ΜΔΠρΘεσ 2177/2025 - Πλήρες κείμενο
Πρόεδρος: Μαρία Χαριτοπούλου
Δικηγόρος: Δημήτριος Φινοκαλιώτης
Τέλος επιτηδεύματος δικηγόρων κατά το διάστημα που επιβλήθηκε μερική αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων της Χώρας, με σκοπό την αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών από την εμφάνιση του κορωνοϊού COVID-19 και τον περιορισμό της διάδοσής του∙ με τις σχετικές ρυθμίσεις δεν επιβλήθηκε απαγόρευση ή πλήρης αναστολή της επαγγελματικής δραστηριότητας των δικηγόρων, οι οποίοι, κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα μπορούσαν να παρέχουν, χωρίς περιορισμό, νομικές υπηρεσίες συμβουλευτικής δικηγορίας/γνωμοδοτήσεων, προετοιμασίας εισαγωγικών δικογράφων και φακέλων δικογραφιών, προτάσεων και υπομνημάτων, συλλογής αποδεικτικού υλικού, κατάθεσης εισαγωγικών δικογράφων, καθώς και εκπροσώπησης των πελατών τους στις υποθέσεις που εξαιρέθηκαν από τις ρυθμίσεις περί αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων (όπως διαδικασίες προσωρινής δικαστικής προστασίας, διαδικασίες αντιρρήσεων κατά αποφάσεων κράτησης αλλοδαπών, διαδικασίες εκδίκασης αυτόφωρων αδικημάτων, εκδίκαση ώριμων υποθέσεων ενώπιον του ΣτΕ και των διοικητικών δικαστηρίων)∙ περαιτέρω, κατά τη διάρκεια ισχύος των ανωτέρω μέτρων, η πολιτεία έλαβε ειδική πρόνοια για την υποστήριξη των επιστημόνων-ελεύθερων επαγγελματιών, συμπεριλαμβανομένων και των δικηγόρων, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές επιπτώσεις του κορωνοϊού COVID-19∙ δοθέντος ότι η μερική αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, δεν ισοδυναμεί με εν τοις πράγμασι αδράνεια ή άλλη ανάλογη κατάσταση ή με απαγόρευση ή πλήρη αναστολή της επαγγελματικής δραστηριότητας των δικηγόρων δεν τίθεται ζήτημα εξαίρεσής τους από την υποχρέωση καταβολής τέλους επιτηδεύματος για τα επίμαχα χρονικά διαστήματα∙ εξάλλου, μόνη η μερική αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας δεν κλονίζει το τεκμήριο φοροδοτικής ικανότητας. Παρέμβαση Δικηγορικών Συλλόγων∙ για τη νομιμοποίηση δικηγόρου δεν αρκεί απόσπασμα από τα πρακτικά του ΔΣ Δικηγορικού Συλλόγου∙ απαιτείται απόφαση του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου και μάλιστα αδιαφόρως του εάν στη συγκεκριμένη συνεδρίαση του ΔΣ είχε συμμετάσχει και ο Πρόεδρός του.
Νομικές διατάξεις: άρθρα 61 παρ. 3, 89 παρ.1, 90, 91, 92, 93, 94 παρ. 1, 95 ΚωδΔικ, 113 ΚΔιοικΔ, 31 ν.3986/2011, 4 παρ. 1 και 5, 17, 78 παρ. 1 Συντ. 1 ΠΠΠΕΣΔΑ, 42 παρ.3 ν. 4024/2011, 10 παρ.4 ν.4110/2013, δέκατο ν.4211/2013, 48 παρ.1 ν.4305/2014, 73 ν.4430/2016, 12 ν.4484/2017, 17 ν. 4577/2018, 8 ν.4714/2020, 25 ν.4797/2021, 216 ν.4920/2022, 58 ν.4949/2022, 179 ν.4972/2022, ΚΥΑ Δ1α/ΓΠ.οικ./17734/12.3.2020, ΚΥΑ Δ1α/ΓΠ.οικ.18176/15.3.2020, ΚΥΑ Δ1α/ΓΠ.οικ.21159/27.3.2020, ΚΥΑ Δ1α/ΓΠ.οικ.24403/11.4.2020, ΚΥΑ Δ1α/ΓΠ.οικ.26804/25.4.2020, ΚΥΑ Δ1α/ΓΠ.οικ.30340/15.5.2020, ΚΥΑ Δ1α/ΓΠ.οικ.33202/28.5.2020, ΚΥΑ Δ1α/Γ.Π.οικ.71342/6.11.2020, ΚΥΑ Δ1α/ΓΠ.οικ.78363/5.12.2020, ΚΥΑ Δ1α/ΓΠ.Οικ.80189/12.12.2020, ΚΥΑ Δ1α/ΓΠ.οικ.80588/14.12.2020, ΚΥΑ 16604/3224/27.4.2020, ΚΥΑ 5629/22/4.2.2021, ΚΥΑ 907/7.4.2021
Αριθμός απόφασης 2177/2025
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Τμήμα ΙΔ΄ Μονομελές
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 27η Σεπτεμβρίου 2024, με δικαστή την Μαρία Χαριτοπούλου, Πρωτοδίκη Δ.Δ., και γραμματέα την Ελένη Ξενιτίδου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την υπ’ αριθμό καταχώρισης …/8.4.2022 προσφυγή (Ε.Α.Υ. …)
του … … του …, κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός …, αριθμός …), ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Φινοκαλιώτη,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νομίμως από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών και δεν παραστάθηκε.
Στη δίκη παρεμβαίνουν υπέρ του προσφεύγοντος: α) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών», όπως εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εδρεύει στην Αθήνα (οδός …, αριθμός …) και για το οποίο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Φινοκαλιώτης, που ζήτησε και έλαβε προθεσμία δέκα (10) ημερολογιακών ημερών για την κατάθεση στοιχείων νομιμοποίησής του, β) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης», όπως εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (οδός …, αριθμός …) και παραστάθηκε διά του Πρόεδρου του Δημητρίου Φινοκαλιώτη, υπό την ιδιότητα του δικηγόρου, γ) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά», όπως εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εδρεύει στον Πειραιά (οδός …, αριθμός …) και παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριου Φινοκαλιώτη, δ) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Άρτας», όπως εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εδρεύει στην Άρτα (στο Δικαστικό Μέγαρο Άρτας επί της περιφερειακής οδού) και για το οποίο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Φινοκαλιώτης, που ζήτησε και έλαβε προθεσμία δέκα (10) ημερολογιακών ημερών για την κατάθεση στοιχείων νομιμοποίησής του, ε) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Ηλείας», όπως εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εδρεύει στον Πύργο (επί της συμβολής των οδών …, αριθμός …, και …) και για το οποίο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Φινοκαλιώτης, που ζήτησε και έλαβε προθεσμία δέκα (10) ημερολογιακών ημερών για την κατάθεση στοιχείων νομιμοποίησής του, στ) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Ηρακλείου», όπως εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εδρεύει στο Ηράκλειο (στο Δικαστικό Μέγαρο Ηρακλείου) και για το οποίο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Φινοκαλιώτης, που ζήτησε και έλαβε προθεσμία δέκα (10) ημερολογιακών ημερών για την κατάθεση στοιχείων νομιμοποίησής του, ζ) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Ι.Π. Μεσολογγίου», όπως εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εδρεύει στο Μεσολόγγι (οδός …, αριθμός …) και για το οποίο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Φινοκαλιώτης, που ζήτησε και έλαβε προθεσμία δέκα (10) ημερολογιακών ημερών για την κατάθεση στοιχείων νομιμοποίησής του, η) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Κιλκίς», όπως εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εδρεύει στο Κιλκίς (οδός …, αριθμός …) και παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριου Φινοκαλιώτη, θ) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Κυπαρισσίας», όπως εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εδρεύει στην Κυπαρισσία (στο Δικαστικό Μέγαρο Κυπαρισσίας) και για το οποίο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Φινοκαλιώτης, που ζήτησε και έλαβε προθεσμία δέκα (10) ημερολογιακών ημερών για την κατάθεση στοιχείων νομιμοποίησής του, ι) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Λαμίας», όπως εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εδρεύει στη Λαμία (οδός …, αριθμός …) και παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριου Φινοκαλιώτη, ια) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Ναυπλίου», όπως εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εδρεύει στο Ναύπλιο (στο Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου) και για το οποίο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Φινοκαλιώτης, που ζήτησε και έλαβε προθεσμία δέκα (10) ημερολογιακών ημερών για την κατάθεση στοιχείων νομιμοποίησής του, ιβ) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Πάτρας», όπως εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εδρεύει στην Πάτρα (οδός …, αριθμός …) και για το οποίο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Φινοκαλιώτης, που ζήτησε και έλαβε προθεσμία δέκα (10) ημερολογιακών ημερών για την κατάθεση στοιχείων νομιμοποίησής του, και ιγ) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Σερρών», όπως εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εδρεύει στις Σέρρες (οδός …, αριθμός …) και για το οποίο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Φινοκαλιώτης, που ζήτησε και έλαβε προθεσμία δέκα (10) ημερολογιακών ημερών για την κατάθεση στοιχείων νομιμοποίησής του.
Κατά τη συζήτηση, οι διάδικοι που παραστάθηκαν ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:
1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο, ύψους 6,50 ευρώ (βλ. το με κωδικό … ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο δεσμεύτηκε με πράξη της Γραμματείας του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), και τους επ’ αυτής υπ’ αριθμό καταχώρισης …/21.3.2023 πρόσθετους λόγους, οι οποίοι επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στο καθ’ ου η προσφυγή Ελληνικό Δημόσιο (βλ. την …/28.3.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης … …), ο προσφεύγων ζητεί παραδεκτώς την ακύρωση της …/3.1.2022 απόφασης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), με την οποία απορρίφθηκε η …/9.9.2021 ενδικοφανής προσφυγή του κατά της με αριθμό ειδοποίησης …/17.8.2021 πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Α΄ Θεσσαλονίκης, φορολογικού έτους 2020, κατά το μέρος με το οποίο είχε επιβληθεί σε βάρος του τέλος επιτηδεύματος, ύψους 650 ευρώ. Επικουρικώς, δε, ο προσφεύγων ζητεί την τροποποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Α.Α.Δ.Ε., κατά τρόπον ώστε το επιβληθέν σε βάρος του τέλος επιτηδεύματος για το φορολογικό έτος 2020 να μειωθεί κατά το ποσό των 541,67 ευρώ, άλλως κατά το ποσό των 270,83 ευρώ. Τέλος, ζητεί να του επιστραφεί το ποσό των 650 ευρώ, που κατέβαλε ως τέλος επιτηδεύματος για το ως άνω φορολογικό έτος, επικουρικώς δε το ποσό των 541,67 ευρώ, άλλως το ποσό των 270,83 ευρώ, νομιμοτόκως από την ημερομηνία καταβολής του, επικουρικώς δε από την ημερομηνία άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής του. Εξάλλου, εν προκειμένω νομίμως χώρησε η συζήτηση της κρινόμενης προσφυγής, παρά το γεγονός ότι το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο δεν παραστάθηκε, δεδομένου ότι η κλήτευσή του για την παρούσα δικάσιμο νομίμως παραλήφθηκε (βλ. το από 19.10.2023 αποδεικτικό του επιμελητή δικαστηρίων … …, σε συνδυασμό με τα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης της 22ας.4.2024 του Δικαστηρίου τούτου).
2. Επειδή, ο ν.4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων» (ΦΕΚ 208 Α΄) ορίζει στο άρθρο 89 παρ.1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 29 παρ.2 του ν.4596/2019 (ΦΕΚ 32 Α΄), ότι: «1. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σωματειακής μορφής…», στο άρθρο 90 ότι: «Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: α)… ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων… για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος. Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κυρία ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποι[ο]δήποτε διεθνές δικαστήριο. Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιανδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου. η)…», στο άρθρο 91 ότι: «Όργανα των Δικηγορικών Συλλόγων είναι: α) η Γενική Συνέλευση των μελών, β) ο Πρόεδρος, γ) το Διοικητικό Συμβούλιο, δ)…», στο άρθρο 92, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 14 του ν.4745/2020 (ΦΕΚ 214 Α΄), ότι: «1. Στις αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης υπάγονται: α) Η εκλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και ο έλεγχος των πεπραγμένων του. β) Η ψήφιση του ετήσιου προϋπολογισμού εσόδων και εξόδων, ο έλεγχος της διαχείρισης των οικονομικών και της περιουσίας του Συλλόγου, καθώς και η έγκριση του απολογισμού και της ετήσιας εισφοράς των δικηγόρων, όπως αυτή έχει καθορισθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο. γ) Η καθιέρωση ειδικών εισφορών και ο καθορισμός του σκοπού για τον οποίο θα διατεθούν… δ) Η κατάρτιση κανονισμού λειτουργίας της. 2. Ειδικά για τους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, οι αρμοδιότητες των περ.β΄ και γ΄ της παρ.1 ανατίθενται στο Διοικητικό Συμβούλιο, εφόσον το τελευταίο αποφασίσει σχετικά, με πλειοψηφία τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.», στο άρθρο 93 ότι: «1. Ο Πρόεδρος συγκαλεί και διευθύνει τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και εκπροσωπεί το σύλλογο ενώπιον κάθε δικαστικής ή άλλης αρχής και κάθε τρίτου νομικού ή φυσικού προσώπου. 2… 3. Ο Πρόεδρος ασκεί τα δικαιώματα και τα καθήκοντα που ορίζει ο παρών Κώδικας, επιμελείται της εκτέλεσης των αποφάσεων των οργάνων του Συλλόγου και διοικεί τις υπηρεσίες αυτού. 4…», στο άρθρο 94 παρ.1 ότι: «1. Ο Πρόεδρος συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο και καταρτίζει την ημερήσια διάταξη.» και στο άρθρο 95 ότι: «1. Στο Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου ανήκει: α) Η προαγωγή και προώθηση των σκοπών του Δικηγορικού Συλλόγου και γενικότερα του δικηγορικού σώματος. β)… ε) Η διαχείριση των οικονομικών και της περιουσίας του Συλλόγου και η σχετική ετήσια λογοδοσία. στ) Η παροχή εξουσιοδότησης στον Πρόεδρο ή άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για τη διαπραγμάτευση, κατάρτιση και υπογραφή οποιωνδήποτε συμβάσεων. ζ)… θ) Η ανάθεση σε δικηγόρο της παροχής δωρεάν νομικών υπηρεσιών για την προώθηση των σκοπών του Συλλόγου, καθώς και σε όσους στερούνται οικονομικής δυνατότητας να υπερασπισθούν τον εαυτό τους ενώπιον Δικαστηρίων ή οποιασδήποτε Αρχής. ι)… ιγ) Η πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Συλλόγου. 2. Οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι διαχειριστικές και οικονομικές, υπόκεινται στον έλεγχο νομιμότητας και σκοπιμότητας της Γενικής Συνέλευσης. 3. Το Διοικητικό Συμβούλιο στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, συγκροτεί από τα μέλη του συλλόγου επιτροπές ή ομάδες εργασίας για τη μελέτη θεμάτων που αφορούν στην προώθηση των σκοπών του. 4…». Τέλος, στο άρθρο 61 παρ.3 του ως άνω Κώδικα ορίζεται ότι: «3. Από την υποχρέωση της προκαταβολής, που ορίζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ.1, απαλλάσσονται οι δικηγόροι όταν παρέχουν υπηρεσίες στους εαυτούς τους, καθώς και όταν εκπροσωπούν: α)… β) διαδίκους που εμπίπτουν… στην περ.θ΄ της παρ.1 του άρθρου 95 του Κώδικα, γ)…».
3. Επειδή, με την 60/2024 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν τα εξής: «από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων συνάγεται ότι ο Πρόεδρος εκάστου Δικηγορικού Συλλόγου είναι αρμόδιος για τη δικαστική εκπροσώπηση του οικείου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και, κατά συνέπεια, για τη χορήγηση πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο που παρίσταται κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενδίκου βοηθήματος ή μέσου στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, δεν προβλέπεται διαδικασία παροχής εντολής άσκησης ενδίκου βοηθήματος ή μέσου [ή εκ των υστέρων έγκρισης τυχόν ασκηθέντος] από το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου, ούτε συνάγεται τέτοια αρμοδιότητα από τη γενική πρόβλεψη του νόμου ότι το εν λόγω συλλογικό όργανο μπορεί, στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης και προώθησης των σκοπών του Συλλόγου, να αναθέσει σε δικηγόρο την παροχή δωρεάν νομικών υπηρεσιών για την προσβολή διοικητικών πράξεων που άπτονται ζητημάτων γενικότερου ενδιαφέροντος τα οποία ενδιαφέρουν τα μέλη του συγκεκριμένου Συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα εν γένει. Ως εκ τούτου, για την έγκυρη άσκηση ενδίκου βοηθήματος ή μέσου από Δικηγορικό Σύλλογο ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, απαιτείται η παροχή πληρεξουσιότητας στον υπογράφοντα αυτό δικηγόρο ή στον παριστάμενο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο από τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου, χωρίς να αρκεί η προσκόμιση απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου, αδιαφόρως αν στη συγκεκριμένη συνεδρίαση μετέσχε, όπως προβλέπεται στον νόμο (άρθρο 94 παρ.1 του ν. 4194/2013), και ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου. Και τούτο διότι, και στην περίπτωση αυτή, η πράξη προέρχεται από άλλο όργανο (το Διοικ. Συμβούλιο) και όχι από το αρμόδιο (δηλαδή τον Πρόεδρο).».
4. Επειδή, το δικόγραφο της κρινόμενης παρέμβασης υπογράφεται μόνον από τον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο όλων των παρεμβαινόντων Δικηγορικών Συλλόγων (Ν.Π.Δ.Δ.) Δημήτριο Φινοκαλιώτη. Εξάλλου, οι παρεμβαίνοντες Δικηγορικοί Σύλλογοι κλητεύθηκαν για να παραστούν κατά την παρούσα δικάσιμο νομίμως και εμπροθέσμως (βλ. το από 24.5.2024 αποδεικτικό του Αρχιφύλακα … …, το από 9.5.2024 αποδεικτικό του επιμελητή δικαστηρίων … …, το από 23.5.2024 αποδεικτικό του Αστυφύλακα … …, το από 17.5.2024 αποδεικτικό του Αρχιφύλακα … …, το από 8.5.2024 αποδεικτικό του Ανθυπαστυνόμου … …, το από 13.5.2024 αποδεικτικό του Αρχιφύλακα … …, το από 6.6.2024 αποδεικτικό της Ανθυπαστυνόμου … …, το από 29.4.2024 αποδεικτικό του Αρχιφύλακα … …, το από 11.7.2024 αποδεικτικό της Αρχιφύλακα … …, το από 15.5.2024 αποδεικτικό της Ανθυπαστυνόμου … …, το από 11.7.2024 αποδεικτικό του αρμοδίου αστυνομικού υπαλλήλου … …, το από 29.5.2024 αποδεικτικό του Αρχιφύλακα … … και το από 9.5.2024 αποδεικτικό του Αρχιφύλακα … …, αντιστοίχως). Κατά την παρούσα δικάσιμο, εμφανίστηκε στο ακροατήριο για λογαριασμό όλων των παρεμβαινόντων ο δικηγόρος Δημήτριος Φινοκαλιώτης, κατ’ αποδοχή αιτήματος του οποίου, το Δικαστήριο χορήγησε προθεσμία δέκα (10) ημερολογιακών ημερών, προκειμένου να κατατεθούν στοιχεία νομιμοποίησής του. Εντός της ως άνω προθεσμίας και συγκεκριμένα την 7η.10.2024, κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου: α) απόσπασμα των από … πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών περί παροχής πληρεξουσιότητας στον δικηγόρο Δημήτριο Φινοκαλιώτη για την άσκηση της κρινόμενης παρέμβασης, β) το …/… απόσπασμα πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης περί παροχής πληρεξουσιότητας στον Πρόεδρό του Δημήτριο Φινοκαλιώτη για την άσκηση της κρινόμενης παρέμβασης, γ) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της από … πράξης του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά περί παροχής πληρεξουσιότητας στον δικηγόρο Δημήτριο Φινοκαλιώτη για την άσκηση της κρινόμενης παρέμβασης, δ) το … ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Λαμίας … … περί παροχής πληρεξουσιότητας εκ μέρους του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Λαμίας στον δικηγόρο Δημήτριο Φινοκαλιώτη για την άσκηση της κρινόμενης παρέμβασης και ε) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της από … πράξης της Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Κιλκίς περί παροχής πληρεξουσιότητας στον δικηγόρο Δημήτριο Φινοκαλιώτη για την άσκηση της κρινόμενης παρέμβασης.
5. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη παρέμβαση, κατά το μέρος που ασκείται από τους Δικηγορικούς Συλλόγους Άρτας, Ηλείας, Ηρακλείου, Ι.Π. Μεσολογγίου, Κυπαρισσίας, Ναυπλίου, Πάτρας και Σερρών, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω του ότι αυτοί δεν προσκόμισαν, εντός της χορηγηθείσας εκ μέρους του Δικαστηρίου προθεσμίας προς τούτο, στοιχεία προς νομιμοποίηση του υπογράφοντος το οικείο δικόγραφο και εμφανισθέντος κατά την παρούσα δικάσιμο δικηγόρου Δημητρίου Φινοκαλιώτη ή άλλου δικηγόρου. Περαιτέρω, η κρινόμενη παρέμβαση, κατά το μέρος που ασκείται από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, πρέπει να ομοίως απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω του ότι αυτός προσκόμισε προς νομιμοποίηση του ανωτέρω δικηγόρου απόσπασμα από τα πρακτικά του Διοικητικού του Συμβουλίου, το οποίο όμως, όπως κρίθηκε με την 60/2024 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν αρκεί για τη νομιμοποίηση δικηγόρου ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, δεδομένου ότι απαιτείται απόφαση του Προέδρου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, και μάλιστα αδιαφόρως του ότι στη συγκεκριμένη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου είχε συμμετάσχει, όπως προβλέπεται στον Κώδικα Δικηγόρων, και ο Πρόεδρος του εν λόγω Δικηγορικού Συλλόγου. Αντιθέτως, η κρινόμενη παρέμβαση, κατά το μέρος που ασκείται από τους Δικηγορικούς Συλλόγους Πειραιά, Λαμίας και Κιλκίς, οι οποίοι προσκόμισαν σχετικές πράξεις των Προέδρων τους περί παροχής πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα το οικείο δικόγραφο και εμφανισθέντα κατά την παρούσα δικάσιμο δικηγόρο Δημήτριο Φινοκαλιώτη, καθώς και κατά το μέρος που ασκείται από τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε διά του Προέδρου του Δημητρίου Φινοκαλιώτη, υπό την ιδιότητα του δικηγόρου, ασκείται παραδεκτώς από την άποψη της νομιμοποίησης του ως άνω δικηγόρου και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού της άσκησής της.
6. Επειδή, στο άρθρο 113 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.2717/1999, ΦΕΚ 97 Α΄) ορίζεται ότι: «1. Σε δίκη που εκκρεμεί ύστερα από άσκηση προσφυγής…, μπορεί να παρέμβει τρίτος, προς υποστήριξη του διαδίκου υπέρ του οποίου έχει έννομο συμφέρον να αποβεί η δίκη. 2. Ο παρεμβαίνων επιχειρεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις που προβλέπει ο νόμος εφόσον δεν αντιτίθενται στο συμφέρον και τις πράξεις του διαδίκου υπέρ του οποίου παρεμβαίνει, έχει δε δικαίωμα να ασκήσει όλα τα ένδικα μέσα. 3…».
7. Επειδή, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Λαμίας και Κιλκίς παρεμβαίνουν υπέρ του προσφεύγοντος, προβάλλοντας ότι: α) οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν.3986/2011, με τις οποίες προβλέπεται επιβολή τέλους επιτηδεύματος σε βάρος των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δικηγόροι), αντίκεινται στο Σύνταγμα και συγκεκριμένα στις απορρέουσες από το άρθρο 4 παρ.1 και 5 του Συντάγματος αρχές της καθολικότητας και της ισότητας του φόρου και στο προβλεπόμενο στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα στην περιουσία, δεδομένου ότι με αυτό επιβαρύνονται μόνον οι ελεύθεροι επαγγελματίες (και όχι οι μισθωτοί) και, μάλιστα, ανεξαρτήτως της φοροδοτικής τους ικανότητας, ενώ αυτό πλήττει δυσανάλογα τους νέους επαγγελματίες με χαμηλά εισοδήματα, έναντι τόσο των συναδέλφων τους με υψηλότερα εισοδήματα, όσο και των μισθωτών, χωρίς τούτο να δικαιολογείται από σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι μπορεί να συνέτρεχαν κατά τον χρόνο της αρχικής επιβολής του, πλην όμως έχουν πάψει πλέον να υφίστανται, και β) οι εν λόγω διατάξεις κρίθηκαν μεν συνταγματικές με τις 2527/2013 και 2563/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, πλην όμως τούτο έγινε δεκτό λόγω του ότι το ως άνω τέλος είχε προσωρινό χαρακτήρα, υπαγορευόταν από την ανάγκη αντιμετώπισης έκτακτων συνθηκών, είχε μικρό ύψος (300 ευρώ) και συνοδευόταν από άλλα μέτρα ελάφρυνσης των φορολογούμενων με χαμηλότερα εισοδήματα, με αποτέλεσμα η διατήρησή του κατά το επίδικο έτος 2020, εννέα έτη μετά την αρχική θέσπισή του και ενώ οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που υπαγόρευσαν την αρχική επιβολή του έχουν πλέον πάψει να υφίστανται, να καθίσταται αντισυνταγματική. Υπό τα δεδομένα αυτά, το έννομο συμφέρον των παρεμβαινόντων Δικηγορικών Συλλόγων Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Λαμίας και Κιλκίς θεμελιώνεται, όπως βασίμως ισχυρίζονται, στην κατά το άρθρο 90 περ.ζ΄ του Κώδικα Δικηγόρων (ν.4596/2019) μέριμνα των δικηγορικών συλλόγων για κάθε ζήτημα «οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα» (πρβλ. ΣτΕ 2270/2011 Ολομ.), η οποία, όπως προβλέπεται στο ίδιο ως άνω άρθρο, εκδηλώνεται και με την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη πρόσθετη παρέμβαση, κατά το μέρος που ασκείται από τους Δικηγορικούς Συλλόγους Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Λαμίας και Κιλκίς, ασκείται εν γένει παραδεκτώς και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
8. Επειδή, στο άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος». Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται ότι για την επιβολή και είσπραξη του φόρου απαιτείται τυπικός νόμος που να θεσπίζει τα ουσιώδη στοιχεία αυτού (υποκείμενο, αντικείμενο, φορολογικό συντελεστή, τυχόν απαλλαγές ή εξαιρέσεις) και, περαιτέρω, ορίζονται, περιοριστικά, τα στοιχεία που μπορούν ν’ αποτελέσουν τη βάση φορολογικής επιβάρυνσης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές) (βλ. ΣτΕ 148/2024
Ολομ., 2527-31/2013 Ολομ.).
9. Επειδή, στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2… 5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.». Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με το άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος, που καθορίζει τα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο φορολογικής επιβάρυνσης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), συνάγεται ότι ο νομοθέτης είναι, καταρχήν, ελεύθερος να καθορίζει τις διάφορες μορφές των οικονομικών επιβαρύνσεων για τη δημιουργία δημοσίων εσόδων προς κάλυψη των δαπανών του Κράτους, που δύνανται να επιβληθούν στους βαρυνόμενους πολίτες με διάφορους τρόπους. Περιορίζεται, όμως, από ορισμένες γενικές αρχές, με τις οποίες επιδιώκεται από τον συνταγματικό νομοθέτη η πραγμάτωση των κανόνων της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου γενικότερα. Οι αρχές αυτές είναι, συγκεκριμένα, η καθολικότητα της επιβάρυνσης και η ισότητα αυτής έναντι των βαρυνομένων, εξειδικευόμενη με τον, καταρχήν, βάσει ορισμένης φοροδοτικής ικανότητας καθορισμό του φορολογικού βάρους, το οποίο, πάντως, επιβάλλεται επί συγκεκριμένης και εξ αντικειμένου οριζόμενης φορολογητέας ύλης, που μπορεί, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος, να είναι το εισόδημα, η περιουσία, οι δαπάνες ή οι συναλλαγές. Κατά την έννοια, δε, των ιδίων ως άνω συνταγματικών διατάξεων, ο φόρος δεν αποκλείεται να βαρύνει ορισμένο μόνον κύκλο προσώπων ή πραγμάτων, εφόσον πλήττει ορισμένη φορολογητέα ύλη, η οποία, κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιτρέπει την επιβάρυνση του συγκεκριμένου αυτού κύκλου φορολογουμένων βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα. Από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος συνάγεται, επίσης, ότι ο νομοθέτης έχει ευρεία ευχέρεια να διαμορφώνει εκάστοτε το οικείο φορολογικό σύστημα, πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές ρυθμίσεις γίνονται βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, καθώς και να φορολογεί ή να μη φορολογεί ορισμένη κατηγορία φορολογικών στοιχείων, εκτιμώντας τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Αυτονοήτως, κατά την άσκηση της κατά τα ανωτέρω ευχέρειάς του προς επιλογή του τρόπου φορολόγησης και γενικώς του φορολογικού συστήματος, ο νομοθέτης περιορίζεται επίσης από τις λοιπές συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και αρχές, όπως το δικαίωμα στην περιουσία (άρθρο 17 του Συντάγματος, άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.) και την αρχή της αναλογικότητας (βλ. ΣτΕ 148/2024
Ολομ. και τις εκεί παραπομπές σε σχετική νομολογία του ΣτΕ).
10. Επειδή, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε μαζί με την Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ.53/1974 (ΦΕΚ 256 Α΄) και αποδόθηκε στη δημοτική με το άρθρο πρώτο του π.δ.76/2022 (ΦΕΚ 205 Α΄), ορίζεται ότι: «Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει δικαίωμα στον σεβασμό της περιουσίας του. Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί την περιουσία του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπουν ο νόμος και οι γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα των Κρατών να θέτουν σε ισχύ νόμους που κρίνουν αναγκαίους για τη ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για την εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.». Με τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία των Κρατών προς επιβολή φόρων και θέσπιση μέτρων προς εξασφάλιση της καταβολής τους. Τα Κράτη διαθέτουν ευρύτατη εξουσία ως προς τον προσδιορισμό των φόρων και τους τρόπους είσπραξής τους, κατ’ εκτίμηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων τους. Όμως, εφόσον η επιβολή φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να συνιστά έκφραση μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπό την έννοια της ύπαρξης αναλογίας μεταξύ χρησιμοποιουμένων μέσων και επιδιωκομένων σκοπών. Ως εκ τούτου, επιβολή φορολογικής υποχρέωσης, που συνιστά υπερβολικό βάρος για τα πρόσωπα που βαρύνονται με αυτή ή κλονίζει ριζικά την οικονομική τους κατάσταση, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (βλ. ΣτΕ 148/2024
Ολομ. και τις εκεί παραπομπές σε σχετική νομολογία του ΣτΕ και του ΕΔΔΑ).
11. Επειδή, με το άρθρο 31 του ν.3986/2011 «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015» (ΦΕΚ 152 Α΄) επιβλήθηκε στους επιτηδευματίες και στους ασκούντες ελεύθερο επάγγελμα τέλος επιτηδεύματος και συγκεκριμένα ορίστηκε ότι: «1. Οι επιτηδευματίες και οι ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα, εφόσον τηρούν βιβλία Β΄ ή Γ΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ., υποχρεούνται σε καταβολή ετήσιου τέλους επιτηδεύματος, το οποίο ορίζεται ως εξής: α) Για τις επιχειρήσεις ή ελεύθερους επαγγελματίες που έχουν την έδρα τους σε τουριστικούς τόπους και σε πόλεις ή χωριά με πληθυσμό έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, σε τετρακόσια (400) ευρώ ετησίως. β) Για επιχειρήσεις ή ελεύθερους επαγγελματίες που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, σε πεντακόσια (500) ευρώ ετησίως… 2… Σε περίπτωση διακοπής της δραστηριότητας μέσα στη χρήση, το τέλος επιτηδεύματος περιορίζεται ανάλογα με τους μήνες λειτουργίας της επιχείρησης ή της άσκησης του επαγγέλματος. Χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε (15) ημερών λογίζεται ως μήνας. 3. Εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις καταβολής του τέλους, εκτός εάν πρόκειται για τουριστικούς τόπους, οι εμπορικές επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους σε χωριά με πληθυσμό έως πεντακόσιους (500) κατοίκους και σε νησιά κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους. Επίσης εξαιρούνται ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις και η ατομική άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον δεν έχουν παρέλθει πέντε (5) έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών, καθώς και οι περιπτώσεις ατομικών επιχειρήσεων εφόσον για τον επιτηδευματία υπολείπονται τρία (3) έτη από το έτος της συνταξιοδότησής του. Ως έτος συνταξιοδότησης νοείται το 65ο έτος της ηλικίας. 4. Για την εν γένει διαδικασία επιβολής και βεβαίωσης του τέλους επιτηδεύματος εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κ.Φ.Ε. (ν.2238/1994). 5… 7. Ειδικά για το οικονομικό έτος 2011, το τέλος επιτηδεύματος ορίζεται σε τριακόσια (300) ευρώ και για τις δύο κατηγορίες επιτηδευματιών και ελεύθερων επαγγελματιών της παραγράφου 1...». Η ως άνω διάταξη του άρθρου 31 του ν.3986/2011 τροποποιήθηκε εν συνεχεία επανειλημμένως, με τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ.3 του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226 Α΄), 10 παρ.4 του ν.4110/2013 (ΦΕΚ 17 Α΄), δέκατο του ν.4211/2013 (ΦΕΚ 256 Α΄), 48 παρ.1 του ν.4305/2014 (ΦΕΚ 237 Α΄), 73 του ν.4430/2016 (ΦΕΚ 205 Α΄), 12 του ν.4484/2017 (ΦΕΚ 110 Α΄), 17 του ν.4577/2018 (ΦΕΚ 199 Α΄), 8 του ν.4714/2020 (ΦΕΚ 148 Α΄), 25 του ν.4797/2021 (ΦΕΚ 66 Α΄) και, μετά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, με τις διατάξεις των άρθρων 216 του ν.4920/2022 (ΦΕΚ 74 Α΄), 58 του ν.4949/2022 (ΦΕΚ 126 Α΄) και 179 του ν.4972/2022 (ΦΕΚ 181 Α΄). Κατόπιν των ανωτέρω τροποποιήσεων, το άρθρο 31 του ν.3986/2011, κατά το κρίσιμο εν προκειμένω φορολογικό έτος (2020), είχε ως εξής: «1. Οι επιτηδευματίες και οι ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα, εφόσον τηρούν βιβλία Β΄ ή Γ κατηγορίας του Κ.Β.Σ., υποχρεούνται σε καταβολή ετήσιου τέλους επιτηδεύματος, το οποίο ορίζεται ως εξής: α) Για νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική επιχείρηση και έχουν την έδρα τους σε τουριστικούς τόπους και σε πόλεις ή χωριά με πληθυσμό έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, σε οκτακόσια (800) ευρώ ετησίως. β) Για νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική επιχείρηση και έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, σε χίλια (1.000) ευρώ ετησίως. γ) Για ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ ετησίως. δ)… Ειδικά για τις Αστικές μη Κερδοσκοπικές Εταιρίες της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του Κ.Φ.Ε., καθώς και για τα φυσικά πρόσωπα που το εισόδημα τους προέρχεται από ατομική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή ελευθέριο επάγγελμα και έχουν έγγραφη σύμβαση με μέχρι τρία (3) φυσικά ή/και νομικά πρόσωπα, ή το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) των ακαθάριστων εσόδων τους προέρχεται από ένα (1) φυσικό ή/και νομικό πρόσωπο, τα ποσά του τέλους επιτηδεύματος, εξακολουθούν να ισχύουν όπως επιβλήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 2012. ε)… Από το οικονομικό έτος 2013 και εφεξής, εξαιρούνται από την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος τα πρόσωπα που ασκούν ατομική εμπορική επιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμα και παρουσιάζουν αναπηρία ίση ή μεγαλύτερη του ογδόντα τοις εκατό (80%). 2. Σε περίπτωση διακοπής της δραστηριότητας μέσα στη χρήση, το τέλος επιτηδεύματος περιορίζεται ανάλογα με τους μήνες λειτουργίας της επιχείρησης ή της άσκησης του επαγγέλματος. Χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε (15) ημερών λογίζεται ως μήνας. 3. Εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις καταβολής του τέλους, εκτός εάν πρόκειται για τουριστικούς τόπους, οι εμπορικές επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους σε χωριά με πληθυσμό έως πεντακόσιους (500) κατοίκους και σε νησιά κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους. Επίσης εξαιρούνται ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις και η ατομική άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον δεν έχουν παρέλθει πέντε (5) έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών, καθώς και οι περιπτώσεις ατομικών επιχειρήσεων εφόσον για τον επιτηδευματία υπολείπονται τρία (3) έτη από το έτος της συνταξιοδότησής του. Ως έτος συνταξιοδότησης νοείται το 65ο έτος της ηλικίας. Από το φορολογικό έτος 2018 και εφεξής εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής τέλους οι αγρότες-μέλη αγροτικών συνεταιρισμών που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 του ν.4384/2016 (Α΄ 78), οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, οι σχολικοί συνεταιρισμοί του άρθρου 46 του ν.1566/1985 (Α΄ 167), οι Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας με τη μορφή Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης ή Συνεταιρισμού Εργαζομένων, καθώς και οι επιχειρήσεις ανεξαρτήτως νομικής μορφής που βρίσκονται σε εκκαθάριση, πτώχευση ή αδράνεια. Σε περίπτωση που η αδράνεια δεν καταλαμβάνει ολόκληρο το φορολογικό έτος εφαρμόζεται αναλογικά η παρ.2. Ειδικά για τα φορολογικά έτη 2019 και 2020 εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής του τέλους επιτηδεύματος οι αγρότες κανονικού καθεστώτος για τους οποίους έχουν παρέλθει τα πρώτα πέντε (5) έτη από την ημερομηνία τήρησης βιβλίων και ένταξής τους στο κανονικό καθεστώς Φ.Π.Α., καθώς και οι αλιείς της παράκτιας αλιείας, που εκμεταλλεύονται, είτε ατομικά είτε με τη μορφή συμπλοιοκτησίας ή κοινωνίας αστικού δικαίου, αλιευτικά σκάφη μέχρι δώδεκα (12) μέτρα, μεταξύ καθέτων. 4. Για την εν γένει διαδικασία επιβολής και βεβαίωσης του τέλους επιτηδεύματος εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κ.Φ.Ε. (ν.2238/1994). 5… 9. Το τέλος επιτηδεύματος του παρόντος άρθρου δεν αφαιρείται από το συνολικό εισόδημα ή από το φόρο της κλίμακας του άρθρου 9 του Κ.Φ.Ε. των φυσικών προσώπων που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα και δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα των νομικών προσώπων του άρθρου 101 και της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του Κ.Φ.Ε..».
12. Επειδή, από την αντιπαραβολή της διάταξης του άρθρου 31 του ν.3986/2011, όπως ίσχυε κατά το επίδικο φορολογικό έτος (2020), προς την αρχική μορφή της του έτους 2011, προκύπτει ότι διατηρήθηκε μεν ο πυρήνας της αρχικής ρύθμισης, που συνίσταται στην επιβολή του τέλους επιτηδεύματος (ως πρόσθετου φόρου εισοδήματος) σε επιτηδευματίες και ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα, εξαιρουμένων όσων ασκούν το επάγγελμα λιγότερο από πέντε έτη, επήλθαν όμως ορισμένες μεταβολές, κυριότερη από τις οποίες, από την άποψη που αφορά τον προσφεύγοντα, ο οποίος έχει την ιδιότητα του δικηγόρου Θεσσαλονίκης, ήταν η αύξηση, με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.4 του ν. 4110/2013, του ύψους του τέλους επιτηδεύματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες από 500 σε 650 ευρώ ετησίως. Πέραν της αύξησης αυτής, με τις νεότερες διατάξεις: α. διαφοροποιήθηκε το καθεστώς των νομικών προσώπων που ασκούν εμπορική επιχείρηση αφενός και των ατομικών εμπορικών επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών αφετέρου, β. επήλθε μεταβολή ως προς το κριτήριο του πληθυσμού της έδρας της δραστηριότητας (αφού η διαφοροποίηση ως προς το ύψος του οφειλόμενου τέλους με κριτήριο το όριο των 200.000 κατοίκων διατηρήθηκε μόνο για τα νομικά πρόσωπα και απαλείφθηκε για τις ατομικές επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες, διατηρήθηκε όμως η πλήρης εξαίρεση για όλους, όταν η δραστηριότητα ασκείται σε χωριά με πληθυσμό έως 500 κατοίκων και νησιά κάτω από 3.100 κατοίκους, εκτός αν πρόκειται για τουριστικούς τόπους), γ. προβλέφθηκε ρητώς εξαίρεση από την υποχρέωση καταβολής του τέλους για επιχειρήσεις ανεξαρτήτως νομικής μορφής που βρίσκονται σε εκκαθάριση, πτώχευση ή αδράνεια, ρύθμιση που πρέπει να γίνει δεκτό ότι ισχύει αναλόγως και για ελεύθερους επαγγελματίες που βρίσκονται εν τοις πράγμασι σε αδράνεια ή άλλη ανάλογη κατάσταση, άνευ τυπικής διακοπής της δραστηριότητάς τους, και δ. προβλέφθηκαν εξαιρέσεις ή εν γένει ευνοϊκές ρυθμίσεις για ειδικές κατηγορίες φορολογουμένων, όπως εξαίρεση για άτομα με αναπηρία τουλάχιστον 80%, για αγρότες-μέλη αγροτικών συνεταιρισμών, για αγροτικούς και σχολικούς συνεταιρισμούς, για κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις ή συνεταιρισμούς εργαζομένων, ευνοϊκή ρύθμιση (ρήτρα εφαρμογής του τέλους, όπως ίσχυε το οικονομικό έτος 2012) για αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρίες και φυσικά πρόσωπα που έχουν έγγραφη σύμβαση με μέχρι τρία πρόσωπα ή που το 75% των ακαθάριστων εσόδων τους προέρχεται από ένα πρόσωπο, ειδική εξαίρεση για τα έτη 2019 και 2020 για αγρότες κανονικού καθεστώτος και αλιείς παράκτιας αλιείας (βλ. ΣτΕ 148/2024
Ολομ.).
13. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 31 του ν.3986/2011, όπως ίσχυε κατά το επίδικο φορολογικό έτος (2020), επιβλήθηκε ετήσια επί του εισοδήματος φορολογική επιβάρυνση (τέλος επιτηδεύματος), οριζόμενη σε πάγιο -κατά κατηγορία υπόχρεων- ποσό, στους επιτηδευματίες και στους ασκούντες ελεύθερο επάγγελμα, που τηρούν βιβλία Β΄ και Γ΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ., ανεξαρτήτως του αν οι υπόχρεοι βαρύνονται με φόρο εισοδήματος μικρότερο ή μεγαλύτερο του παγίως οριζόμενου τέλους. Αντικείμενο της επίμαχης φορολογικής επιβάρυνσης είναι, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, το ελάχιστο εισόδημα, το οποίο αποκτά όποιος ασκεί εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα, υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις του νόμου. Η επιβάρυνση αυτή θεσπίστηκε προς ενίσχυση των δημοσίων εσόδων στο πλαίσιο εξυπηρέτησης των γενικών δημοσιονομικών αναγκών της χώρας, αλλά και προς αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής των ελεύθερων επαγγελματιών και των ασκούντων ατομική επιχείρηση (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν.3986/2011 και ΣτΕ Ολομέλεια 148/2024
, 2563-6/2015, 2527
-31/2013
). Θεσπίζοντας το επίδικο τέλος ως φόρο επί του εισοδήματος, ο νομοθέτης στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι η άσκηση επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας σε πόλεις με ιδιαίτερο χαρακτήρα (τουριστικές περιοχές) ή συγκεκριμένο πληθυσμό (πάνω από 500 κατοίκους ή 3.100 κατοίκους για τα νησιά), για πέντε τουλάχιστον έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών και έως τρία έτη πριν από την συνταξιοδότηση (η τελευταία προϋπόθεση αφορά, ειδικώς, τους επιτηδευματίες που ασκούν ατομική επιχείρηση), αποφέρει ένα ελάχιστο ποσό ετήσιου εισοδήματος, στο οποίο αντιστοιχεί, ως ελάχιστη φορολογική επιβάρυνση, ποσό ύψους 650 ευρώ, προκειμένου για φυσικά πρόσωπα (και 800 ή 1.000 ευρώ για νομικά πρόσωπα). Καθιερώνεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τεκμήριο φοροδοτικής ικανότητας, σύμφωνα με το οποίο, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, αποκτάται εισόδημα, το ύψος του οποίου αντιστοιχεί, κατ’ ελάχιστο, στην ως άνω φορολογική επιβάρυνση. Το τεκμήριο αυτό στηρίζεται σε στοιχεία (κριτήρια) άμεσα συναρτώμενα με ορισμένα δεδομένα της επαγγελματικής δραστηριότητας των υποκειμένων στον φόρο, προβλεπόμενα στον νόμο (πληθυσμός και χαρακτήρας του τόπου άσκησης της δραστηριότητας, έτη άσκησης δραστηριότητας κ.ά.), από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη αντίστοιχης οικονομικής δύναμης και, επομένως, φοροδοτικής ικανότητας. Τα εν λόγω κριτήρια, που αποτελούν τη βάση του τεκμηρίου απόκτησης εισοδήματος, είναι γενικά και αντικειμενικά, τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης, δεν αφίστανται των δεδομένων της κοινής πείρας, λαμβανομένου υπόψη του καθοριζόμενου χαμηλού ύψους του τέλους και των εξαιρέσεων που θεσπίζονται από την επιβολή του (των οικονομικά ασθενέστερων επιτηδευματιών, όσων τελούν εν τοις πράγμασι σε αδράνεια, εκκαθάριση, πτώχευση, πάσχουν από αναπηρία κ.λπ.) και στηρίζουν, ενόψει αυτών, το συμπέρασμα του τεκμηρίου. Ως εκ τούτου, η επιβολή του εν λόγω φόρου βάσει των ως άνω κριτηρίων (χρονικών, τοπικών και πληθυσμιακών) δεν υπερβαίνει τα όρια της κατά τα ανωτέρω ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο φορολόγησης διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων και, κατ’ ακολουθίαν, δεν παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 5 και 78 παρ.1 του Συντάγματος και τις αρχές της καθολικότητας και της ισότητας του φόρου που απορρέουν από αυτές. Τούτο δε, ενόψει και του ότι η αρχή της φοροδοτικής ισότητας δεν αποκλείει την θέσπιση από τον νομοθέτη ενός ελάχιστου ποσού φόρου, προς σύλληψη διαφεύγουσας φορολογικής ύλης, που μπορεί να καταβληθεί από όλους τους βαρυνομένους με αυτό, λόγω του χαμηλού ύψους του, το οποίο εξευρίσκεται με συναγωγή τεκμηρίων που στηρίζονται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο της εκάστοτε ρύθμισης και συνάδουν με τα διδάγματα της κοινής πείρας, όπως τα τιθέμενα ανωτέρω, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, δεν τίθεται θέμα φοροδοτικής ικανότητας, αφού όλοι οι υπόχρεοι προς καταβολή του φόρου μπορούν, εφόσον συντρέχουν τα κριτήρια του τεκμηρίου, να τον καταβάλουν. Εξάλλου, ο προσδιορισμός του κύκλου των βαρυνόμενων με τον φόρο αυτό προσώπων δεν παρίσταται, ενόψει του σκοπού που εξαγγέλλεται με την αιτιολογική έκθεση του νόμου (σύλληψη φορολογητέας ύλης από άσκηση επιτηδεύματος ή ελεύθερου επαγγέλματος), αυθαίρετος (βλ. ΣτΕ Ολομέλεια 148/2024
, 2563-6/2015, 2527
-31/2013
) και δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών από την επιβάρυνση μόνον των ελεύθερων επαγγελματιών και όχι των μισθωτών, διότι, όσον αφορά την ανάγκη σύλληψης φορολογητέας ύλης ως προς τον φόρο εισοδήματος, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι μισθωτοί τελούν, και κατά την αντίληψη του νομοθέτη, σε όλως διαφορετικές συνθήκες. Εξάλλου, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της ισότητας ούτε μεταξύ ελεύθερων επαγγελματιών που δηλώνουν διαφορετικού ύψους εισοδήματα, για τα οποία φορολογούνται αναλόγως, διότι η αρχή της ισότητας δεν απαγορεύει στην προκειμένη περίπτωση την πρόβλεψη του τέλους επιτηδεύματος ως πρόσθετου φόρου εισοδήματος, τον οποίο, λόγω του χαμηλού ύψους του, κατά τα προαναφερθέντα, όλοι οι υποκείμενοι σε αυτόν μπορούν να καταβάλουν, καθώς από καμία συνταγματική διάταξη δεν επιβάλλεται κάθε επιμέρους επιβάρυνση να είναι ανάλογη προς τα εισοδήματα του φορολογουμένου (βλ. ΣτΕ 148/2024
Ολομ.). Η επιβολή του τέλους δεν παρίσταται, άλλωστε, προδήλως απρόσφορη ή μη αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού, που συνδέεται, όπως εκτέθηκε, με την αύξηση των δημοσίων εσόδων και τη σύλληψη αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης, ενώ το παγίως οριζόμενο ποσό του τέλους δεν αποτελεί, ενόψει του ύψους του, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, υπέρμετρο βάρος, ικανό να κλονίσει την περιουσιακή κατάσταση των υπόχρεων προς καταβολή του, ώστε να αναιρείται κατά τρόπο προφανή η σχέση αναλογικότητας μεταξύ των επιδιωκόμενων με την επιβολή του σκοπών και του επιβαλλόμενου βάρους, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των προβλεπόμενων από τον ίδιο τον νόμο περιπτώσεων απαλλαγής και, αφετέρου, του μαχητού χαρακτήρα του τεκμηρίου (βλ. ΣτΕ Ολομ. 148/2024
, 2527
-31/2013
). Ως εκ τούτου, ενόψει των χαρακτηριστικών του επίδικου τέλους (χαμηλό ύψος, πρόβλεψη εξαιρέσεων στον νόμο και μαχητός χαρακτήρας του τεκμηρίου, ώστε να απαλλάσσονται οι φορολογούμενοι για τους οποίους προκύπτει ότι δεν έχει πράγματι κτηθεί το αντίστοιχο εισόδημα κατά το προηγούμενο έτος), το επίδικο τέλος δεν επιβάλλεται επί πλασματικού εισοδήματος και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά δυσανάλογη επέμβαση στην περιουσία των υπόχρεων, η οποία παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Με τα ανωτέρω, δε, δεδομένα δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης ούτε του άρθρου 17 του Συντάγματος που προστατεύει την ιδιοκτησία, ούτε της κατοχυρούμενης στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας (βλ. ΣτΕ 148/2024
Ολομ.).
14. Επειδή, περαιτέρω, από τα ήδη εκτεθέντα προκύπτει ότι το τέλος επιτηδεύματος επιβλήθηκε μεν, μαζί με άλλα μέτρα, όπως έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως μέτρο αναγκαίο για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης και, συγκεκριμένα, προς τον σκοπό ενίσχυσης των δημοσίων εσόδων, ενόψει των δημοσιονομικών συνθηκών που διήλθε η χώρα, υπό τη μορφή -όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση- ενός «ελάχιστου φόρου εισοδήματος» προερχόμενου από τη δραστηριότητα εμπορικών επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, μετά τη διαπίστωση από τον νομοθέτη ότι πολύ μεγάλος αριθμός των εν λόγω κατηγοριών φορολογουμένων δηλώνουν καθαρά κέρδη κάτω του αφορολόγητου ορίου (βλ. ΣτΕ 148/2024
Ολομ. και τις εκεί παραπομπές σε νομολογία του ΣτΕ). Πλην, το φορολογικό αυτό μέτρο, που προβλέφθηκε στο άρθρο 31 του ν.3986/2011 που φέρει τον τίτλο «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015», δεν θεσπίστηκε πάντως ως μέτρο περιορισμένης χρονικής ισχύος, δοθέντος ότι δεν ορίστηκε χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου επρόκειτο να εφαρμοστεί, αλλά προβλέφθηκε μόνο ότι θα εφαρμοστεί από την 1η.1.2011 και μετά (βλ. άλλως για την εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 και την έκτακτη εισφορά σε αντικειμενικές δαπάνες του άρθρου 30 του ίδιου νόμου). Πέραν τούτου, με τις 2527-31/2013 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το τέλος επιτηδεύματος, δεν έγινε δεκτό ότι συνάγεται από τον νόμο ή τις προπαρασκευαστικές εργασίες ότι το τέλος επιτηδεύματος έχει έκτακτο ή προσωρινό χαρακτήρα [όπως έγινε δεκτό από τη νομολογία για το έκτακτο ειδικό τέλος ηλεκτροδοτουμένων δομημένων επιφανειών-Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. του άρθρου 53 του ν.4021/2011 (βλ. ΣτΕ 1972/2012
Ολομ., 3342-9/2013 Ολομ.), την έκτακτη εφάπαξ εισφορά του άρθρου 18 του ν.3758/2009 (βλ. ΣτΕ 1685/2013
Ολομ., 3408-9/2013 Ολομ.), αλλά και την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 και την έκτακτη εισφορά σε αντικειμενικές δαπάνες του άρθρου 30 του ν.3986/2011]. Ούτε, τέλος, το Συμβούλιο της Επικρατείας συνεκτίμησε ή στήριξε την κρίση του περί συνταγματικότητας της επιβολής του τέλους στην προϋπόθεση ότι ο φόρος αυτός επιβάλλεται για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και ότι, επομένως, είναι συνταγματικά ανεκτός μόνο για όσο χρόνο εξακολουθούν να συντρέχουν συνθήκες κρίσης [βλ. ιδίως ΣτΕ 2527
-31/2013
Ολομ. και πρβλ. αντιθέτως περιπτώσεις στις οποίες ελήφθη υπόψη από το Συμβούλιο της Επικρατείας ο έκτακτος χαρακτήρας του μέτρου, λ.χ. στην περίπτωση του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. (βλ. ΣτΕ 1972/2012
Ολομ.) ή της έκτακτης εισφοράς σε αντικειμενικές δαπάνες του άρθρου 30 του ν.3986/2011 (βλ. ΣτΕ 2564-5/2015 Ολομ.)]. Με τα δεδομένα αυτά, προκύπτει ότι ούτε το τέλος επιτηδεύματος θεσπίστηκε ως φορολογικό μέτρο έκτακτου χαρακτήρα, η επιβολή του οποίου είναι συνταγματικώς ανεκτή μόνον υπό έκτακτες οικονομικές συνθήκες, των οποίων τη συνδρομή να οφείλει να ελέγξει ο δικαστής για να δεχθεί τη συνταγματικότητα της επιβολής του, ούτε το Συμβούλιο της Επικρατείας στηρίχθηκε στην ύπαρξη οικονομικής κρίσης ως νομικώς κρίσιμη προϋπόθεση για να οδηγηθεί σε κρίση περί συνταγματικότητας της επιβολής του τέλους. Αναγνωρίστηκε μεν, κατά τα προεκτεθέντα, από το Συμβούλιο της Επικρατείας ως σκοπός επιβολής του τέλους η «αύξηση των δημοσίων εσόδων και η σύλληψη αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης, στο πλαίσιο άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής που καθορίζεται στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα» (βλ. ΣτΕ 2566/2015 Ολομ., 2528/2013 Ολομ.), πλην αυτή καθαυτή η κρίση για τη συμφωνία του φορολογικού αυτού μέτρου με το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. δεν στηρίχθηκε ούτε στη συνδρομή εξαιρετικών συνθηκών οικονομικής κρίσης ούτε στον έκτακτο χαρακτήρα (υπό την έννοια της άπαξ εφαρμογής) ή εν γένει στην προσωρινότητα του μέτρου. Αντιθέτως, τα στοιχεία εκείνα τα οποία ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας και αποτέλεσαν νομικώς κρίσιμα δεδομένα, προκειμένου αυτή να αποφανθεί υπέρ της συμφωνίας του τέλους με το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α., ήταν, όπως προκύπτει ιδίως από τις πρώτες αποφάσεις της Ολομέλειας που αναφέρονται αποκλειστικά στο τέλος επιτηδεύματος (ΣτΕ 2527
-31/2013
Ολομ.), αφενός το χαμηλό του ύψος και οι εξαιρέσεις που θεσπίστηκαν από την επιβολή του (των οικονομικά ασθενέστερων επιτηδευματιών) -στοιχεία τα οποία οδήγησαν το Συμβούλιο της Επικρατείας στην κρίση ότι τα στοιχεία («κριτήρια») που αποτελούν κατά τον νόμο τη βάση του τεκμηρίου απόκτησης εισοδήματος είναι γενικά και αντικειμενικά, τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης και δεν αφίστανται των δεδομένων της κοινής πείρας- και αφετέρου ο μαχητός χαρακτήρας του τεκμηρίου (βλ. ΣτΕ 2527
-31/2013
, Ολομ.). Εξάλλου, προδήλως, μόνη η θέσπιση ενός φορολογικού μέτρου υπό συνθήκες κρίσης δεν καθιστά άνευ ετέρου αντισυνταγματική τη διατήρησή του, όταν βελτιωθούν οι συνθήκες, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το μέτρο αυτό καθαυτό δεν παραβιάζει συνταγματικές ή άλλες υπερκείμενες του νόμου διατάξεις και αρχές. Περαιτέρω, δεν απαιτείται καταρχήν να δικαιολογείται η ανάγκη επιβολής ή διατήρησης φορολογικού μέτρου, πλην αν, ενόψει της φύσης και της βαρύτητας του φορολογικού μέτρου, τούτο καθίσταται αναγκαίο για τη διαπίστωση της ανάγκης επιβολής του, ώστε να δύναται να ελεγχθεί η μη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, της ισότητας και των λοιπών συνταγματικών και υπερκείμενων του νόμου κανόνων και αρχών. Και τούτο, διότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, εφόσον δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης συνταγματικών και εν γένει υπερκείμενων του νόμου κανόνων και αρχών, ο νομοθέτης, κινούμενος εντός των ορίων που καθορίζει το άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος, είναι ελεύθερος να καθορίζει τις διάφορες μορφές των οικονομικών επιβαρύνσεων για τη δημιουργία δημοσίων εσόδων προς κάλυψη των δαπανών του κράτους, που αποτελούν εκδήλωση της ασκούμενης φορολογικής και εν γένει οικονομικής πολιτικής της εκάστοτε κυβέρνησης. Άλλωστε, εν προκειμένω, μετά τη θέσπισή τους, οι κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 31 του ν.3986/2011 τροποποιήθηκαν επανειλημμένως, χωρίς και πάλι να προσδοθεί συγκεκριμένη χρονική ισχύς στον ένδικο φόρο. Κατά τις τροποποιήσεις, δε, αυτές ο νομοθέτης, προδήλως, επανεπιβεβαίωσε την εκτίμησή του για τη σκοπιμότητα επιβολής και διατήρησης του τέλους επιτηδεύματος, η οποία, κατά τα ανωτέρω, αναγόμενη στην ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη κατά την επιλογή της φορολογικής πολιτικής, δεν υπόκειται σε περαιτέρω δικαστικό έλεγχο. Εξάλλου, η επιβολή του ένδικου φόρου, όπως συνάγεται από την αιτιολογική έκθεση και έγινε δεκτό από τη νομολογία (βλ. ΣτΕ 2566/2015 Ολομ., 2528/2013 Ολομ., 89/2019 7μ.), είχε ως αιτιολογικό έρεισμα, πέραν της ανάγκης ενίσχυσης των δημοσίων εσόδων, και τη σύλληψη φορολογητέας ύλης (βλ. ΣτΕ 148/2024
Ολομ.).
15. Επειδή, με τις Δ1α/ΓΠ.οικ./17734/12.3.2020 (ΦΕΚ 833 Β΄), Δ1α/ΓΠ.οικ.18176/15.3.2020 (ΦΕΚ 864 Β΄), Δ1α/ΓΠ.οικ.21159/27.3.2020 (ΦΕΚ 1074 Β΄), Δ1α/ΓΠ.οικ.24403/11.4.2020 (ΦΕΚ 1301 Β΄), Δ1α/ΓΠ.οικ.26804/25.4.2020 (ΦΕΚ 1588 Β΄) και Δ1α/ΓΠ.οικ.30340/15.5.2020 (ΦΕΚ 1857 Β΄) κοινές υπουργικές αποφάσεις επιβλήθηκε μερική αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων της Χώρας για το χρονικό διάστημα από 13.3.2020 έως 31.5.2020, με σκοπό την αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών από την εμφάνιση του κορωνοϊού COVID-19 και τον περιορισμό της διάδοσής του. Κατά τη διάρκεια της ισχύος των ανωτέρω υπουργικών αποφάσεων, εκδικάζονταν ορισμένες μόνο κατηγορίες υποθέσεων κάθε δικαιοδοσίας, οι οποίες διευρύνονταν σταδιακά. Ακολούθως, με την Δ1α/ΓΠ.οικ.33202/28.5.2020 κοινή υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 2033 Β΄) αποφασίστηκε η επαναλειτουργία από την 1η.6.2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των πολιτικών δικαστηρίων, με τήρηση προληπτικών μέτρων. Εν συνεχεία, όμως, με τις Δ1α/Γ.Π.οικ.71342/6.11.2020 (ΦΕΚ 4899 Β΄), Δ1α/ΓΠ.οικ.78363/5.12.2020 (ΦΕΚ 5350 Β΄), Δ1α/ΓΠ.Οικ.80189/12.12.2020 (ΦΕΚ 5486 Β΄) και Δ1α/ΓΠ.οικ.80588/14.12.2020 (ΦΕΚ 5509 Β΄) κοινές υπουργικές αποφάσεις επιβλήθηκε εκ νέου μερική αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας για το χρονικό διάστημα από 7.11.2020 έως 31.12.2020, με σκοπό την αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών από την εμφάνιση του κορωνοϊού COVID-19 και τον περιορισμό της διάδοσής του. Κατά ανωτέρω χρονικό διάστημα, εξακολούθησαν να εκδικάζονται ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων κάθε δικαιοδοσίας.
16. Επειδή, με τις ανωτέρω ρυθμίσεις δεν επιβλήθηκε απαγόρευση ή πλήρης αναστολή της επαγγελματικής δραστηριότητας των δικηγόρων, οι οποίοι, κατά τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 31.12.2020, μπορούσαν να παρέχουν, χωρίς περιορισμό, νομικές υπηρεσίες συμβουλευτικής δικηγορίας/γνωμοδοτήσεων, προετοιμασίας εισαγωγικών δικογράφων και φακέλων δικογραφιών, προτάσεων και υπομνημάτων, συλλογής αποδεικτικού υλικού, κατάθεσης εισαγωγικών δικογράφων, καθώς και εκπροσώπησης των πελατών τους στις υποθέσεις που εξαιρέθηκαν από τις ρυθμίσεις περί αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων (όπως διαδικασίες προσωρινής δικαστικής προστασίας, διαδικασίες αντιρρήσεων κατά αποφάσεων κράτησης αλλοδαπών, διαδικασίες εκδίκασης αυτόφωρων αδικημάτων, εκδίκαση ώριμων υποθέσεων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων). Επομένως, οι περιορισμοί στη λειτουργία των δικαστηρίων δεν ήταν απόλυτοι (δεδομένου ότι τα δικαστήρια συνέχισαν τη λειτουργία τους για την εκδίκαση επειγουσών ή και ώριμων υποθέσεων), δεν επηρέασαν την εξωδικαστική επαγγελματική δραστηριότητα των δικηγόρων και δεν εμπόδισαν την προετοιμασία δικαστικών υποθέσεων, προκειμένου να εκδικαστούν σε μεταγενέστερο χρόνο (βλ. ΣτΕ 2108/2024 7μ.). Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια ισχύος των ανωτέρω μέτρων, η πολιτεία έλαβε ειδική πρόνοια για την υποστήριξη των επιστημόνων-ελεύθερων επαγγελματιών, συμπεριλαμβανομένων και των δικηγόρων, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές επιπτώσεις του κορωνοϊού COVID-19. Η πρόνοια αυτή εκδηλώθηκε: α) με την 16604/3224/27.4.2020 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 1629 Β΄), με την οποία θεσπίστηκαν μέτρα για τη στήριξη ελευθέρων επαγγελματιών, αυτοαπασχολουμένων και ατομικών επιχειρήσεων με την καταβολή εφάπαξ ποσού 600 ευρώ, και β) με την 5629/22/4.2.2021 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (ΦΕΚ 450 Β΄), όπως τροποποιήθηκε με την 907/7.4.2021 όμοια απόφαση (ΦΕΚ 1487 Β΄), με την οποία καθορίστηκαν το ύψος, οι προϋποθέσεις, τα κριτήρια και η διαδικασία χορήγησης και πληρωμής εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης σε διάφορες κατηγορίες ελευθέρων επαγγελματιών, συμπεριλαμβανομένων και των δικηγόρων. Εκτός από τις ανωτέρω οικονομικές ενισχύσεις, ελήφθησαν και άλλα υποστηρικτικά μέτρα για τους δικηγόρους, όπως η παροχή δυνατότητας προσωρινής αναστολής σχέσεων εξαρτημένης εργασίας για εργαζομένους σε δικηγορικά γραφεία, με παράλληλη παροχή από το κράτος αποζημίωσης στους μισθωτούς αυτούς και κάλυψης των ασφαλιστικών τους εισφορών, ενισχύσεις με μορφή επιστρεπτέας προκαταβολής, παράταση προθεσμίας καταβολής φορολογικών και ασφαλιστικών εισφορών και μείωση μισθωμάτων για μισθωμένα από δικηγόρους ακίνητα-γραφεία (βλ. ΣτΕ 2108/2024 7μ.). Κατόπιν τούτων και δοθέντος ότι η μερική αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 31.12.2020, δεν ισοδυναμεί με εν τοις πράγμασι αδράνεια ή άλλη ανάλογη κατάσταση ή με απαγόρευση ή πλήρη αναστολή της επαγγελματικής δραστηριότητας των δικηγόρων, οι οποίοι μπορούσαν, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, να παρέχουν, χωρίς περιορισμό, μία σειρά από νομικές υπηρεσίες, δεν τίθεται ζήτημα εξαίρεσής τους από την υποχρέωση καταβολής τέλους επιτηδεύματος γενικώς για το φορολογικό έτος 2020 ούτε ειδικώς για τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα, κατ’ αναλογική εφαρμογή της προβλεπόμενης στο άρθρο 31 του ν.3986/2011 εξαίρεσης για επιχειρήσεις που βρίσκονται σε εκκαθάριση, πτώχευση ή αδράνεια. Περαιτέρω, μόνη η μερική αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 31.12.2020, δεν κλονίζει το τεκμήριο φοροδοτικής ικανότητας, επί του οποίου ερείδεται η επιβολή του επίδικου τέλους επιτηδεύματος για την επαγγελματική κατηγορία των δικηγόρων, και συγκεκριμένα δεν κλονίζει την παραδοχή του νομοθέτη ότι η άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας του δικηγόρου σε πόλεις με ιδιαίτερο χαρακτήρα (τουριστικές περιοχές) ή με συγκεκριμένο πληθυσμό (πάνω από 500 κατοίκους ή 3.100 κατοίκους για τα νησιά), για πέντε τουλάχιστον έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών και έως τρία έτη πριν από την συνταξιοδότηση (ειδικώς για τους επιτηδευματίες που ασκούν ατομική επιχείρηση), αποφέρει ένα ελάχιστο ποσό ετήσιου εισοδήματος, στο οποίο αντιστοιχεί, ως ελάχιστη φορολογική επιβάρυνση, ποσό ύψους 650 ευρώ, προκειμένου για φυσικά πρόσωπα, δεδομένου ότι, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα (από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 31.12.2020), οι δικηγόροι μπορούσαν να παρέχουν, χωρίς περιορισμό, πληθώρα νομικών υπηρεσιών και ειδικότερα νομικές υπηρεσίες συμβουλευτικής δικηγορίας/γνωμοδοτήσεων, προετοιμασίας εισαγωγικών δικογράφων και φακέλων δικογραφιών, προτάσεων και υπομνημάτων, συλλογής αποδεικτικού υλικού, κατάθεσης εισαγωγικών δικογράφων, καθώς και εκπροσώπησης των πελατών τους στις υποθέσεις που είχαν εξαιρεθεί από τις ρυθμίσεις περί αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, ενώ, κατά τη διάρκεια ισχύος του προαναφερθέντος μέτρου της μερικής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, η πολιτεία έλαβε ειδική πρόνοια για την υποστήριξη, μεταξύ άλλων, και των δικηγόρων, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές επιπτώσεις του κορωνοϊού COVID-19 (καταβολή εφάπαξ οικονομικών ενισχύσεων με τις 16604/3224/27.4.2020 και 5629/22/4.2.2021 κοινές υπουργικές αποφάσεις, παροχή δυνατότητας προσωρινής αναστολής σχέσεων εξαρτημένης εργασίας για εργαζομένους σε δικηγορικά γραφεία με παράλληλη παροχή από το κράτος αποζημίωσης στους μισθωτούς αυτούς και κάλυψης των ασφαλιστικών τους εισφορών, ενισχύσεις με μορφή επιστρεπτέας προκαταβολής, παράταση προθεσμίας καταβολής φορολογικών και ασφαλιστικών εισφορών και μείωση μισθωμάτων για μισθωμένα από δικηγόρους ακίνητα-γραφεία).
17. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο προσφεύγων είναι δικηγόρος και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (βλ. το από … πιστοποιητικό του Προέδρου του εν λόγω Δικηγορικού Συλλόγου). Κατόπιν υποβολής εκ μέρους του σχετικής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εκδόθηκε η με αριθμό ειδοποίησης …/17.8.2021 πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Α΄ Θεσσαλονίκης, φορολογικού έτους 2020, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του, μεταξύ άλλων, τέλος επιτηδεύματος, ύψους 650 ευρώ. Την 9η.9.2021, ο προσφεύγων υπέβαλε την …/9.9.2021 ενδικοφανή προσφυγή κατά της ως άνω πράξης, με την οποία προέβαλε ότι η επιβολή σε βάρος του τέλους επιτηδεύματος για το φορολογικό έτος 2020 δεν ήταν νόμιμη, καθότι, κατά το ως άνω έτος, η λειτουργία των δικαστηρίων της χώρας είχε ανασταλεί, δυνάμει σχετικών κοινών υπουργικών αποφάσεων, λόγω της πανδημίας του COVID-19, με εξαίρεση τη δυνατότητα εκδίκασης ελάχιστων υποθέσεων επείγοντος χαρακτήρα. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι, λόγω της ανωτέρω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, δεν μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμα του ή πάντως δεν μπορούσε να το ασκήσει υπό τις συνθήκες που είχε λάβει υπόψη του ο νομοθέτης κατά τη θέσπιση του επίμαχου τέλους επιτηδεύματος, γεγονός που αποδεικνυόταν -κατά τα προβαλλόμενα με την οικεία ενδικοφανή προσφυγή- από το ότι, κατά το φορολογικό έτος 2020, είχε σημειωθεί μείωση των ακαθάριστων εσόδων του κατά ποσοστό 47,50%, ενώ, κατά τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 30.10.2020 έως 31.12.2020, αυτός είχε εκδώσει μόνον ένα (1) και έξι (6) γραμμάτια προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής, αντιστοίχως. Περαιτέρω, προέβαλε ότι η υφιστάμενη δυνατότητα διενέργειας ορισμένων διαδικαστικών ενεργειών εκ μέρους του, κατά τη διάρκεια της ως άνω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, δεν συνεπαγόταν το εύλογο του τεκμηρίου βάσει του οποίου είχε επιβληθεί σε βάρος του το επίμαχο τέλος για το φορολογικό έτος 2020, με αποτέλεσμα η επιβολή του να αντίκειται στην αρχή της φοροδοτικής ικανότητας, στο προβλεπόμενο στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα στην περιουσία, καθώς και στο άρθρο 2 παρ.1 του Συντάγματος περί σεβασμού της αξίας του ανθρώπου. Αφού εξέθεσε τα ανωτέρω, ζήτησε να ακυρωθεί η με αριθμό ειδοποίησης …/17.8.2021 πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Α΄ Θεσσαλονίκης, φορολογικού έτους 2020, κατά το μέρος με το οποίο είχε επιβληθεί σε βάρος του τέλος επιτηδεύματος, ύψους 650 ευρώ, επικουρικώς, δε, κατά το μέρος με το οποίο είχε επιβληθεί σε βάρος του τέλος επιτηδεύματος, ύψους 541,67 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1.3.2020 έως 31.12.2020, ήτοι για το χρονικό διάστημα από την έναρξη της μερικής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της Χώρας, άλλως, κατά το μέρος με το οποίο είχε επιβληθεί σε βάρος του τέλος επιτηδεύματος, ύψους 270,83 ευρώ, για τα χρονικά διαστήματα από 1.3.2020 έως 31.5.2020 και από 1.11.2020 έως 31.11.2020, ήτοι για τα χρονικά διαστήματα για τα οποία ίσχυε η ανωτέρω αναστολή. Τέλος, ζήτησε να του επιστραφεί το ποσό των 650 ευρώ, που είχε καταβάλει ως τέλος επιτηδεύματος για το ως άνω φορολογικό έτος, επικουρικώς δε το ποσό των 541,67 ευρώ, άλλως το ποσό των 270,83 ευρώ, νομιμοτόκως από την ημερομηνία καταβολής του, επικουρικώς δε από την ημερομηνία άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής του. Με την προσβαλλόμενη …/3.1.2022 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Α.Α.Δ.Ε. απορρίφθηκε η …/9.9.2021 ενδικοφανής προσφυγή του προσφεύγοντος, με την αιτιολογία ότι αυτός δεν είχε υποβάλει μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Φορολογίας (TAXISnet) δήλωση θέσης της ατομικής του επιχείρησης σε αδράνεια και, άρα, δεν ήταν δυνατό να εξαιρεθεί από την υποχρέωση καταβολής τέλους επιτηδεύματος για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία είχε υποστηρίξει ότι δεν είχε ασκήσει τα επάγγελμά του λόγω της πανδημίας του COVID-19. Ήδη, με την κρινόμενη προσφυγή, όπως αυτή αναπτύσσεται με το παραδεκτώς κατατεθέν την 2α.10.2020 υπόμνημά του, και τους επ’ αυτής υπ’ αριθμό καταχώρισης …/21.3.2023 πρόσθετους λόγους, ο προσφεύγων ζητεί παραδεκτώς την ακύρωση της …/3.1.2022 απόφασης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Α.Α.Δ.Ε., κατά τρόπον ώστε να απαλλαγεί από το επιβληθέν σε βάρος του τέλος επιτηδεύματος για το φορολογικό έτος 2020, επικουρικώς, δε, την τροποποίηση της απόφασης αυτής, κατά τρόπον ώστε το επιβληθέν σε βάρος του τέλος επιτηδεύματος για το ως άνω φορολογικό έτος να μειωθεί κατά το ποσό των 541,67 ευρώ, άλλως κατά το ποσό των 270,83 ευρώ. Τέλος, ζητεί να του επιστραφεί το ποσό των 650 ευρώ, που κατέβαλε ως τέλος επιτηδεύματος για το ως άνω φορολογικό έτος, επικουρικώς δε το ποσό των 541,67 ευρώ, άλλως το ποσό των 270,83 ευρώ, νομιμοτόκως από την ημερομηνία καταβολής του, επικουρικώς δε από την ημερομηνία άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής του. Εξάλλου, με την κρινόμενη πρόσθετη παρέμβαση, κατά το μέρος που ασκείται παραδεκτώς (βλ. σκέψη 5 της παρούσας απόφασης), παρεμβαίνουν υπέρ του προσφεύγοντος οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Λαμίας και Κιλκίς. Αντιθέτως, το καθ’ ου η προσφυγή Ελληνικό Δημόσιο, με την από 10.4.2024 έκθεση απόψεων της Προϊσταμένης του Β4 Τμήματος Νομικής Υποστήριξης της Υποδιεύθυνσης Επανεξέτασης και Νομικής Υποστήριξης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Α.Α.Δ.Ε., ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης προσφυγής και της πρόσθετης παρέμβασης, υποστηρίζοντας την ορθότητα και νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.
18. Επειδή, καταρχάς, με την κρινόμενη προσφυγή, ο προσφεύγων, επαναλαμβάνοντας τους προβληθέντες με την …/9.9.2021 ενδικοφανή προσφυγή ισχυρισμούς του, υποστηρίζει ότι η επιβολή σε βάρος του τέλους επιτηδεύματος για το φορολογικό έτος 2020 δεν είναι νόμιμη, καθότι, κατά το ως άνω έτος, η λειτουργία των δικαστηρίων της χώρας ανεστάλη, δυνάμει σχετικών κοινών υπουργικών αποφάσεων, λόγω της πανδημίας του COVID-19, με εξαίρεση τη δυνατότητα εκδίκασης ελάχιστων υποθέσεων επείγοντος χαρακτήρα. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, λόγω της ανωτέρω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, δεν μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμα του λόγω ανωτέρας βίας ή πάντως δεν μπορούσε να το ασκήσει υπό τις συνθήκες που είχε λάβει υπόψη του ο νομοθέτης κατά τη θέσπιση του επίμαχου τέλους επιτηδεύματος, γεγονός που αποδεικνύεται -κατά τους ισχυρισμούς του- από το ότι, κατά το φορολογικό έτος 2020, σημειώθηκε μείωση των ακαθάριστων εσόδων του κατά ποσοστό 47,50%, ενώ, κατά τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 30.10.2020 έως 31.12.2020, αυτός εξέδωσε μόνον ένα (1) και έξι (6) γραμμάτια προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής, αντιστοίχως. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η υφιστάμενη δυνατότητα διενέργειας ορισμένων διαδικαστικών ενεργειών εκ μέρους του, κατά τη διάρκεια της ως άνω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, δεν συνεπάγεται το εύλογο του τεκμηρίου βάσει του οποίου επιβλήθηκε σε βάρος του το επίμαχο τέλος για το φορολογικό έτος 2020, με αποτέλεσμα η επιβολή του να αντίκειται στην αρχή της φοροδοτικής ικανότητας, στο προβλεπόμενο στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα στην περιουσία, καθώς και στο άρθρο 2 παρ.1 του Συντάγματος περί σεβασμού της αξίας του ανθρώπου.
19. Επειδή, ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί, διότι, κατά τα προεκτεθέντα στη σκέψη 16 της παρούσας απόφασης, η μερική αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 31.12.2020, δεν ισοδυναμεί με εν τοις πράγμασι αδράνεια ή άλλη ανάλογη κατάσταση ή με απαγόρευση ή πλήρη αναστολή της επαγγελματικής δραστηριότητας των δικηγόρων, οι οποίοι μπορούσαν, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, να παρέχουν, χωρίς περιορισμό, μία σειρά από νομικές υπηρεσίες, με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα εξαίρεσής τους από την υποχρέωση καταβολής τέλους επιτηδεύματος γενικώς για το φορολογικό έτος 2020 ούτε ειδικώς για τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα, κατ’ αναλογική εφαρμογή της προβλεπόμενης στο άρθρο 31 του ν.3986/2011 εξαίρεσης για επιχειρήσεις που βρίσκονται σε εκκαθάριση, πτώχευση ή αδράνεια. Περαιτέρω, μόνη η μερική αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων της Χώρας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 31.12.2020, δεν κλονίζει το τεκμήριο φοροδοτικής ικανότητας, επί του οποίου ερείδεται η επιβολή του επίδικου τέλους επιτηδεύματος για την επαγγελματική κατηγορία των δικηγόρων και συγκεκριμένα δεν κλονίζει την παραδοχή του νομοθέτη ότι η άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας του δικηγόρου σε πόλεις με ιδιαίτερο χαρακτήρα (τουριστικές περιοχές) ή με συγκεκριμένο πληθυσμό (πάνω από 500 κατοίκους ή 3.100 κατοίκους για τα νησιά), για πέντε τουλάχιστον έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών και έως τρία έτη πριν από την συνταξιοδότηση (ειδικώς για τους επιτηδευματίες που ασκούν ατομική επιχείρηση), αποφέρει ένα ελάχιστο ποσό ετήσιου εισοδήματος, στο οποίο αντιστοιχεί, ως ελάχιστη φορολογική επιβάρυνση, ποσό ύψους 650 ευρώ, προκειμένου για φυσικά πρόσωπα, δεδομένου ότι, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα (από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 31.12.2020), οι δικηγόροι μπορούσαν να παρέχουν, χωρίς περιορισμό, πληθώρα νομικών υπηρεσιών και ειδικότερα νομικές υπηρεσίες συμβουλευτικής δικηγορίας/γνωμοδοτήσεων, προετοιμασίας εισαγωγικών δικογράφων και φακέλων δικογραφιών, προτάσεων και υπομνημάτων, συλλογής αποδεικτικού υλικού, κατάθεσης εισαγωγικών δικογράφων, καθώς και εκπροσώπησης των πελατών τους στις υποθέσεις που είχαν εξαιρεθεί από τις ρυθμίσεις περί αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, ενώ, κατά τη διάρκεια ισχύος του προαναφερθέντος μέτρου της μερικής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της Χώρας, η πολιτεία έλαβε ειδική πρόνοια για την υποστήριξη, μεταξύ άλλων, και των δικηγόρων, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές επιπτώσεις του κορωνοϊού COVID-19 (καταβολή εφάπαξ οικονομικών ενισχύσεων με τις 16604/3224/27.4.2020 και 5629/22/4.2.2021 κοινές υπουργικές αποφάσεις, παροχή δυνατότητας προσωρινής αναστολής σχέσεων εξαρτημένης εργασίας για εργαζομένους σε δικηγορικά γραφεία, με παράλληλη παροχή από το κράτος αποζημίωσης στους μισθωτούς αυτούς και κάλυψης των ασφαλιστικών τους εισφορών, ενισχύσεις με μορφή επιστρεπτέας προκαταβολής, παράταση προθεσμίας καταβολής φορολογικών και ασφαλιστικών εισφορών και μείωση μισθωμάτων για μισθωμένα από δικηγόρους ακίνητα-γραφεία).
20. Επειδή, εξάλλου, με τους επί της κρινόμενης προσφυγής πρόσθετους λόγους, ο προσφεύγων προβάλλει ότι οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν.3986/2011, με τις οποίες προβλέπεται επιβολή τέλους επιτηδεύματος σε βάρος των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δικηγόροι), αντίκεινται στο Σύνταγμα και συγκεκριμένα στις απορρέουσες από το άρθρο 4 παρ.1 και 5 του Συντάγματος αρχές της καθολικότητας και της ισότητας του φόρου και στο προβλεπόμενο στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα στην περιουσία, δεδομένου ότι με αυτό επιβαρύνονται μόνον οι ελεύθεροι επαγγελματίες (και όχι οι μισθωτοί) και, μάλιστα, ανεξαρτήτως της φοροδοτικής τους ικανότητας, ενώ αυτό πλήττει δυσανάλογα τους νέους επαγγελματίες με χαμηλά εισοδήματα, όπως ο ίδιος, έναντι τόσο των συναδέλφων του με υψηλότερα εισοδήματα, όσο και των μισθωτών, χωρίς τούτο να δικαιολογείται από σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι μπορεί να συνέτρεχαν κατά τον χρόνο της αρχικής επιβολής του, πλην όμως έχουν πάψει πλέον να υφίστανται. Τους ως άνω λόγους επαναλαμβάνουν οι παρεμβαίνοντες Δικηγορικοί Σύλλογοι Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Λαμίας και Κιλκίς, με την πρόσθετη παρέμβασή τους. Οι ως άνω λόγοι παραδεκτώς προβάλλονται με τους επί της κρινόμενης προσφυγής πρόσθετους λόγους, παρά το γεγονός ότι δεν προβλήθηκαν ενώπιον της αρμόδιας φορολογικής αρχής με την …/9.9.2021 ενδικοφανή προσφυγή του προσφεύγοντος, διότι με αυτούς τίθεται αμιγώς νομικό ζήτημα, η κρίση επί του οποίου δεν απαιτεί έρευνα αμφισβητούμενου πραγματικού, και συγκεκριμένα τίθεται το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη των εφαρμοσθεισών εν προκειμένω διατάξεων του άρθρου 31 του ν.3986/2011 (βλ. ΣτΕ 432/2020 7μ., 1686/2019 7μ., 1483-5/2019 7μ., 716/2021). Πλην, όμως, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι, όπως κρίθηκε με την 148/2024 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση συμμετείχαν ως παρεμβαίνοντες τόσο ο προσφεύγων, όσο και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Λαμίας και Κιλκίς), η επιβολή του επίδικου τέλους επιτηδεύματος βάσει των προβλεπόμενων στο άρθρο 31 του ν.3986/2011 κριτηρίων (χρονικών, τοπικών και πληθυσμιακών) δεν υπερβαίνει τα όρια της ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο φορολόγησης διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων και, κατ’ ακολουθίαν, δεν παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 5 του Συντάγματος και τις αρχές της καθολικότητας και της ισότητας του φόρου που απορρέουν από αυτές. Τούτο δε, ενόψει και του ότι η αρχή της φοροδοτικής ισότητας δεν αποκλείει τη θέσπιση από τον νομοθέτη ενός ελάχιστου ποσού φόρου, προς σύλληψη διαφεύγουσας φορολογικής ύλης, που μπορεί να καταβληθεί από όλους τους βαρυνομένους με αυτό, λόγω του χαμηλού ύψους του, το οποίο εξευρίσκεται με συναγωγή τεκμηρίων που στηρίζονται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο της εκάστοτε ρύθμισης και συνάδουν με τα διδάγματα της κοινής πείρας, όπως τα τιθέμενα εν προκειμένω, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, δεν τίθεται θέμα φοροδοτικής ικανότητας, αφού όλοι οι υπόχρεοι προς καταβολή του φόρου μπορούν, εφόσον συντρέχουν τα κριτήρια του τεκμηρίου, να τον καταβάλουν. Εξάλλου, ο προσδιορισμός του κύκλου των βαρυνόμενων με τον φόρο αυτό προσώπων δεν παρίσταται, ενόψει του σκοπού που εξαγγέλλεται με την αιτιολογική έκθεση του νόμου (σύλληψη φορολογητέας ύλης από άσκηση επιτηδεύματος ή ελεύθερου επαγγέλματος), αυθαίρετος και δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών από την επιβάρυνση μόνον των ελεύθερων επαγγελματιών και όχι των μισθωτών, διότι, όσον αφορά την ανάγκη σύλληψης φορολογητέας ύλης ως προς τον φόρο εισοδήματος, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι μισθωτοί τελούν, και κατά την αντίληψη του νομοθέτη, σε όλως διαφορετικές συνθήκες. Περαιτέρω, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της ισότητας ούτε μεταξύ ελεύθερων επαγγελματιών που δηλώνουν διαφορετικού ύψους εισοδήματα, για τα οποία φορολογούνται αναλόγως, διότι η αρχή της ισότητας δεν απαγορεύει στην προκειμένη περίπτωση την πρόβλεψη του τέλους επιτηδεύματος ως πρόσθετου φόρου εισοδήματος, τον οποίο, λόγω του χαμηλού ύψους του, κατά τα προαναφερθέντα, όλοι οι υποκείμενοι σε αυτόν μπορούν να καταβάλουν, καθώς από καμία συνταγματική διάταξη δεν επιβάλλεται κάθε επιμέρους επιβάρυνση να είναι ανάλογη προς τα εισοδήματα του φορολογουμένου. Η επιβολή του επίδικου τέλους δεν παρίσταται, άλλωστε, προδήλως απρόσφορη ή μη αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού, που συνδέεται με την αύξηση των δημοσίων εσόδων και τη σύλληψη αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης, ενώ το παγίως οριζόμενο ποσό του τέλους δεν αποτελεί, ενόψει του ύψους του, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, υπέρμετρο βάρος, ικανό να κλονίσει την περιουσιακή κατάσταση των υπόχρεων προς καταβολή του, ώστε να αναιρείται κατά τρόπο προφανή η σχέση αναλογικότητας μεταξύ των επιδιωκόμενων με την επιβολή του σκοπών και του επιβαλλόμενου βάρους, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των προβλεπόμενων από τον ίδιο τον νόμο περιπτώσεων απαλλαγής και, αφετέρου, του μαχητού χαρακτήρα του τεκμηρίου. Ως εκ τούτου, ενόψει των χαρακτηριστικών του επίδικου τέλους (χαμηλό ύψος, πρόβλεψη εξαιρέσεων στον νόμο και μαχητός χαρακτήρας του τεκμηρίου, ώστε να απαλλάσσονται οι φορολογούμενοι για τους οποίους προκύπτει ότι δεν έχει πράγματι κτηθεί το αντίστοιχο εισόδημα κατά το προηγούμενο έτος), το επίδικο τέλος δεν επιβάλλεται επί πλασματικού εισοδήματος και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά δυσανάλογη επέμβαση στην περιουσία των υπόχρεων, η οποία παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α..
21. Επειδή, τέλος, με τους επί της κρινόμενης προσφυγής πρόσθετους λόγους, ο προσφεύγων προβάλλει ότι οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν.3986/2011 κρίθηκαν μεν συνταγματικές με τις 2527/2013 και 2563/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, πλην όμως τούτο έγινε δεκτό λόγω του ότι το ως άνω τέλος είχε προσωρινό χαρακτήρα και υπαγορευόταν από την ανάγκη αντιμετώπισης έκτακτων συνθηκών, είχε μικρό ύψος (300 ευρώ) και συνοδευόταν από άλλα μέτρα ελάφρυνσης των φορολογούμενων με χαμηλότερα εισοδήματα, με αποτέλεσμα η διατήρησή του κατά το επίδικο έτος 2020, εννέα έτη μετά την αρχική θέσπισή του και ενώ οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που υπαγόρευσαν την αρχική επιβολή του έχουν πλέον πάψει να υφίστανται, να καθίσταται αντισυνταγματική. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι πλέον το ελληνικό κράτος δεν απειλείται «από κάποια οικονομική καταστροφή», ότι το επίδικο τέλος επιτηδεύματος διατηρείται σε ισχύ, με αποτέλεσμα να έχει απωλέσει τον προσωρινό του χαρακτήρα, ότι το ύψος του έχει ανέλθει πλέον σε 650 ευρώ και ότι στο μεταξύ έχει σταδιακά μειωθεί και ήδη καταργηθεί το αφορολόγητο όριο για τα εισοδήματα των ελεύθερων επαγγελματιών, με αποτέλεσμα η επιβολή του επίδικου τέλους να καθίσταται πλέον αντισυνταγματική. Τους ως άνω λόγους επαναλαμβάνουν οι παρεμβαίνοντες Δικηγορικοί Σύλλογοι Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Λαμίας και Κιλκίς, με την πρόσθετη παρέμβασή τους. Οι ως άνω λόγοι παραδεκτώς προβάλλονται με τους επί της κρινόμενης προσφυγής πρόσθετους λόγους, παρά το γεγονός ότι δεν προβλήθηκαν ενώπιον της αρμόδιας φορολογικής αρχής με την …/9.9.2021 ενδικοφανή προσφυγή του προσφεύγοντος, διότι με αυτούς τίθεται αμιγώς νομικό ζήτημα, η κρίση επί του οποίου δεν απαιτεί έρευνα αμφισβητούμενου πραγματικού, και συγκεκριμένα τίθεται το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη των εφαρμοσθεισών εν προκειμένω διατάξεων του άρθρου 31 του ν.3986/2011. Πλην, όμως, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι, όπως κρίθηκε με την 148/2024 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση συμμετείχαν ως παρεμβαίνοντες τόσο ο προσφεύγων, όσο και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Λαμίας και Κιλκίς), ούτε το τέλος επιτηδεύματος θεσπίστηκε ως φορολογικό μέτρο έκτακτου χαρακτήρα, η επιβολή του οποίου είναι συνταγματικώς ανεκτή μόνον υπό έκτακτες οικονομικές συνθήκες, των οποίων τη συνδρομή να οφείλει να ελέγξει ο δικαστής για να δεχθεί τη συνταγματικότητα της επιβολής του, ούτε το Συμβούλιο της Επικρατείας στήριξε την κρίση του για τη συμφωνία του φορολογικού αυτού μέτρου με το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. στη συνδρομή εξαιρετικών συνθηκών οικονομικής κρίσης ούτε στον έκτακτο χαρακτήρα (υπό την έννοια της άπαξ εφαρμογής) ή εν γένει στην προσωρινότητα του μέτρου. Μόνη, δε, η θέσπιση ενός φορολογικού μέτρου υπό συνθήκες κρίσης δεν καθιστά άνευ ετέρου αντισυνταγματική τη διατήρησή του, όταν βελτιωθούν οι συνθήκες, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το μέτρο αυτό καθαυτό δεν παραβιάζει συνταγματικές ή άλλες υπερκείμενες του νόμου διατάξεις και αρχές. Με τα δεδομένα αυτά, οι ως άνω λόγοι, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ότι δεν δικαιολογείται η διατήρηση του επίδικου τέλους, λόγω του ότι έχουν παρέλθει πολλά έτη από την αρχική επιβολή του και δεν υφίστανται πλέον οι συνθήκες της οικονομικής κρίσης υπό το κράτος των οποίων αρχικώς επιβλήθηκε, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως ερειδόμενοι στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το τέλος επιτηδεύματος επιβλήθηκε για περιορισμένο χρόνο και ότι είναι ανεκτό μόνο εφόσον υφίστανται συνθήκες οικονομικής κρίσης, και περαιτέρω, ότι η ύπαρξη οικονομικής κρίσης συνιστά νομικώς αναγκαία προϋπόθεση για την κατάφαση της μη αντίθεσης της επιβολής του τέλους προς το Σύνταγμα και άλλους υπερκείμενους του νόμου κανόνες και αρχές. Εξάλλου, οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι και διότι, κατά τα κριθέντα με την 148/2024 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το τέλος επιτηδεύματος δεν επιβλήθηκε μόνον για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών αναγκών της χώρας, αλλά και ως μέτρο σύλληψης αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης από τους ελεύθερους επαγγελματίες. Περαιτέρω, ο ειδικότερος ισχυρισμός ότι η συνταγματικότητα της επιβολής του τέλους κρίθηκε ενόψει του αρχικού καθορισμού του σε 300 ευρώ είναι απορριπτέος, διότι στις αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με το τέλος επιτηδεύματος περιέχεται κρίση ως προς το σύνολο της νομοθετικής ρύθμισης, ήτοι ως προς το προβλεπόμενο ως πάγιο τότε ύψος των 500 (ή 400) ευρώ και όχι μόνο ως προς το ισχύον κατά το πρώτο έτος εφαρμογής τέλος, ύψους 300 ευρώ (βλ. ΣτΕ 148/2024
Ολομ.). Ομοίως απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, είναι ο ισχυρισμός ότι η κρίση της συνταγματικότητας της επιβολής του μέτρου στηρίχθηκε στην ύπαρξη αφορολόγητου για τους ελεύθερους επαγγελματίες, καθώς δεν περιέχεται κρίση με τέτοιο περιεχόμενο στις προαναφερθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για το τέλος επιτηδεύματος (βλ. ΣτΕ 148/2024
Ολομ.).
22. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη προσφυγή και η πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους 6,50 ευρώ, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ άρθρο 277 παρ.9 εδάφιο πρώτο του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Τέλος, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση καταλογισμού σε βάρος του προσφεύγοντος δικαστικών εξόδων, διότι το καθ’ ου η προσφυγή Ελληνικό Δημόσιο δεν υπεβλήθη σε δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ούτε κατέθεσε υπόμνημα.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την προσφυγή και την πρόσθετη παρέμβαση.
Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους έξι ευρώ και πενήντα λεπτών (6,50€) υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, την 30η Μαΐου 2025.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η Sakkoulas-Online.gr χρησιμοποιεί cookies για την παροχή των υπηρεσιών της, την ανάλυση της επισκεψιμότητας, τη βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη, και την παροχή εξατομικευμένων διαφημίσεων. Με τη χρήση της Sakkoulas-Online.gr αποδέχεστε τη χρήση των cookies. Περισσότερα