι, όπως ειδικότερα ορίζεται στο άρθ. 3 § 1 εδ. 2 ΚανΡ Ι, η επιλογή δικαίου πρέπει να γίνεται ρητώς ή να συνάγεται σαφώς από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης (σιωπηρή επιλογή). Όσον αφορά τη ρητή επιλογή δεν αναμένεται, κατά κανόνα, κάποιο ουσιώδες ερμηνευτικό πρόβλημα, καθόσον η δήλωση βουλήσεως διακρίνεται για τη σαφήνειά της ως προς την παραγωγή του εννόμου αποτελέσματος του προσδιορισμού της lex causae. Δεν ισχύει, ωστόσο, το ίδιο για την σιωπηρή (ή έμμεση) δήλωση βουλήσεως που προκύπτει από τη συνδρομή διάφορων συμπερασματικών γεγονότων (facta concludentia). Για τη διακρίβωσή της λαμβάνεται υπόψη από τον δικαστή η συμπεριφορά των συμβαλλομένων, το περιεχόμενο της σύμβασης και οι σχετιζόμενοι με αυτή παράγοντες στο σύνολό τους. Συνεπώς, πρόκειται για μια πραγματική και όχι υποθετική δήλωση βουλήσεως (όπου η βούληση των δικαιοπρακτούντων ως προς την lex causae της έννομης σχέσης υποκαθίσταται ουσιαστικά από την κρίση του δικαστή, βλ. Ευρυγένη, Προβλήματα του εφαρμοστέου δικαίου, Αρμ 1970. 1062), με άλλα λόγια θα πρέπει να συνάγεται με σαφήνεια τι πραγματικά θέλησαν και όχι τι θα ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, απαιτείται μια επίκαιρη δήλωση βουλήσεως με επίγνωση της συντελούμενης επιλογής δικαίου και των ιδιωτικοδιεθνολογικών συνεπειών της (βλ. NK-BGB/Leible Art. 3 RomI-VO, αριθ. περ. 49).

IV. Στο ερώτημα πώς ειδικότερα διακρίνεται η σιωπηρή βούληση, η ανωτέρω διάταξη του Κανονισμού δεν δίνει καμία απάντηση, ενώ ο Ευρωπαίος νομοθέτης απέφυγε την αναφορά κάποιων δυνητικών παραγόντων που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, ενισχύοντας έτσι την ανασφάλεια δικαίου σε αυτό το επίπεδο. Προς υποβοήθηση του έργου του εφαρμοστή του δικαίου εξελίχθηκε τόσο στη διεθνή θεωρία όσο και στην πρακτική του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου η περί των «ενδείξεων διδασκαλία» («Indizienlehre»), η οποία σκοπεί στη συναγωγή της σιωπηρής βούλησης των συμβαλλομένων μέσω της καθιέρωσης διαφόρων κριτηρίων και της ανάλυσης των τεκμηρίων που περιέχονται σε αυτά. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι οι κατά καιρούς καταγραφές των ποικίλων ενδείξεων που έχουν επιχειρηθεί δεν αποτελούν κάποιον εξαντλητικό κατάλογο παρά απλώς απεικονίζουν τις περισσότερο συνήθεις περιπτώσεις που, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, θα επιβεβαίωναν την έμμεση επιλογή δικαίου. Είναι, επομένως, ορθότερο να αντιμετωπίζονται απλώς ως ερμηνευτικές υποδείξεις, η βαρύτητα των οποίων είναι σχετική και εκτιμάται από το δικαστήριο στην εκάστοτε εξεταζόμενη περίπτωση με πνεύμα κριτικό και κατόπιν συνεκτίμησης του συνόλου των συνθηκών της σύμβασης (βλ. Ευρυγένη, Προβλήματα του εφαρμοστέου δικαίου, Αρμ 1970. 1063, 1064).

V. Από το σύνολο των καταγεγραμμένων συνήθων τυπικών καταστάσεων, με την ευρύτερη ίσως νομολογιακή απήχηση, αναφέρεται, όπως συμβαίνει και στην εξεταζόμενη απόφαση, η δικονομική συμπεριφορά των μερών και ειδικότερα η κοινή και ανεπιφύλακτη ενώπιον του Δικαστηρίου επίκληση των διατάξεων ορισμένου δικαίου, όχι απαραίτητα αποκλειστικά της lex fori. Αξίζει πάντως να σημειώσουμε ότι η κατά τα ανωτέρω συναγόμενη βούληση των μερών δεν είναι άμοιρη κριτικής στο μέτρο που δεν αποκλείεται να απεικονίζει μια πλασματική επιλογή δικαίου καθόσον, όπως σχετικά έχει παρατηρηθεί, σε πλείστες περιπτώσεις απουσιάζει από τους συμβαλλόμενους η αληθής βούληση για τον ορισμό της lex causae με τις ιδιωτικοδιεθνολογικές συνέπειες που συνοδεύουν αυτή τη συμφωνία [βλ. Rauscher/von Hein, EuZPR/EuIPR (2011) Art. 3 RomI-VO αριθ. περ. 36· Schack, Keine stillschweigende Rechtswahl im Prozess!, IPRax 1986. 272 επ.].

Τούτο διότι η προσφυγή από τα μέρη στις διατάξεις της lex fori, όταν το αντικειμενικώς εφαρμοστέο δίκαιο είναι αλλοδαπό [εν προκειμένω θα μπορούσε να είναι το αγγλικό δίκαιο στη βάση της συνήθους διαμονής του οφειλέτη της χαρακτηριστικής παροχής – άρθ. 4 (2) ΚανΡ Ι], συχνά γίνεται από άγνοια ή λόγω της εσφαλμένης υπόθεσης για την υποχρεωτική εφαρμογή των κανόνων της, πολύ περισσότερο όταν, επιπλέον, απουσιάζει μια προηγούμενη ιδιαίτερη αναφορά σε αυτό το ζήτημα εκ μέρους των μερών ή του δικαστηρίου (βλ. NK-BGB/Leible Art. 3 RomI-VO, αριθ. περ. 59). Όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν σαφή επίγνωση του δικαιώματος μεταβολής του αντικειμενικώς εφαρμοστέου αλλοδαπού δικαίου και ως εκ τούτου επικαλούνται από κοινού τις διατάξεις της lex fori, πλανώνται ως προς το εύρος των επιλογών που έχουν στη διάθεσή τους χωρίς ασφαλώς να υποδηλώνει η συμπεριφορά αυτή συνειδητή εκ μέρους τους επιλογή δικαίου. Με άλλα λόγια, εκλείπει η αναγκαία προϋπόθεση της έγκυρης (σιωπηρής) συμφωνίας των μερών περί ορισμού της lex causae έτσι ώστε να κρίνεται αναγκαία η προσφυγή σε περαιτέρω παράγοντες της σύμβασης από τους οποίους θα μπορούσε να συναχθεί η αληθής βούληση και γνώση των μερών περί της επιλογής δικαίου στην οποία και προχωρούν με σαφή επίγνωση των συνεπειών της σε επίπεδο κανόνων σύγκρουσης (έτσι και το BGHNJW-RR 2000, σ. 1002, 1004 και BGHBGHR 2004, σ. 679).

Θα πρέπει επιπλέον να σημειωθεί ότι η εσπευσμένη και άνευ ετέρου αποδοχή της σιωπηρής συμφωνίας των μερών, με μόνη αναφορά στην κοινή επίκληση των διατάξεων του εθνικού δικαίου του επιλαμβανόμενου δικαστηρίου, όπως συμβαίνει σε πλείστες δικαστηριακές αποφάσεις, ενέχει τον κίνδυνο να μετατραπεί σε μια άκρως αμφιλεγόμενη πρακτική καθόσον στην πλειονότητα των περιπτώσεων οδηγεί σε συστηματική και συγκεκαλυμμένη εφαρμογή της lex fori («Heimwärtsstreben») στο πεδίο των διεθνών συμβατικών ενοχών, η οποία προσκρούει σε μια από τις θεμελιώδεις στοχεύσεις του ευρωπαϊκού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και ειδικότερα στην επίτευξη της διεθνούς αρμονίας των δικαστικών αποφάσεων, υπό την έννοια της εφαρμογής του αυτού εφαρμοστέου δικαίου ανεξάρτητα από το επιλαμβανόμενο forum (βλ. σημ. 6 του προοιμίου του Κανονισμού Ρώμη Ι).

VI. Αντίθετα θα μπορούσε να γίνει εξαρχής λόγος για την ύπαρξη πραγματικής βούλησης στο πλαίσιο ενός συμπεφωνημένου ορισμού του εφαρμοστέου δικαίου όταν τα μέρη επικαλούνται από κοινού ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου τις διατάξεις μιας αλλοδαπής έννομης τάξης, με το σκεπτικό ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αντίδικοι έχουν γνώση τουλάχιστον του αλλοδαπού χαρακτήρα της έννομης σχέσης τους και κατ’ ακολουθία της διασυνοριακότητας της διαφοράς τους, όπως και των εμπλεκομένων σε αυτήν εννόμων τάξεων.

Δημήτριος Κ. Σταματιάδης