Top

Νομολογία - Πλήρη κείμενα


ΣτΕ 823/2025 Τμ.Β - Πλήρες κείμενο

A- A A+    Εκτύπωση   

ΣτΕ 823/2025 Τμ.Β - Πλήρες κείμενο

Πρόεδρος: Κωνσταντίνος Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος
Εισηγήτρια: Όλγα-Μαρία Βασιλάκη, Πάρεδρος
Δικηγόροι: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, Ευστάθιος Μπακάλης, Ζωή Φάμα (πάρεδρος ΝΣΚ)

Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της 570/2021 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά το μέρος με το οποίο απορρίφθηκε προσφυγή της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της σιωπηρής απόρριψης από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ ενδικοφανούς προσφυγής της αναιρεσείουσας κατά της …/…/21.12.2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού ειδικού φόρου ακινήτων του άρθρου 57 του Ν. 3842/2010 του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας ειδικός φόρος ακινήτων ύψους 587.770,59 ευρώ (καθώς και πρόσθετος φόρος) για τα ακίνητα που αυτή κατείχε την 1η.1.2012. Με την κρινόμενη αίτηση προβλήθηκε εσφαλμένη ερμηνεία (και, συνακόλουθα, εφαρμογή) των άρθρων 15 § 3 του Ν. 3091/2002, 31 του Ν. 2515/1997 (“Υποχρεωτική χορήγηση Αριθμού Φορολογικού Μητρώου”) και 2 της (κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 31 του Ν. 2515/1997) ΑΥΟ 1027411/842/ ΔΜ/26.2.1998 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με τίτλο “Υποχρεωτική χορήγηση Αριθμού Φορολογικού Μητρώου […]”. Τούτο δε διότι, όπως ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα: α) μέτοχος αυτής ήταν η εταιρεία “...”, η οποία είχε νομίμως αποκτήσει ΑΦΜ στην Ελλάδα, όπως άλλωστε και στην Εσθονία, με αποτέλεσμα να είναι, πάντως, ευχερής οποιαδήποτε διασταυρωτική διαδικασία του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος, β) η Α-Ν.S, μέτοχος της “....”, είχε αποκτήσει ΑΦΜ στην Εσθονία, κράτος μέλος της ΕΕ, γ) η Εσθονία δεν εντάσσεται στον κατάλογο των μη συνεργάσιμων κρατών, με αποτέλεσμα να παρίσταται ευχερής κάθε διασταυρωτική ενέργεια, δ) ο έλεγχος ουδέποτε αμφισβήτησε ότι το ως άνω φυσικό πρόσωπο (Α-Ν.S) ήταν ο πραγματικός δικαιούχος-φορέας των επίμαχων μετοχών, ε) ουδόλως απαντήθηκε εν προκειμένω η μνημονευόμενη στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 3842/2010 “συνήθης πρακτική” της δηλώσεως ως φυσικού προσώπου/φορέα του νομικού προσώπου προσώπου άλλου από εκείνο που πραγματικά είναι, στ) η ως άνω Α-Ν.S δεν είχε, σύμφωνα με τον Ν. 2515/1997 και την Υπουργική απόφαση ΑΥΟ 1027411/842/ΔΜ/ 26.2.1998, υποχρέωση αποκτήσεως ΑΦΜ στην Ελλάδα καθώς ήταν ανήλικη, δεν είχε οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα ούτε αποκτούσε εισόδημα στη χώρα, πολλώ μάλλον μέρισμα από την ως άνω εταιρεία που, κατά τον κρίσιμο χρόνο παρουσίαζε ζημιές, ενώ άλλωστε, σύμφωνα με την ως άνω Υπουργική απόφαση, “ρητώς η συμμετοχή αλλοδαπού φυσικού προσώπου σε ανώνυμη εταιρεία στην Ελλάδα εξαιρούνταν της υποχρεώσεως αποκτήσεως ΑΦΜ”, ζ) η ως άνω Α-Ν.S απέκτησε, πάντως, έστω και επιγενόμενα (2018) ΑΦΜ και η) στην προκειμένη περίπτωση οι μετοχές της κατέληγαν σε 6 φυσικά πρόσωπα και 3 νομικά, ήτοι αα) την εταιρεία “… ΑΕΠΕΥ”, της οποίας μέτοχοι είναι 8 φυσικά πρόσωπα, ββ) την αλλοδαπή εταιρεία “…” της οποίας μέτοχοι είναι 3 φυσικά πρόσωπα και γγ) την αλλοδαπή εταιρεία “…”, της οποίας μέτοχοι είναι 5 φυσικά πρόσωπα, ενώ, όπως διαπίστωσε ο έλεγχος, δεν είχε ΑΦΜ μόνο ένα από τα περισσότερα αυτά φυσικά πρόσωπα (απώτατοι μέτοχοι), με αποτέλεσμα να αναιρείται εν προκειμένω κάθε έννοια αναλογικότητας και να αποδίδεται στον φόρο “τιμωρητικός” χαρακτήρας. Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, εν όψει των οριζομένων στο άρθρο 53 § 3 Π.Δ. 18/1989, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι “καθ’ όσον αφορά στην αναγωγή της μη εκπληρώσεως της τυπικής υποχρεώσεως αποκτήσεως ΑΦΜ στην Ελλάδα από αλλοδαπό φυσικό πρόσωπο ως αυτοτελούς και επαρκούς λόγου μη αναγνώρισης της εξαιρέσεως από τον ΕΦΑ … καίτοι, πέραν του ότι ήταν συγγνωστή, αφενός ουδόλως αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο ότι πράγματι το εν λόγω πρόσωπο περιλαμβάνεται μεταξύ των πραγματικών δικαιούχων της εταιρείας και αφετέρου συνιστά ένα μόνο από τα περισσότερα φυσικά πρόσωπα-πραγματικούς δικαιούχους αυτής, τα δε λοιπά φυσικά πρόσωπα είχαν αποκτήσει κανονικά ΑΦΜ στην Ελλάδα” δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός για τη θεμελίωση του προβαλλομένου λόγου αναίρεσης προβάλλεται αβασίμως, διότι, ήδη, κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως, υπήρχε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, από την οποία συνάγονται σαφείς ερμηνευτικές κρίσεις του Δικαστηρίου ότι: Α. για την αναγνώριση της εξαίρεσης από τον φόρο κατά τις διατάξεις της § 3 περ. α) του άρθρου 15 του Ν. 3091/2002, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 57 του Ν. 3842/2010, απαιτείται, μεταξύ άλλων, ως πρόσθετη, ουσιαστική και αυτοτελής προϋπόθεση, η κατοχή από όλα τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία κατέχουν τις ονομαστικές μετοχές ανώνυμης εταιρείας ή τα οποία απλώς δηλώνονται ως κατέχοντα ανώνυμες μετοχές αυτής ή μετοχές των εταιρειών που συμμετέχουν στην ανώνυμη εταιρεία, αριθμού φορολογικού μητρώου στην Ελλάδα, χωρίς, επομένως, σε περίπτωση ελλείψεως της αντικειμενικής αυτής προϋπόθεσης ως προς τα όλα τα παραπάνω φυσικά πρόσωπα, να επιτρέπεται να ερευνώνται άλλα ζητήματα (όπως η τυχόν αμέλειά τους, η παρερμηνεία των σχετικών διατάξεων, η μη ύπαρξη αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα των εν λόγω προσώπων, η μη λήψη μερίσματος από την εταιρεία κ.λπ.) και Β. ο επίδικος φόρος αποτελεί, πράγματι, φόρο επί της περιουσίας (κατά την έννοια του άρθρου 78 § 1 του Συντάγματος) και δεν έχει τον χαρακτήρα της διοικητικής κύρωσης. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο ως άνω λόγος αναίρεσης κρίθηκε απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 53 § 3 του Π.Δ. 18/1989.

Νομικές Διατάξεις: Άρθρα 53 § 3 Π.Δ. 18/1989, 78 § 1 Συντ., 15 Ν. 3091/2002, 57 Ν. 3842/2010

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2024, με την εξής σύνθεση: Κωνσταντίνος Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Αγορίτσα Σδράκα, Μαρία Σταματοπούλου, Σύμβουλοι, Όλγα-Μαρία Βασιλάκη, Χρήστος Νέγρης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ίλβα Μίσιου.

Για να δικάσει την από 28 Σεπτεμβρίου 2021 αίτηση:

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «… Α.Ε.», που εδρεύει στη Γλυφάδα (…), η οποία παρέστη με τους δικηγόρους: 1. Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο (Α.Μ. …) και 2. Ευστάθιο Μπακάλη (Α.Μ. …), που τους διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,

κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία παρέστη με τη Ζωή Φάμα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 570/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Όλγας-Μαρίας Βασιλάκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους της αναιρεσείουσας εταιρείας, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και την εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας Αρχής, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (κωδικός πληρωμής ηλεκτρονικού παραβόλου …/2021).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 570/2021 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά το μέρος με το οποίο απορρίφθηκε προσφυγή της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της σιωπηρής απόρριψης από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ ενδικοφανούς προσφυγής της αναιρεσείουσας κατά της …/…/21.12.2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού ειδικού φόρου ακινήτων του άρθρου 57 του ν. 3842/2010 του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά. Με την τελευταία αυτή πράξη επιβλήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας ειδικός φόρος ακινήτων ύψους 587.770,59 ευρώ (καθώς και πρόσθετος φόρος) για τα ακίνητα που αυτή κατείχε την 1η.1.2012.

3. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου διαφορά, το ύψος της οποίας υπερβαίνει το προβλεπόμενο στο άρθρο 53 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, χρηματικό όριο. Με τα δεδομένα αυτά, η αίτηση ασκείται παραδεκτώς από την άποψη του ποσού της διαφοράς.

4. Επειδή, κατά τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία συστάθηκε στις 15.6.1987, με έδρα στη Γλυφάδα, είχε δε ως σκοπό την ίδρυση, εκμετάλλευση, μίσθωση, εκμίσθωση ξενοδοχειακών, τουριστικών ή άλλων συγγενών επιχειρήσεων στις Κυκλάδες ή σε άλλα μέρη της Ελλάδας, την αγορά κτιρίων και την επισκευή τους για μεταπώληση ή για ξενοδοχειακή τουριστική εκμετάλλευση, την αγορά οικοπέδων και την επ’ αυτών ανέγερση πάσης φύσεως οικοδομημάτων για μεταπώληση ή τουριστική εκμετάλλευση, τη μίσθωση εκτάσεων και την επ’ αυτών κατασκευή πάσης φύσεως οικοδομημάτων για τουριστική - ξενοδοχειακή εκμετάλλευση, ως και την κατασκευή πάσης φύσεως οικοδομημάτων επί ξένων οικοπέδων. Κατά την κρίσιμη διαχειριστική περίοδο από 1.1.2012 έως 31.12.2012 το αντικείμενο εργασιών της αναιρεσείουσας ήταν η εκμίσθωση ακινήτων, τηρούσε δε μηχανογραφικά βιβλία Γ΄ κατηγορίας του ΚΒΣ, χωρίς βιβλίο αποθήκης. Μετά την …/ 19.6.2018 εντολή της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, διενεργήθηκε έλεγχος στα βιβλία και στοιχεία της αναιρεσείουσας για την ένδικη διαχειριστική περίοδο (1.1.-31.12.2012). Από τον έλεγχο, ειδικότερα, που έγινε στα στοιχεία του Μητρώου του συστήματος ΤΑΧΙS διαπιστώθηκε ότι η Α.-Ν.S. (κάτοικος Εσθονίας και εσθονικής υπηκοότητας), η οποία ήταν μέτοχος της εσθονικής επιχείρησης με την επωνυμία “…”, που ήταν μέτοχος της αναιρεσείουσας, απέκτησε ελληνικό ΑΦΜ στις 4.12.2018, με αποτέλεσμα αυτή, κατά την 1η.1.2012, να μην έχει ελληνικό ΑΦΜ. Κατά συνέπεια, κατά την άποψη της φορολογικής αρχής, εν προκειμένω δεν επληρούντο οι προϋποθέσεις που τίθενται με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 3 περ. α΄ του ν. 3091/2002 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 57 του Ν.3842/2010 - που προβλέπουν ότι απαλλάσσονται του ειδικού ετήσιου φόρου επί ακινήτων οι ανώνυμες εταιρείες που έχουν ονομαστικές μετοχές μέχρι φυσικού προσώπου ή που δηλώνουν τα φυσικά πρόσωπα που τις κατέχουν και με την προϋπόθεση ότι τα φυσικά πρόσωπα έχουν αριθμό φορολογικού μητρώου στην Ελλάδα - και ότι, ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα δεν απαλλασσόταν, από τον ειδικό φόρο επί των ακινήτων που κατείχε στις 1.1.2012 και είχε υποχρέωση επί της συνολικής αξίας αυτών που ανερχόταν στο ποσό των 3.918.470,60 ευρώ να καταβάλλει φόρο σε ποσοστό 15%. Με βάση τις ανωτέρω διαπιστώσεις εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, από την Προϊστάμενη της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, για τη διαχειριστική περίοδο από 1.1.2012 έως 31.12.2012, η μνημονευόμενη στη σκέψη 2 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού ειδικού φόρου επί των ακινήτων για τα ακίνητα που η αναιρεσείουσα κατείχε την 1η.1.2012, ύψους 587.770,59 ευρώ, καθώς και πρόσθετος φόρος 551.328,82 ευρώ (ήτοι συνολικά 1.139.099,41 ευρώ). Κατά της πράξης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον της ΔΕΔ την …/25.1.2019 ενδικοφανή προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε σιωπηρά. Με την εν συνεχεία ασκηθείσα δικαστική προσφυγή, η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι μη νόμιμα της επεβλήθη ο ένδικος φόρος, καθώς μέτοχος αυτής ήταν η εσθονική εταιρεία με την επωνυμία “…”, η οποία διέθετε ΑΦΜ στην Ελλάδα και της οποίας τα εταιρικά μερίδια κατέληγαν σε φυσικά πρόσωπα -ως τούτο προέκυπτε από επίσημη μετάφραση του Υπ. Εξωτερικών πιστοποιητικού του Προξενείου της Εσθονικής Πρεσβείας στην Αθήνα- μεταξύ των οποίων και η ως άνω ανήλικη, κατά την κρίσιμη διαχειριστική περίοδο, Α-Ν.S. (ημερομηνία γέννησης 5.6.2000), η οποία ήταν υπήκοος και κάτοικος της Εσθονίας, δηλαδή χώρας μέλους της ΕΕ, διέθετε ΑΦΜ στην Εσθονία, ενώ, καθώς δεν είχε αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα, δεν είχε υποχρέωση έκδοσης ελληνικού ΑΦΜ, τον οποίο απέκτησε στις 4.12.2018. Το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, αφού παρέθεσε, μεταξύ άλλων, στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης, τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 3 του ν. 3091/2002 (Α΄ 330), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58), κατά την οποία “Εξαιρούνται από τις διατάξεις της παραγράφου 1, εφόσον έχουν την έδρα τους σύμφωνα με το καταστατικό τους στην Ελλάδα ή σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης: α) Ανώνυμες εταιρείες που έχουν ονομαστικές μετοχές μέχρι φυσικού προσώπου ή που δηλώνουν τα φυσικά πρόσωπα που τις κατέχουν και με την προϋπόθεση ότι τα φυσικά πρόσωπα έχουν αριθμό φορολογικού μητρώου στην Ελλάδα. β) [...]”, δέχθηκε, εν πρώτοις, τα εξής: “με τις […] διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3842/2010 και με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση αυτού, «τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του νομικού πλαισίου που περιβάλλει τα ακίνητα των εξωχωρίων εταιρειών», τροποποιήθηκε το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο του ειδικού φόρου επί των ακινήτων από 1.1.2010 και, μεταξύ άλλων: α) […] γ) διατηρήθηκε μεν η προϋπόθεση της “αποκάλυψης” των “πραγματικών φορέων” των εταιρειών [και ήδη νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων] έως φυσικού προσώπου, ως αναγκαία για την απαλλαγή από τον φόρο, πλην, ορίσθηκε περαιτέρω ότι τα φυσικά αυτά πρόσωπα (που κατέχουν τις ονομαστικές μετοχές ή που, απλώς, δηλώνονται ως κατέχοντα μετοχές κ.λπ.) θα πρέπει επιπλέον να έχουν και αριθμό φορολογικού μητρώου στην Ελλάδα. Εξάλλου, η κατοχή από τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα αριθμού φορολογικού μητρώου στην Ελλάδα, ως (πρόσθετη) προϋπόθεση της εξαίρεσης από τον φόρο κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3 περ. α) - γ), κρίθηκε από τον νομοθέτη επιβεβλημένη, καθώς, όπως αναφέρεται στην ως άνω αιτιολογική έκθεση, αποτελεί «συνήθη πρακτική η δήλωση ως φυσικών προσώπων - φορέων νομικών προσώπων - άλλων από αυτών που πραγματικά είναι (αχυράνθρωποι, nominees, trustees)», σκοπεί δε στη λειτουργία της «ως αντικινήτρου, σε ενδεχόμενη αναληθή δήλωση περί των φυσικών προσώπων, πραγματικών φορέων των νομικών προσώπων που έχουν μέρος ή σύνολο των μετοχών, μεριδίων ή μερίδων των εν λόγω εταιρειών» (βλ. ΣτΕ 2810/2017 επταμ., 88/2020)”. Στη συνέχεια, το δικάσαν δικαστήριο, έκρινε και δέχθηκε τα εξής: “[…] λαμβάνοντας υπόψη ότι όπως προκύπτει από τις […] διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 3 περ. α΄ του ν. 3091/2002, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 57 του ν. 3842/2010, για την απαλλαγή των ανωνύμων εταιρειών, με καταστατική έδρα στην Ελλάδα ή άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, από τον ειδικό φόρο ακινήτων, τίθεται ως προϋπόθεση είτε η κατοχή ονομαστικών μετοχών, είτε να δηλώνονται τα φυσικά πρόσωπα τα οποία κατέχουν τις μετοχές της, ενώ από 1.1.2010 απαιτείται η συνδρομή τα φυσικά αυτά πρόσωπα να έχουν αριθμό φορολογικού μητρώου στην Ελλάδα και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ένας εκ των μετόχων της [αναιρεσείουσας] και ειδικότερα η Εσθονική επιχείρηση με την επωνυμία “…”, είχε ως μέτοχό της την [Α-Ν.S] (κάτοικο Εσθονίας και Εσθονικής υπηκοότητας), η οποία στις 1.1.2012 δεν είχε ΑΦΜ στην Ελλάδα, τον οποίο και απέκτησε στις 4.12.2018,κρίνει ότι η [αναιρεσείουσα] δεν εμπίπτει στην εξαίρεση της ανωτέρω διάταξης και κατά συνέπεια νόμιμα επιβλήθηκε σε βάρος της ο ένδικος ειδικός φόρος επί των ακινήτων που κατείχε την 1.1.2012, απορρίπτεται δε ως αβάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός της”.

5. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το κατατεθέν στις 21.11.2024 (ήτοι εντός της χορηγηθείσας προθεσμίας) υπόμνημα, προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία (και, συνακόλουθα, εφαρμογή) των άρθρων 15 παρ. 3 του ν. 3091/2002, 31 του ν. 2515/1997 (“Υποχρεωτική χορήγηση Αριθμού Φορολογικού Μητρώου”) και 2 της (κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 31 του ν. 2515/1997) ΑΥΟ 1027411/842/ ΔΜ/26.2.1998 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με τίτλο “Υποχρεωτική χορήγηση Αριθμού Φορολογικού Μητρώου […]”. Τούτο δε διότι, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα: α) μέτοχος αυτής ήταν η εταιρεία “…”, η οποία είχε νομίμως αποκτήσει ΑΦΜ στην Ελλάδα, όπως άλλωστε και στην Εσθονία, με αποτέλεσμα να είναι, πάντως, ευχερής οποιαδήποτε διασταυρωτική διαδικασία του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος, β) η Α-Ν.S, μέτοχος της “…”, είχε αποκτήσει ΑΦΜ στην Εσθονία, κράτος μέλος της ΕΕ, γ) η Εσθονία δεν εντάσσεται στον κατάλογο των μη συνεργάσιμων κρατών, με αποτέλεσμα να παρίσταται ευχερής κάθε διασταυρωτική ενέργεια, δ) ο έλεγχος ουδέποτε αμφισβήτησε ότι το ως άνω φυσικό πρόσωπο (Α-Ν.S) ήταν ο πραγματικός δικαιούχος-φορέας των επίμαχων μετοχών, ε) ουδόλως απαντήθηκε εν προκειμένω η μνημονευόμενη στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3842/2010 “συνήθης πρακτική” της δηλώσεως ως φυσικού προσώπου/φορέα του νομικού προσώπου προσώπου άλλου από εκείνο που πραγματικά είναι, στ) η ως άνω Α-Ν.S δεν είχε, σύμφωνα με τον ν. 2515/1997 και την Υπουργική απόφαση ΑΥΟ 1027411/842/ΔΜ/ 26.2.1998, υποχρέωση αποκτήσεως ΑΦΜ στην Ελλάδα καθώς ήταν ανήλικη, δεν είχε οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα ούτε αποκτούσε εισόδημα στη χώρα, πολλώ μάλλον μέρισμα από την ως άνω εταιρεία που, κατά τον κρίσιμο χρόνο παρουσίαζε ζημιές, ενώ άλλωστε, σύμφωνα με την ως άνω Υπουργική απόφαση, “ρητώς η συμμετοχή αλλοδαπού φυσικού προσώπου σε ανώνυμη εταιρεία στην Ελλάδα εξαιρούνταν της υποχρεώσεως αποκτήσεως ΑΦΜ”, ζ) η ως άνω Α-Ν.S απέκτησε, πάντως, έστω και επιγενόμενα (2018) ΑΦΜ και η) στην προκειμένη περίπτωση οι μετοχές της κατέληγαν σε 6 φυσικά πρόσωπα και 3 νομικά, ήτοι αα) την εταιρεία “… ΑΕΠΕΥ”, της οποίας μέτοχοι είναι 8 φυσικά πρόσωπα, ββ) την αλλοδαπή εταιρεία “…” της οποίας μέτοχοι είναι 3 φυσικά πρόσωπα και γγ) την αλλοδαπή εταιρεία “…”, της οποίας μέτοχοι είναι 5 φυσικά πρόσωπα, ενώ, όπως διαπίστωσε ο έλεγχος, δεν είχε ΑΦΜ μόνο ένα από τα περισσότερα αυτά φυσικά πρόσωπα (απώτατοι μέτοχοι), με αποτέλεσμα να αναιρείται εν προκειμένω κάθε έννοια αναλογικότητας και να αποδίδεται στον φόρο “τιμωρητικός” χαρακτήρας. Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, εν όψει των οριζομένων στο άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι “καθ’ όσον αφορά στην αναγωγή της μη εκπληρώσεως της τυπικής υποχρεώσεως αποκτήσεως ΑΦΜ στην Ελλάδα από αλλοδαπό φυσικό πρόσωπο ως αυτοτελούς και επαρκούς λόγου μη αναγνώρισης της εξαιρέσεως από τον ΕΦΑ … καίτοι, πέραν του ότι ήταν συγγνωστή, αφενός ουδόλως αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο ότι πράγματι το εν λόγω πρόσωπο περιλαμβάνεται μεταξύ των πραγματικών δικαιούχων της εταιρείας και αφετέρου συνιστά ένα μόνο από τα περισσότερα φυσικά πρόσωπα-πραγματικούς δικαιούχους αυτής, τα δε λοιπά φυσικά πρόσωπα είχαν αποκτήσει κανονικά ΑΦΜ στην Ελλάδα” δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός για τη θεμελίωση του προβαλλομένου λόγου αναίρεσης προβάλλεται αβασίμως, διότι, ήδη, κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως, υπήρχε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, από την οποία συνάγονται σαφείς ερμηνευτικές κρίσεις του Δικαστηρίου ότι: Α. για την αναγνώριση της εξαίρεσης από τον φόρο κατά τις διατάξεις της παρ. 3 περ. α) του άρθρου 15 του ν. 3091/2002, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 57 του ν. 3842/2010, απαιτείται, μεταξύ άλλων, ως πρόσθετη, ουσιαστική και αυτοτελής προϋπόθεση, η κατοχή από όλα τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία κατέχουν τις ονομαστικές μετοχές ανώνυμης εταιρείας ή τα οποία απλώς δηλώνονται ως κατέχοντα ανώνυμες μετοχές αυτής ή μετοχές των εταιρειών που συμμετέχουν στην ανώνυμη εταιρεία, αριθμού φορολογικού μητρώου στην Ελλάδα, χωρίς, επομένως, σε περίπτωση ελλείψεως της αντικειμενικής αυτής προϋπόθεσης ως προς τα όλα τα παραπάνω φυσικά πρόσωπα, να επιτρέπεται να ερευνώνται άλλα ζητήματα (όπως η τυχόν αμέλειά τους, η παρερμηνεία των σχετικών διατάξεων, η μη ύπαρξη αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα των εν λόγω προσώπων, η μη λήψη μερίσματος από την εταιρεία κ.λπ.) (βλ. ΣτΕ 2810/2017 επταμ., 36/2019 επταμ., 88/2020) και Β. ο επίδικος φόρος αποτελεί, πράγματι, φόρο επί της περιουσίας (κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος) και δεν έχει τον χαρακτήρα της διοικητικής κύρωσης (βλ. ΣτΕ 2810/2017 επταμ., 88/2020, 1389/2019 επταμ.). Υπό τα δεδομένα αυτά, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989.

6. Επειδή, κατόπιν αυτών, και, καθώς δεν προβάλλεται άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα εταιρεία τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2024

Ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος

Κωνσταντίνος Κουσούλης

Η Γραμματέας

Ίλβα Μίσιου

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 7ης Μαΐου 2025.

Ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος

Κωνσταντίνος Κουσούλης

Η Γραμματέας

Καλλιόπη Ανδρέου