Top

Νομολογία - Πλήρη κείμενα


ΣτΕ 2233/2025 Τμ.Ε - Πλήρες κείμενο

A- A A+    Εκτύπωση   

ΣτΕ 2233/2025 Τμ.Ε - Πλήρες κείμενο

Πρόεδρος: Αικατερίνη Χριστοφορίδου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος
Εισηγήτρια: Μαρία Σωτηροπούλου, Σύμβουλος
Δικηγόροι: Ανδρέας Παπαπετρόπουλος, Αφεντία Ιωσηφίδου (πάρεδρος ΝΣΚ), Ολυμπία Βλασοπούλου, Αθανάσιος Σαφαρής, Βασίλειος Παπαγεωργίου, Βασιλική Χρήστου

Με αίτηση ακυρώσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, ζητήθηκε η ακύρωση: α. της από 18.1.2018 βεβαίωσης οριστικής υπαγωγής στον Ν. 4495/2017 τριώροφης οικοδομής στην Ερμούπολη Σύρου και β. της έγκρισης εργασιών αποπεράτωσης αυθαιρέτων κατασκευών υπ’ αρ. …/17.10.2019 της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Σύρου – Ερμούπολης. Η κρινόμενη αίτηση εισήχθη, λόγω σπουδαιότητας, ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διατάξεις της § 3 του άρθρου 110 του Ν. 4495/2017 εκφράζουν το θεμιτό κατ’ αρχήν και εύλογο ενδιαφέρον της Πολιτείας να ρυθμίσει την τύχη αυθαιρέτων τα οποία, ανεγερθέντα δυνάμει οικοδομικής αδείας, η οποία ακυρώθηκε στη συνέχεια με δικαστική απόφαση, δεν κατέστη δυνατόν να περιληφθούν στις διατάξεις οι οποίες προέβλεψαν αθρόα νομιμοποίηση αυθαιρέτων κατασκευών που ανεγέρθηκαν ως τις 28.7.2011. Με την απόφαση 1858/2015 της Ολομελείας του ΣτΕ, οι διατάξεις του άρθρου 23 § 6 του Ν. 4178/2013 κρίθηκαν ανίσχυρες ως αντιβαίνουσες στα άρθρα 26, 20 § 1 και 95 § 5 του Συντάγματος. Οι εφαρμοστέες εν προκειμένω νεότερες ρυθμίσεις του Ν. 4495/2017 (άρθρο 110 § 3) ρυθμίζουν το αυτό ζήτημα, επιλέγοντας ως λύση το αυτό σύστημα αυτόματης υπαγωγής των συγκεκριμένων αυθαιρέτων, των οποίων οι οικοδομικές άδειες έχουν ακυρωθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 4495/2017 και εξαιρώντας τις οικείες κατασκευές από την κατεδάφιση, αφού γίνει απλή αναφορά και κατηγοριοποίηση των λόγων που οδήγησαν στη δικαστική ακύρωση των αντίστοιχων οικοδομικών αδειών. Οι εν λόγω διατάξεις, ανεξαρτήτως αν ορώμενες στο σύνολό τους αποτελούν εξαίρεση και όχι τον κανόνα αναφορικά με τη μεταχείριση των δικαστικώς ακυρωθεισών οικοδομικών αδειών, σκοπούν να εμποδίσουν την παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας που θα γεννιόταν από τη διαφορετική αντιμετώπιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων μεταξύ πολιτών που υπήχθησαν στις ευεργετικές διατάξεις περί «νομιμοποιήσεως» των αυθαιρέτων κατασκευών τους και άλλων των οποίων η οικοδομική άδεια ακυρώθηκε για λόγους που δεν αφορούν σε υπαίτια συμπεριφορά τους. Ωστόσο, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής της αρχής της ισότητας, διότι πρωτογενώς μεν αντιμετωπίζεται το ζήτημα κατασκευής και διατήρησης αυθαιρέτων κατασκευών στη Χώρα με αθρόα «νομιμοποίηση», όταν όμως έχει μεσολαβήσει δικαστική κρίση και ακύρωση οποιασδήποτε οικοδομικής άδειας, ανακύπτει δευτερογενώς ζήτημα προσηκούσης συμμορφώσεως και γενικώς διαμορφώσεως της μετ’ ακύρωσιν καταστάσεως, διαφορετικής πλέον και όχι «ουσιωδώς ομοίας» με εκείνη που πρωτογενώς ρυθμίστηκε εν πρώτοις από τον νομοθέτη. Από τις επίμαχες διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι δεν έλαβε χώρα στάθμιση συμφερόντων, αφού δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη από την οποία να προκύπτει η έμπρακτη εφαρμογή των συνταγματικών αρχών της διακρίσεως των εξουσιών και της υποχρεώσεως συμμορφώσεως προς δικαστικές αποφάσεις, καθώς και του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, προκειμένου να ρυθμιστεί κατά νόμιμο τρόπο η τύχη της εξεταζόμενης ειδικής κατηγορίας αυθαιρέτων. Επιπλέον, το εδάφιο α΄ της § 3 του επίμαχου άρθρου 110 (του Ν. 4495/2017) περιλαμβάνει ρύθμιση με την οποία αποδυναμώνεται ανεπιτρέπτως το ισχύον κατά το Σύνταγμα σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια, εισάγοντας ρήγμα στην έννομη τάξη με δυσανάλογα αποτελέσματα μη υπηρετούντα τον θεμιτό καταρχήν σκοπό του νομοθέτη. Ειδικότερα δε, όσον αφορά τις 2 πρώτες περιπτώσεις της § 3 (εδάφια α΄ και β΄) που αναφέρονται σε ακύρωση λόγω εφαρμογής ανίσχυρου ή εσφαλμένου πολεοδομικού καθεστώτος προβλέπεται αυτόματη η εφαρμογή τους με διατήρηση ακέραιου του κτιρίου ως είχε σύμφωνα με την ακυρωθείσα άδεια, παρ’ όλον ότι έχει διαπιστωθεί παράβαση κανόνων της ουσιαστικής πολεοδομικής νομοθεσίας. Με τον τρόπο, ωστόσο, αυτόν οι επίμαχες ρυθμίσεις ισοδυναμούν με πρόβλεψη της αυτόματης αναβίωσης οικοδομικών αδειών που ακυρώθηκαν με δικαστική απόφαση για ουσιαστικούς πολεοδομικούς λόγους και, ως εκ τούτου, αποτυγχάνουν στην εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων πολιτών και των συντρεχουσών πλευρών του δημοσίου συμφέροντος: Την ανάγκη προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του δικαιούχου της ακυρωθείσας οικοδομικής αδείας, της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας εκείνου που επέτυχε τη δικαστική ακύρωση της αδείας για ουσιαστικό πολεοδομικό λόγο, την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς το περιεχόμενο ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων και της προστασίας του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος. Προς τούτο θα ήταν θεμιτή ή και πρόσφορη η πρόβλεψη εκδόσεως άλλης διοικητικής πράξης, η οποία θα επέτρεπε την εξαίρεση από την κατεδάφιση κατόπιν εξιδιασμένης κρίσης μετ’ εκτίμηση προϋποθέσεων πολεοδομικού χαρακτήρα διαφόρων εκείνων ενόψει των οποίων κρίθηκε δικαστικώς η νομιμότητα της ακυρωθείσης οικοδομικής αδείας και συναφών προς το ρυθμιζόμενο θέμα κατά τα πρότυπα της εξαίρεσης από την κατεδάφιση αυθαιρέτων των άρθρων 15 § 1 και 16 § 1 του Ν. 1337/1983. Θεμιτή θα ήταν επίσης ρύθμιση προβλέπουσα ότι η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία για την εφαρμογή των περ. α΄ και β΄ της § 3 του άρθρου 110 του Ν. 4495/2017 (ΠΕΣΥΠΟΘΑ) θα διαθέτει ουσιαστικές πολεοδομικές αρμοδιότητες, η άσκηση των οποίων θα επιτρέπει τη διατήρηση των τμημάτων της οικοδομής που δεν παραβιάζουν τις ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις, επί της ερμηνείας και εφαρμογής των οποίων έκρινε το Δικαστήριο, με την έκδοση άδειας νομιμοποίησης των τμημάτων αυτών και την ταυτόχρονη τροποποίηση, απομάκρυνση ή καθαίρεση του τμήματος που παραβιάζει τις εν λόγω πολεοδομικές διατάξεις στις περιπτώσεις που αυτό είναι πρακτικά και τεχνικά δυνατό (βλ. και άρθρο 110 § 3 περ. δ΄, όπως ισχύει και άρθρο 106 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο). Με τα ανωτέρω δεδομένα οι διατάξεις του άρθρου 110 § 3 εδάφια α΄ και β΄ του Ν. 4495/2017 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 § 41 του Ν. 4546/2018 είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες στα άρθρα 26 § 1, 95 § 5 και 20 § 1 του Συντάγματος. (Μειοψ.). Εν προκειμένω, η πράξη υπαγωγής της αυθαίρετης οικοδομής των παρεμβαινόντων στον Ν. 4495/2017 ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 110 § 3 περ. α΄ και β΄ του Ν. 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 § 41 του Ν. 4546/2018, η οποία, κατά την άποψη που επικράτησε στο Τμήμα, αντίκειται στο Σύνταγμα. Επομένως, θα έπρεπε να ακυρωθούν η πρώτη προσβαλλόμενη βεβαίωση και η, στηριζόμενη σε αυτήν, έγκριση εργασιών αποπεράτωσης αυθαιρέτων κατασκευών [δεύτερη προσβαλλόμενη], η οποία απώλεσε το νόμιμο έρεισμά της. Το Τμήμα παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια λόγω σπουδαιότητας.

Νομικές Διατάξεις: Άρθρα 1 § 1 N. 3900/2010, 24 N. 4014/2011, 2 N. 3068/2002, 4 § 1, 24, 25 § 1 Συντ.

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Ε΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2022, με την εξής σύνθεση: Αικατερίνη Χριστοφορίδου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Χρήστος Ντουχάνης, Μαρία Σωτηροπούλου, Αγγελική Μίντζια, Δημήτριος Βασιλειάδης, Σύμβουλοι, Χρήστος Παπανικολάου, Ανδρέας Σκούφαλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δημητρία Τετράδη, Γραμματέας του Ε΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 11 Νοεμβρίου 2019 αίτηση:

της … …, κατοίκου Ερμούπολης Σύρου (…), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Ανδρέα Παπαπετρόπουλο (Α.Μ. …), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά των: 1. Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος παρέστη με την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 2. Δήμου Σύρου – Ερμούπολης, ο οποίος δεν παρέστη,

και κατά των παρεμβαινόντων: 1. α) … … και β) … …, κατοίκων Ερμούπολης Σύρου (…), οι οποίοι παρέστησαν με τη δικηγόρο Ολυμπία Βλασοπούλου (Α.Μ. … Δ.Σ. Χαλκίδας), που την διόρισαν με πληρεξούσιο, 2. ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «… Ο.Ε.», που εδρεύει στην Ερμούπολη Σύρου (…), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Αθανάσιο Σαφαρή (Α.Μ. …), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και 3. … … του …, κατοίκου Ρόδου (…), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Βασίλειο Παπαγεωργίου (Α.Μ. ...), που τον διόρισε στο ακροατήριο.

Στη δίκη παρεμβαίνουν υπέρ της αιτούσας οι: α) … … του …, κάτοικος Μυκόνου και β) … … του …, κάτοικος Μελισσίων Αττικής (…), οι οποίοι παρέστησαν με τη δικηγόρο Βασιλική Χρήστου (Α.Μ. …), που τη διόρισαν με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθούν:

1. η από 18.1.2018 βεβαίωση οριστικής υπαγωγής στο ν. 4495/2017 τριώροφης οικοδομής στην Ερμούπολη Σύρου, 2. η υπ’ αριθ. …/17.10.2019 έγκριση εργασιών αποπεράτωσης αυθαιρέτων κατασκευών της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Σύρου – Ερμούπολης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στο Ε’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της από 29 Ιανουαρίου 2020 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 και της από 19 Μαρτίου 2020 πράξεως του Αναπληρωτή Προέδρου του Τμήματος.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Μαρίας Σωτηροπούλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, την πληρεξούσια των παρεμβαινόντων, που παρέστη υπέρ της αιτούσας, η οποία ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβαση, τους πληρεξούσιους των παρεμβαινόντων και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, με αίτηση ακυρώσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς (υπ’ αρ. ΑΚ …/12.11.2019) και για την οποία κατεβλήθη παράβολο ύψους 154 ευρώ (βλ. ηλεκτρονικό παράβολο …), ζητήθηκε η ακύρωση: α. της από 18.1.2018 βεβαίωσης οριστικής υπαγωγής στο ν. 4495/2017 τριώροφης οικοδομής στην Ερμούπολη Σύρου και β. της έγκρισης εργασιών αποπεράτωσης αυθαιρέτων κατασκευών υπ’ αρ. …/17.10.2019 της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Σύρου – Ερμούπολης.

2. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), ορίζονται τα εξής: “Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Τα αιτήματα των διαδίκων υπογράφονται επί ποινή απαραδέκτου από δικηγόρο και συνοδεύονται από παράβολο τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. … Η πράξη της Επιτροπής δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Η αναστολή δεν καταλαμβάνει την προσωρινή δικαστική προστασία. Μετά την επίλυση του ζητήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες. Στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα, και να προβάλει τους ισχυρισμούς του σχετικά με το ζήτημα αυτό. Για την εν λόγω παρέμβαση δεν καταλογίζεται δικαστική δαπάνη, η δε μη άσκησή της δεν δημιουργεί δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ή τριτανακοπής”.

3. Επειδή, δυνάμει των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 3900/2010, η αιτούσα υπέβαλε αίτημα εισαγωγής της αιτήσεως ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έγινε δεκτό με την πράξη ΠΝ 2/29.1.2020 της αρμόδιας κατά νόμον Επιτροπής, δημοσιευθείσα στις εφημερίδες ΤΑ ΝΕΑ και ΕΣΤΙΑ στις 6.2.2020. Με την πράξη αυτή η ως άνω αίτηση ακυρώσεως εισήχθη στο Συμβούλιο της Επικρατείας, προκειμένου να κριθεί το ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 110 παρ. 3 του ν. 4495/2017 (Α΄ 167), η οποία εισάγει δυνατότητα υπαγωγής στο καθεστώς αναστολής επιβολής κυρώσεων και οριστικής εξαίρεσης από την κατεδάφιση, κατασκευών που ανεγέρθησαν βάσει οικοδομικών αδειών που ακυρώθηκαν στη συνέχεια με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και κατέστησαν, συνεπεία της δικαστικής τους ακύρωσης, αυθαίρετες.

4. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εισάγεται, λόγω σπουδαιότητας, ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν της από 19.3.2020 πράξης του Αναπληρωτή Προέδρου του Τμήματος.

5. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και είναι γνωστό στο Δικαστήριο από προηγούμενες ενέργειες αυτού, με την οικοδομική άδεια …/1998 της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Σύρου (Ν.Α. Κυκλάδων) επετράπη στους Α.Β. και Ε.Σ. η ανέγερση τριώροφης οικοδομής με γκαράζ και υπόγειο σε ακίνητο που βρίσκεται στη συνοικία … της Ερμούπολης της Σύρου, εντός του χρήζοντος ειδικής κρατικής προστασίας, ως μοναδικού νεοκλασικού και πολεοδομικού συνόλου, ιστορικού τόπου της Ερμούπολης, τα όρια του οποίου καθορίσθηκαν αρχικώς με την απόφαση Α/Φ31/14325/1042π.ε./1976 (Β΄ 709) του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών και στη συνέχεια με την απόφαση ΥΠΠΟ/ΔΝΣΑΚ/45448/1271/2006 (Β΄ 930) του Υπουργού Πολιτισμού, “διότι αποτελεί σημαντικό δείγμα της αστικοποίησης της νεώτερης Ελλάδος, διασώζει μεγάλο αριθμό κτισμάτων που είναι χαρακτηριστικά και αντιπροσωπευτικά της βιομηχανικής, εμπορικής, ναυτιλιακής, διοικητικής, εκπαιδευτικής και πολιτικής ιστορίας της και αποτελεί μοναδικό πολεοδομικό σύνολο”. Το εμβαδόν του επίμαχου οικοπέδου ανέρχεται σε 231,16 τ.μ. και, βάσει της ως άνω οικοδομικής άδειας 428/1998, επετράπη η υλοποίηση δόμησης 415,8 τ.μ., κάλυψης 161,01 τ.μ. [70%] και η ανέγερση κτηρίου 3 ορόφων, με ύψος 11 μ. Η άδεια αυτή εκδόθηκε κατ΄ επίκληση του από 19.1-14.2.1976 [“Περί καθορισμού ενίων όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων του ρυμοτομικού σχεδίου Ερμουπόλεως (Σύρου) …”, Δ΄ 47], με το άρθρο 2 του οποίου προβλέφθηκε ότι επιτρέπεται κάλυψη των οικοπέδων σε ποσοστό 70% και μέγιστος αριθμός ορόφων τρεις, ανεξαρτήτως πλάτους οδού, με ανώτατο ύψος τα ένδεκα μέτρα (για τον τομέα Α΄). Οι οικοδομικές εργασίες διεκόπησαν επ΄ αόριστον, με την απόφαση …/8.9.1998 της Διεύθυνσης Πολεοδομίας, ύστερα από καταγγελία της αιτούσας, κυρίας οικίας που έχει χαρακτηρισθεί έργο τέχνης και ιστορικό διατηρητέο μνημείο [απόφαση ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/1099/26141/1992 (Β΄ 400)] και βρίσκεται έναντι της ιδιοκτησίας των Α.Β. και Ε.Σ. Στη συνέχεια, με τις αποφάσεις …/30.11.1999 της 2ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και …/14.12.1999 της 1ης Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων εγκρίθηκε υπό όρους, από πλευράς αρχαιολογικού νόμου, η χορήγηση αδείας για την ανέγερση τριώροφης οικοδομής στην ίδια θέση και, κατόπιν αυτού, εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας της Ν.Α. Κυκλάδων η από 11.5.2000 αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας. Κατόπιν αιτήσεως ακυρώσεως της νυν αιτούσας οι ανωτέρω πράξεις των οργάνων του Υπουργείου Πολιτισμού και η αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας ακυρώθηκαν με την απόφαση 84/2001 του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την αιτιολογία ότι είχαν εκδοθεί μη νομίμως, υπό την αντίληψη ότι ίσχυαν οι όροι και περιορισμοί δόμησης του προαναφερθέντος π.δ. από 19.1-14.2.1976, ενώ “η Ερμούπολη χαρακτηρίστηκε για πρώτη φορά παραδοσιακός οικισμός με το από 19.10- 13.11.1978 π.δ., με το οποίο θεσπίστηκαν και ειδικοί όροι και περιορισμοί δομήσεώς της. Μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος αυτού έπαυσε να ισχύη το από 19.1-14.2.1976 π.δ., το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθή ότι διατηρήθηκε σε ισχύ με την παρ. 2 του άρθρου 8 του από 19.10 - 13.11.1978 π.δ/τος, ... Αλλά και υπό την εκδοχή ότι το από 19.1-14.2.1976 π.δ. δεν καταργήθηκε με το από 19.10- 13.11.1978 π.δ., καταργήθηκε με το από 11.5-2.6.1989 π.δ. …”. Συγκεκριμένα, με το π.δ. της 19.10.1978 (Δ΄ 594) η Ερμούπολη της Σύρου χαρακτηρίσθηκε παραδοσιακός οικισμός και καθορίσθηκαν όροι και περιορισμοί δόμησης στους παραδοσιακούς οικισμούς του εν λόγω π.δ. (άρθρα 2 επ.), ενώ, στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του π.δ. από 11.5.1989 καθορίσθηκαν ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης για τους οικισμούς του νομού Κυκλάδων που έχουν χαρακτηρισθεί ως παραδοσιακοί ως εξής: “1. … 2. α) Για οικόπεδα μέχρι 100 μ2 … β) … γ) Για οικόπεδα από 200-300 μ2 συντελεστής δόμησης 0,80 και ποσοστό κάλυψης 60% της επιφανείας τους. Η ελάχιστη συνολική επιφάνεια και των δύο ορόφων μπορεί να είναι 200 μ2 με αντίστοιχη αύξηση του ποσοστού κάλυψης σε 70%. δ) Για οικόπεδα από 301-400 μ2 ... ε) … στ) ... ζ) Η συνολική επιφάνεια ορόφων του κτιρίου δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 400 μ2. ... [Όπως η περίπτωση στ΄ αναριθμήθηκε σε ζ΄ με το π.δ. της 12.1.1993, Δ΄ 70]. 3. … 4. Ο μέγιστος αριθμός ορόφων των κτιρίων ορίζεται σε δύο (2) με μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος αυτών επτά και μισό (7,50) μέτρα, ...”. Μετά την έκδοση της ακυρωτικής αυτής απόφασης δημοσιεύθηκε ο ν. 2940/2001 (Α΄ 180), με το άρθρο 5 παρ. 12 του οποίου ορίσθηκε ότι “α) Για τον οικισμό Ερμουπόλεως Σύρου ισχύουν αναδρομικά από της δημοσιεύσεώς του, οι διατάξεις του από 19.1.1976 π.δ/τος (ΦΕΚ 47 Δ΄) … . β) Η ως άνω διάταξη ισχύει μέχρι την 31.7.2002”, και κατ’ επίκληση της διάταξης αυτής εκδόθηκαν οι πράξεις …/25.9.2001 της 1ης Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων και …/3.10.2001 της 2ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και η οικοδομική άδεια …/2002 της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Ν.Α. Κυκλάδων, με τις οποίες επετράπη εκ νέου στους Α.Β. και Ε.Σ. η ανέγερση τριώροφης οικοδομής στο ίδιο οικόπεδο. Κατόπιν νέας αιτήσεως ακυρώσεως της αιτούσας, εκδόθηκαν η -παραπεμπτική στην Ολομέλεια- απόφαση 178/2003 του Ε΄ Τμήματος και τελικώς η απόφαση 2526/2003 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, με την οποία ακυρώθηκαν οι ως άνω πράξεις 2194/2001 και 2751/2001, με την αιτιολογία ότι η ρύθμιση του ν. 2940/2001 “είναι ανίσχυρη ως αντίθετη προς την παρ. 6 του άρθρου 24 του Συντάγματος, εφόσον με αυτήν τίθενται εκποδών όροι και περιορισμοί δομήσεως του οικισμού της Ερμουπόλεως που είχαν θεσπισθεί εν όψει του χαρακτηρισμού του ως παραδοσιακού και επανέρχονται σε ισχύ, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, κανόνες δομήσεως, οι οποίοι είχαν θεσπισθεί πριν από το χαρακτηρισμό του, χωρίς η μεταβολή αυτή να στηρίζεται σε εκτίμηση της φυσιογνωμίας και των ειδικότερων χαρακτηριστικών του οικισμού, αφού μελέτη για τον πολεοδομικό σχεδιασμό της Ερμουπόλεως δεν είχε προηγηθεί αλλά πρόκειται να καταρτισθεί”. Μετά ταύτα, με την απόφαση 356/2004 του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς ακυρώθηκε, κατόπιν νέας αιτήσεως ακυρώσεως της αιτούσας, η οικοδομική άδεια …/2002, η οποία ανακλήθηκε και τυπικώς από τη Διοίκηση με την πράξη …/6.7.2004 της πολεοδομικής υπηρεσίας, ενώ έφεση των δικαιούχων της αδείας απερρίφθη με την απόφαση 3366/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ακολούθως, εκδόθηκαν η απόφαση …/28.7.2004 του Νομάρχη Κυκλάδων, με την οποία η επίμαχη οικοδομή εξαιρέθηκε από την κατεδάφιση, και η από 12.8.2004 πράξη του Προϊσταμένου της Πολεοδομίας Ν.Α. Κυκλάδων, με την οποία αναθεωρήθηκε η οικοδομική άδεια «για την ολοκλήρωση των υπολειπομένων οικοδομικών εργασιών για την αποπεράτωση του κτίσματος». Μεταγενεστέρως για το ίδιο κτίσμα εκδόθηκαν α) η απόφαση …/3.9.2004 του Νομάρχη Κυκλάδων, με την οποία ανακλήθηκε η απόφαση εξαίρεσης της οικοδομής από την κατεδάφιση […/28.7.2004], β) η απόφαση οικ. …/13.9.2004 του αυτού Νομάρχη, περί οριστικής εξαίρεσης της οικοδομής από την κατεδάφιση, γ) η από 20.9.2004 αναθεώρηση της άδειας «για την ολοκλήρωση των υλοποιημένων οικοδομικών εργασιών για την αποπεράτωση του κτίσματος» και δ) το έγγραφο Δ.Π. …/22.9.2004 της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ν.Α. Κυκλάδων, απευθυνόμενο προς τη ΔΕΗ ΑΕ, προκειμένου να επιτραπεί η ηλεκτροδότηση της τριώροφης οικοδομής. Κατά των τεσσάρων αυτών πράξεων η νυν αιτούσα άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, με την απόφαση 719/2006, κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς τις πράξεις υπό στοιχεία α και γ και απέρριψε την αίτηση κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των λοιπών δύο [β και δ], κρίνοντας αβάσιμο το λόγο ακυρώσεως περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3044/2002, που επιτρέπει την εξαίρεση από την κατεδάφιση νέων αυθαιρέτων κατασκευών. Κατά της απόφασης 719/2006 ασκήθηκε από τη νυν αιτούσα έφεση, επί της οποίας εκδόθηκαν η -παραπεμπτική στην Ολομέλεια- απόφαση 3930/2008 του Ε΄ Τμήματος και, τελικώς, η απόφαση 3921/2010 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε ότι η παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 3044/2002, κατ’ επίκληση της οποίας είχε εκδοθεί η πράξη εξαίρεσης της επίμαχης οικοδομής από την κατεδάφιση, αντίκειται στο άρθρο 24 του Συντάγματος, κατόπιν δε αυτού, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη και ακυρώθηκαν η οριστική εξαίρεση από την κατεδάφιση […/2004 του Νομάρχη Κυκλάδων] και το έγγραφο με το οποίο επετράπη η ηλεκτροδότηση του κτίσματος […/2004 της Δ/σης Πολεοδομίας]. Εξάλλου, με τις αποφάσεις 1819-1821/2012 του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ακυρώθηκαν και οι εν τω μεταξύ εκδοθείσες πράξεις [i] …/2006/8.6.2006 της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Ν.Α. Κυκλάδων, περί συνέχισης των οικοδομικών εργασιών για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και την αποπεράτωση της τριώροφης οικοδομής των Α.Β. και Ε.Σ., [ii] οικ. …/2006/30.1.2006 του Νομάρχη Κυκλάδων, με την οποία συμπληρώθηκε η απόφαση οικ. …/13.9.2004 για τη συνέχιση των εργασιών αποπεράτωσης, και [iii] …/2006/2.2.2006 της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος, oμοίως περί συνέχισης εργασιών στην επίμαχη οικοδομή.

6. Επειδή, ακολούθως, με αίτηση ενώπιον του Τριμελούς Συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας του άρθρου 2 του ν. 3068/2002, η αιτούσα ζήτησε να διαπιστωθεί η μη συμμόρφωση της Διοίκησης προς την απόφαση 3921/2010 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και, προς αντίκρουση της εν λόγω αίτησης, ο Δήμος Σύρου – Ερμούπολης γνωστοποίησε στο Συμβούλιο ότι οι Α.Β. και Ε.Σ. είχαν προσκομίσει την υπ’ αριθμ. …/30.4.2012 βεβαίωση περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής του επίμαχου ακινήτου στο άρθρο 24 του ν. 4014/2011. Με το πρακτικό 7/2014 του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης κρίθηκε ότι η Διοίκηση όφειλε να προβεί στην έκδοση των αναγκαίων διοικητικών πράξεων και την εκτέλεση των απαιτούμενων υλικών ενεργειών για την κατεδάφιση του αυθαίρετου κτίσματος, λόγω του ότι, με τις αποφάσεις 3341/2013 και 1118/2014 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, οι διατάξεις του ν. 4014/2011, κατ’ επίκληση των οποίων είχε εκδοθεί η [προσκομισθείσα από το Δήμο Σύρου] βεβαίωση περαίωσης, κρίθηκαν στο σύνολό τους αντισυνταγματικές, και εκλήθη ο Δήμος να συμμορφωθεί, εντός τριμήνου, προς την προαναφερθείσα απόφαση 3921/2010 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η αίτηση επανεισήχθη ενώπιον του Συμβουλίου Συμμόρφωσης μετά την αποστολή εγγράφων της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και Υπηρεσίας Δόμησης του εν λόγω Δήμου, στα οποία αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι είχε προσκομισθεί και δήλωση [υπ’ αρ. πρωτ. …/28.7.2014] ένταξης της επίμαχης οικοδομής στο ν. 4178/2013, κατόπιν μεταφοράς της δήλωσης από το ν. 4014/2011, και με την απόφασή του 13/2016, το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι, και μετά την κοινοποίηση του προαναφερθέντος πρακτικού 7/2014, ο Δήμος Σύρου – Ερμούπολης εξακολουθούσε να μην συμμορφώνεται προς την ακυρωτική απόφαση 3921/2010 του Συμβουλίου της Επικρατείας και επέβαλε στο Δήμο την υποχρέωση να καταβάλει στην αιτούσα, ως προσήκουσα κύρωση για τη μη συμμόρφωση, χρηματικό ποσό ύψους 10.000 ευρώ, παραμένουσας κατά τα λοιπά ακέραιης της υποχρέωσης συμμόρφωσης της Διοίκησης προς την ως άνω δικαστική απόφαση.

7. Επειδή, κατόπιν των ως άνω πρακτικών και αποφάσεων του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών και Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Σύρου - Ερμούπολης εξέδωσε την απόφαση …/17.8.2016, με την οποία διετάχθη η κατεδάφιση της επίδικης αυθαίρετης οικοδομής. Κατά της πράξης αυτής ασκήθηκε αίτηση ακυρώσεως από τους Α.Β. και Ε.Σ., από την οποία παραιτήθηκαν στις 23.9.2019, μετά την οριστική υπαγωγή της οικοδομής τους στο ν. 4495/2017, κατόπιν της -υποβληθείσης κατ’ επίκληση του άρθρου 110 παρ. 3α και 3β του ν. 4495/2017- δήλωσης ένταξης στο ν. 4495/2017 [υπ’ αρ.. …/18.1.2018], μέσω διαδικασίας ηλεκτρονικής μεταφοράς από τη δήλωση [υπ΄ αρ. .../28.7.2014] που είχαν υποβάλει για την ένταξη στον προηγούμενο ν. 4178/2013. Ειδικότερα, σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση …, η προς νομιμοποίηση “τριώροφη οικοδομή με γκαράζ και υπόγειο” βρίσκεται “εντός παραδ[οσιακού] οικ[ισμού] / τμ[ήματος] πόλης, χωρίς διαδ[ικασία] Επιτρ[οπής]”, έχει εμβαδόν “415,8 τ.μ. κύριων χώρων και 116,93 τ.μ. χώρων μειωτικού συντελεστή (0,50)” και κατασκευάσθηκε κατά το χρονικό διάστημα “από 1.1.1993 μέχρι 31.12.2003”, βάσει της οικοδομικής άδειας …/2002. Στην ίδια δήλωση και στο πεδίο της περιγραφής και της κατηγορίας της παράβασης, μνημονεύονται τα εξής: “ανυπαίτια ακύρωση οικοδομικής αδείας”, “ανάκληση Ο.Α. χωρίς αναληθή στοιχεία (άρθ. 110 § 1, 3)” και “κατηγορία 4”· στο πεδίο της υπέρβασης της δόμησης αναγράφεται “415,8 τμ κύριων χώρων, 0 τμ χώρων μειωτ. συντελ. 30%, 116, 93 τμ χώρων μειωτ. συντελ. 50%, <50% της επιτρεπόμενης δόμησης” και στα πεδία σημείωσης της υπέρβασης της κάλυψης ή του ύψους, σημειώνεται “Όχι”. Επί του αιτήματος υπαγωγής στο ν. 4495/2017 εισηγήθηκε θετικά η Υπηρεσία Δόμησης του Δήμου Σύρου [βλ. το από 27.8.2018 έγγραφό της] και το ζήτημα εισήχθη στο Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.) Χωρικής Αρμοδιότητας Νοτίου Αιγαίου (Κυκλάδων), το οποίο, με την πράξη 37/συνεδρ. 4/14.9.2018, έκρινε ότι, εφόσον δεν διαπιστώνεται υποβολή αναληθών στοιχείων ή ανακριβής αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης, πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της οικοδομής στις διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 3α και β του ν. 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4546/2018. Ομοίως, ως προς τα μορφολογικά στοιχεία της προς τακτοποίηση κατασκευής γνωμοδότησε θετικά, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 116 του ν. 4495/2017, η Επιτροπή του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 4178/2013, όπως ισχύει μετά το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4513/2018 [βλ. πρακτικό 98/συνεδρ. 2/27.3.2019]. Η ανωτέρω δήλωση ένταξης στο ν. 4495/2017 περιήλθε σε κατάσταση οριστικής υπαγωγής στις 13.5.2019 και, κατόπιν των ανωτέρω δηλώσεων, εγκρίσεων και πράξεων, εξεδόθη η δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη […/17.10.2019 της Υπηρεσίας Δόμησης Σύρου – Ερμούπολης], με την οποία επετράπη η εκτέλεση εργασιών αποπεράτωσης στην επίδικη οικοδομή, σύμφωνα με το άρθρο 107 παρ. 5 του ν. 4495/2017. Τέλος, όπως προκύπτει από το έγγραφο …/25.2.2022 του Δήμου Σύρου – Ερμούπολης, η δήλωση υπαγωγής της οικοδομής των παρεμβαινόντων στο ν. 4495/2017 περαιώθηκε στις 24.2.2022, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης και πριν από τη συζήτηση αυτής στο Συμβούλιο της Επικρατείας (: 9.3.2022).

8. Επειδή, η ηλεκτρονική υποβολή δήλωσης υπαγωγής αυθαίρετης κατασκευής [που έχει ανεγερθεί προ της 28ης.7.2011] στο ν. 4495/2017, μέσω πληροφοριακού συστήματος, συνεπάγεται την αναστολή επιβολής κυρώσεων -ιδίως την υποχρέωση αποχής της Διοίκησης από την κατεδάφιση του αυθαιρέτου- και μπορεί να οδηγήσει στην τριακονταετή ή και οριστική εξαίρεση της οικοδομής από την κατεδάφιση, αναλόγως της κατηγορίας στην οποία εντάσσεται η εκάστοτε αυθαίρετη κατασκευή ή αλλαγή χρήσης και υπό την προϋπόθεση καταβολής του παραβόλου και του ενιαίου ειδικού προστίμου (βλ. άρθρα 81 παρ. 5, 82 παρ. 2 περ. ζ, 97, 101 παρ. 1 και 105 του ν. 4495/2017 – κατωτέρω, σκ. 14 - 15). Στη συνέχεια, αφού καταβληθεί η πρώτη δόση του ενιαίου ειδικού προστίμου, η οικοδομή μπορεί να συνδεθεί με τα δίκτυα κοινής ωφελείας [βλ. άρθρο 105 παρ. 3 του ν. 4495/2017], ενώ, μετά την καταβολή ποσοστού 30% του ενιαίου ειδικού προστίμου, οπότε και οριστικοποιείται η δήλωση υπαγωγής (άρθρο 81 παρ. 7 του αυτού ν. 4495/2017), επιτρέπονται η σύσταση ή μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτου (άρθρα 82 παρ. 2 περίπτ. ζ, 83 παρ. 10), η -κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη- εκτέλεση εργασιών αποπεράτωσης, επισκευής κ.λπ., κατόπιν έγκρισης της Υπηρεσίας Δόμησης (άρθρο 107 παρ. 5 του νόμου), και η προσκόμιση, αντί οικοδομικής άδειας και όπου αυτή απαιτείται, βεβαίωσης εκδιδόμενης από το πληροφοριακό σύστημα για την εξόφληση του 30% του προστίμου (άρθρο 107 παρ. 6). Τέλος, η διαδικασία υπαγωγής αυθαιρέτου στο ν. 4495/2017 περαιώνεται με την εξόφληση του παραβόλου και του συνόλου του αναλογούντος ενιαίου ειδικού προστίμου και με την υποβολή στο ηλεκτρονικό σύστημα όλων των δικαιολογητικών του άρθρου 99 και των λοιπών διατάξεων του ν. 4495/2017, οπότε και εκδίδεται βεβαίωση περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής (άρθρα 81 παρ. 8, 82, 96, 97, 99, 105, 107 παρ. 3, 4, 5 του ν. 4495). Μολονότι οι ανωτέρω έννομες συνέπειες απορρέουν ευθέως από το νόμο, χωρίς να προβλέπεται εξατομικευμένη, σε κάθε στάδιο, κρίση διοικητικού οργάνου ότι πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που τάσσονται στις επιμέρους διατάξεις του (βλ. και άρθρο 108 του ν. 4495/2017, περί δειγματοληπτικών ελέγχων των δηλώσεων υπαγωγής, σε ποσοστά 20% για τα αυθαίρετα της κατηγορίας 5, 10% της κατηγορίας 4 και 5% των κατηγοριών 1, 2 και 3), η επέλευσή τους συνδέεται με την αποδοχή, εκ μέρους της Διοίκησης, της δήλωσης υπαγωγής που υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος. Η ως άνω αποδοχή πρέπει να θεωρηθεί ότι παρεμβάλλεται μεταξύ της δήλωσης και της ενεργοποίησης του, ευνοϊκού για τον δηλούντα, καθεστώτος του νόμου και ισοδυναμεί με εκτελεστή διοικητική πράξη, υποκείμενη σε αίτηση ακυρώσεως [πρβλ. επί των παρεμφερών διατάξεων του προηγούμενου ν. 4178/2013, ΣτΕ 2210/2020 Ολομ. (σκ. 9), 419/2021 7μ. (σκ. 8), 1454/2021 (σκ. 6)]. Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, η κρινόμενη αίτηση παραδεκτώς στρέφεται κατά της βεβαίωσης του πληροφοριακού συστήματος σχετικώς με την οριστική υπαγωγή της επίδικης αυθαίρετης οικοδομής στο ν. 4495/2017, κατόπιν της δήλωσης που υπέβαλαν προς τούτο οι Α.Β. και Ε.Σ. και έγινε αποδεκτή από τη Διοίκηση. Περαιτέρω, η αιτούσα ασκεί με έννομο συμφέρον την κρινόμενη αίτηση, ισχυριζόμενη ότι η νομιμοποίηση της συγκεκριμένης οικοδομής θίγει τα έννομα συμφέροντά της, ως κατοίκου Ερμούπολης και ιδιοκτήτριας ομόρου ακινήτου, επί του οποίου υφίσταται και κτίσμα χαρακτηρισθέν ως διατηρητέο μνημείο, δεδομένου μάλιστα ότι η ίδια υπήρξε διάδικος σε όλες τις προηγούμενες δίκες που αφορούσαν την αυτή οικοδομή. Εξάλλου, η αίτηση, κατατεθείσα στη Γραμματεία του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς στις 12.11.2019, ασκείται εμπροθέσμως, δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η αιτούσα είχε λάβει γνώση, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, των προσβαλλόμενων πράξεων σε χρόνο που να καθιστά την κρινόμενη αίτηση εκπρόθεσμη. Με τα δεδομένα αυτά, η αίτηση ασκείται εν γένει παραδεκτώς και πρέπει να εξετασθεί κατ΄ ουσίαν, απορριπτομένων ως αβασίμων όλων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των καθ’ ων η αίτηση.

9. Επειδή, παραδεκτώς παρεμβαίνουν υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 49 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), οι Α.Β. και Ε.Σ., ιδιοκτήτες της οικοδομής για τη νομιμοποίηση και αποπεράτωση της οποίας εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις (παρέμβαση υπ’ αρ. καταθ. …/2020). Περαιτέρω, παραδεκτώς ασκούνται, δυνάμει του ως άνω άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010: α/ η παρέμβαση υπ’ αρ. καταθ. …/2020, με την οποία οι παρεμβαίνοντες, διάδικοι σε εκκρεμή δίκη στην οποία τίθεται το αυτό νομικό ζήτημα, υποστηρίζουν, συντασσόμενοι με την αιτούσα, ότι η επίμαχη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 3 του ν. 4495/2017 είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, β/ η παρέμβαση υπ΄ αρ. καταθ. …/2020, με την οποία η παρεμβαίνουσα εταιρεία, διάδικος σε εκκρεμή δίκη στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα, υπεραμύνεται της συνταγματικότητας της κρίσιμης αυτής διάταξης, και γ/ η παρέμβαση υπ΄ αρ. καταθ. …/2022, με την οποία ο παρεμβαίνων, ομοίως διάδικος σε εκκρεμή δίκη με το αυτό νομικό ζήτημα, προβάλλει ότι μόνον η περίπτωση β της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017 αντίκειται στο Σύνταγμα, ενώ η περίπτωση α της ίδιας διάταξης αποτελεί ρύθμιση συνταγματικώς ανεκτή.

10. Επειδή, με το ν. 1337/1983 «Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις» (Α΄ 33) τέθηκε σε νέα βάση ο πολεοδομικός σχεδιασμός και ρυθμίσθηκαν τα θέματα σχετικά με την τύχη των αυθαιρέτων κατασκευών, μέσω του διαχωρισμού τους σε εκείνα που είχαν ανεγερθεί μέχρι τις 31.1.1983 ή μετά την ημερομηνία αυτή, δηλαδή σε παλαιά και νέα αυθαίρετα. Όπως κρίθηκε με τις αποφάσεις 3500/2009 και 3921/2010 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, από το συνδυασμό των άρθρων 15 παρ. 1 του ν. 1337/1983 [όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 8 παρ. 6 και 7 του ν. 1512/1985 (Α΄ 4) και 2 παρ. 4 του ν. 1772/1988 (Α΄ 91)], 15 παρ. 2 και 3, 16 παρ. 1, 2, 3 και 7 (όπως η παρ. 7 αναριθμήθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985) και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού συνάγονταν τα ακόλουθα: α/ ως προς τις παλαιές αυθαίρετες κατασκευές [προ της 31ης.1.1983], διατηρήθηκε ο -σύμφωνος με την επιταγή του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος του 1975- κανόνας της κατεδάφισης, με παράλληλη πρόβλεψη της δυνατότητας εξαίρεσής τους από την κατεδάφιση, η οποία συνιστά απόκλιση από τον κανόνα αυτόν, είναι στενώς ερμηνευτέα και προϋποθέτει κρίση της πολεοδομικής αρχής ότι για τη συγκεκριμένη κατασκευή πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις [ότι δηλαδή τα αυθαίρετα “α) δεν παραβλάπτουν υπέρμετρα την πόλη ή τον οικισμό ή στοιχείο αυτών που έχει ιδιάζουσα σημασία, με σημαντική υπέρβαση του συντελεστή δόμησης και των ακάλυπτων χώρων ή με αύξηση του ύψους, β) δεν παραβλάπτουν το άμεσο ή πλατύτερο περιβάλλον γενικά ή με την ειδική χρήση που έχουν και γ) δεν είναι επικίνδυνα από στατική άποψη”] και δεν συντρέχουν τα κωλύματα που εμποδίζουν την εξαίρεση από την κατεδάφιση, β/ ειδικώς για τις κατασκευές που βρίσκονται σε περιοχές εκτός σχεδίου πόλης, η κρίση για την οριστική εξαίρεση από την κατεδάφιση είναι επιτρεπτή μόνον εάν προηγηθεί ένταξη της περιοχής σε πολεοδομικό σχέδιο, διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, η εξαίρεση από την κατεδάφιση θα συνεπαγόταν τη γενικευμένη νομιμοποίηση αυθαιρέτων και θα καθιστούσε αδύνατο ή δυσχερέστατο τον ορθολογικό σχεδιασμό, και γ/ για τις νέες αυθαίρετες κατασκευές, δηλαδή όσες έχουν ανεγερθεί μετά τις 31.1.1983, ισχύει, σύμφωνα με την αυτή συνταγματική επιταγή, ο κανόνας της κατεδάφισης χωρίς την προαναφερόμενη εξαίρεση. Ο κανόνας αυτός επαναλήφθηκε και από το Γ.Ο.Κ. του 1985, ο οποίος μάλιστα επέβαλε την κατεδάφιση των αυθαίρετων κατασκευών ακόμα και αν δεν παραβιάζουν τις πολεοδομικές διατάξεις, εκτός αν οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι μεριμνήσουν για την έκδοση ή την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών, δυνάμει των οποίων έπρεπε να είχαν κατασκευασθεί τα κτίσματα [βλ. άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 1577/1985, Α΄ 210, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 παρ. 3 του ν. 2831/2000)]. Εξάλλου, με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 1337/1983 είχε προβλεφθεί η αναστολή κατεδάφισης αυθαιρέτων κτισμάτων ανεγερθέντων μέχρι τις 31.1.1983, υπό την προϋπόθεση της εμπρόθεσμης υποβολής των προβλεπόμενων στις παρ. 4 και 5 του άρθρου τούτου δηλώσεων, και η αναστολή κατεδάφισης κτισμάτων που ανεγέρθηκαν με άδεια που μεταγενέστερα ανακλήθηκε για οποιοδήποτε λόγο, εκτός αν η ανάκληση οφειλόταν σε αναληθή στοιχεία που υποβλήθηκαν για την έκδοση της αδείας ή σε ανακριβείς αποτυπώσεις της υπάρχουσας πραγματικής κατάστασης. Με την απόφαση 3105/1990 του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι, για την ταυτότητα του λόγου, η τελευταία αυτή ρύθμιση κατελάμβανε, πέραν της περιπτώσεως ανακλήσεως από τη Διοίκηση της οικοδομικής αδείας, και την περίπτωση ακυρώσεως αυτής, με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, και ότι η θέσπιση αρμοδιότητας της Διοικήσεως να κρίνει την οριστική διατήρηση ή μη κτίσματος, ανεγερθέντος βάσει οικοδομικής αδείας δικαστικώς ακυρωθείσης, μετ’ εκτίμηση της συνδρομής των τασσομένων στο άρθρο 16 παρ. 1 του ν 1337/1983 προϋποθέσεων [ότι δηλαδή το κτίσμα δεν παραβλάπτει τον οικισμό ή το περιβάλλον και δεν είναι επικίνδυνο από στατική άποψη], δεν αντέβαινε στην, κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, υποχρέωση συμμόρφωσης στις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και τούτο δοθέντος ότι με τη διάταξη αυτή δεν προβλεπόταν ευχέρεια επαναχορήγησης της -δικαστικώς κριθείσης ως παρανόμου και ακυρωθείσης- οικοδομικής αδείας, αλλά διοικητική αρμοδιότητα, ασκούμενη μετ’ εκτίμηση προϋποθέσεων διαφόρων εκείνων εν όψει των οποίων κρίθηκε δικαστικώς η νομιμότητα της ακυρωθείσης οικοδομικής αδείας, προς κρίση περί της οριστικής διατηρήσεως ή μη του κτίσματος που είχε ανεγερθεί βάσει της ακυρωθείσης οικοδομικής αδείας. Στη συνέχεια, με την παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 3044/2002 (Α΄ 197) προστέθηκε στο άρθρο 17 του ν. 1337/1983 [που απαγόρευε την εξαίρεση νέων αυθαιρέτων από την κατεδάφιση] παράγραφος 14, η οποία παρέσχε τη δυνατότητα να εξαιρούνται από την κατεδάφιση νέα αυθαίρετα κτίσματα εντός ή εκτός σχεδίου, και μάλιστα όχι μόνο τα ανεγερθέντα μετά την 31η.1.1983 και έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού υφιστάμενα, αλλά, χωρίς χρονικό περιορισμό, και όσα θα δημιουργηθούν μεταγενεστέρως, η εξαίρεση δε αυτή των αυθαιρέτων από την κατεδάφιση είχε εφαρμογή επί κτισμάτων που αντέκειντο μεν στις οικείες πολεοδομικές διατάξεις, αλλά είχαν ανεγερθεί βάσει αδείας η οποία εκδόθηκε κατόπιν ελέγχου της πολεοδομικής αρχής αλλά ανακλήθηκε μεταγενέστερα για λόγο που δεν σχετιζόταν με την υποβολή ανακριβών στοιχείων, εφόσον συνέτρεχαν και οι λοιπές προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 1337/1983 [ήτοι αν η κατασκευή δεν παρέβλαπτε υπέρμετρα τον οικισμό ή στοιχείο του με ιδιάζουσα σημασία, το άμεσο ή ευρύτερο περιβάλλον και αν δεν ήταν επικίνδυνη από στατική άποψη]. Με τις αυτές αποφάσεις 3500/2009 και 3921/2010 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η δεύτερη των οποίων εξεδόθη μάλιστα επί αιτήσεως ακυρώσεως της ήδη αιτούσας, κρίθηκε ότι η ως άνω διάταξη αντέκειτο: α) στο άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι με αυτήν ανατρεπόταν ή επηρεαζόταν δυσμενώς ο πολεοδομικός σχεδιασμός, καθώς και η εφαρμογή των όρων δόμησης και των περιορισμών χρήσης, και επερχόταν επιδείνωση των όρων διαβίωσης των κατοίκων, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι οι προϋποθέσεις της εξαίρεσης αναφέρονταν αυτοτελώς σε κάθε εξεταζόμενο κτίσμα, χωρίς να εκτιμάται η συνολική επιβάρυνση της περιοχής από την τυχόν εφαρμογή του μέτρου και σε άλλα νέα αυθαίρετα ή από την εξαίρεση από την κατεδάφιση και παλαιών αυθαιρέτων, β) στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και του σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος), εφόσον θεμελιώδης επιδίωξη του Κράτους δικαίου είναι η πραγμάτωση του Δικαίου στην Πολιτεία, που πρωτίστως επιτυγχάνεται με τη διαφύλαξη του κύρους του νόμου, και γ) στη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι έθετε σε μειονεκτική μοίρα τους νομοταγείς πολίτες που είχαν ιδιοκτησία στην ίδια περιοχή, έναντι εκείνων των οποίων οι οικοδομές ήταν αυθαίρετες λόγω παραβίασης των ισχυόντων όρων δομήσεως και χρήσεων γης και εξαιρούντο, εν τούτοις, από την κατεδάφιση.

11. Επειδή, τα θέματα της αυθαίρετης δόμησης επιχειρήθηκε να ρυθμισθούν στη συνέχεια με τις διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 4014/2011 (Α΄ 209), με τις οποίες επετράπη κατ’ ουσίαν η επί μακρόν διατήρηση κατασκευών και χρήσεων που παραβιάζουν τις εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις και έχουν πραγματοποιηθεί έως τις 28.7.2011, ημερομηνία που ετέθη ως νέα “κόκκινη γραμμή” για την ανοχή των αυθαιρέτων κατασκευών από την Πολιτεία [μετά δηλαδή το ν. 1337/1983, με τον οποίο, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, επιβαλλόταν η κατεδάφιση των αυθαιρέτων που δημιουργούνται μετά τις 31.1.1983], εφόσον υποβληθεί αίτηση του ενδιαφερομένου, συνοδευόμενη από ορισμένα δικαιολογητικά, και καταβληθεί το οριζόμενο στο νόμο ποσό ειδικού προστίμου. Με τις αποφάσεις 3341/2013, 1118/2014 και 1119/2014 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι ρυθμίσεις αυτές του ν. 4014/2011 αντίκεινται στο Σύνταγμα και είναι ανίσχυρες, διότι έχουν ως συνέπεια να νοθεύεται ο επιβαλλόμενος από το άρθρο 24 του Συντάγματος ορθολογικός πολεοδομικός σχεδιασμός και να επέρχεται αλλοίωση της λειτουργικότητας των οικισμών και επιδείνωση των όρων διαβιώσεως των κατοίκων, δεδομένου ότι η αναστολή κατεδάφισης του αυθαιρέτου επερχόταν με μόνη την υποβολή αίτησης του ενδιαφερομένου και των σχετικών δικαιολογητικών και την καταβολή του ειδικού προστίμου, χωρίς να μεσολαβεί ειδική, για κάθε αυθαίρετο, κρίση αρμόδιου οργάνου της διοίκησης, ύστερα από εκτίμηση πολεοδομικών και κτηριολογικών κριτηρίων, που εξαρτώνται από το μέγεθος, τη χρήση, το είδος και τη σημασία της αυθαίρετης κατασκευής και τις επιπτώσεις της στο περιβάλλον.

12. Επειδή, κατόπιν αυτών, εκδόθηκε ο ν. 4178/2013 [Α΄ 174], με τον οποίον ο νομοθέτης προέβη σε αθρόα εφάπαξ αναστολή επιβολής κυρώσεων επί 30 έτη ή και σε οριστική εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων ανεγερθέντων ομοίως μέχρι την 28η.7.2011, κατόπιν επιβολής προστίμου σχετιζόμενου με την κατηγοριοποίηση του αυθαιρέτου, βάσει κυρίως του χρόνου τελέσεως της παραβάσεως και της σημασίας αυτής για τον οικισμό και το περιβάλλον. Με το άρθρο 2 (“Απαγόρευση υπαγωγής”) του νόμου αυτού εξαιρέθηκαν από την αναστολή επιβολής κυρώσεων ορισμένες κατηγορίες αυθαιρέτων που βλάπτουν καίρια το σχέδιο πόλεως (π.χ. αυθαίρετα επί κοινοχρήστων χώρων) ή την κυκλοφορία ή έχουν ανεγερθεί σε χώρους περιβαλλοντικά ευαίσθητους, για τις κατηγορίες δε αυτές διατηρήθηκε η κύρωση της κατεδαφίσεως. Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού: Α. Απαγορεύεται η μεταβίβαση ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος σε ακίνητο στο οποίο υπάρχουν αυθαίρετες κατασκευές ή αυθαίρετη αλλαγή χρήσης (άρθρο 1 παρ. 1). Β. Για κάθε αντίστοιχη συμβολαιογραφική πράξη είναι απαραίτητη υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη και βεβαίωση μηχανικού ότι δεν υπάρχουν αυθαίρετες κατασκευές ή ότι αυτές έχουν τακτοποιηθεί με το νόμο αυτόν και έχει καταβληθεί το ειδικό πρόστιμο (άρθρα 3, 10). Γ. Ο χρόνος ανέγερσης της αυθαίρετης κατασκευής αποδεικνύεται κυρίως από τις αεροφωτογραφίες που εισάγονται στο πληροφοριακό σύστημα με μέριμνα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (άρθρο 7). Δ. Τα ακίνητα, αναλόγως της κατηγορίας αυθαιρέτου, νομιμοποιούνται, εξαιρούνται οριστικά από κατεδάφιση ή ρυθμίζονται για 30 χρόνια (άρθρα 7, 8), εφόσον δεν ευρίσκονται σε περιοχές όπου απαγορεύεται η υπαγωγή αυθαιρέτων στις διατάξεις του νόμου, κατά το άρθρο 2 αυτού. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 9 του νόμου προβλέπονται οι κατηγορίες αυθαιρέτων κατασκευών και χρήσεων. Ε. Ειδικώς για τις αυθαίρετες κατασκευές σε παραδοσιακούς οικισμούς ή διατηρητέα κτήρια, εξετάζεται η μορφολογική και αισθητική ένταξή τους στο σύνολο του κτηρίου και του δομημένου περιβάλλοντος (άρθρα 12, 13), για δε τις αυθαίρετες κατασκευές σε διατηρητέα απαιτείται και υποβολή αίτησης στο Κεντρικό Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής (άρθρο 14). ΣΤ. Για την υπαγωγή στο νόμο καταβάλλεται ενιαίο ειδικό πρόστιμο που υπολογίζεται με βάση το εμβαδόν επί την τιμή ζώνης σύμφωνα με το σύστημα αντικειμενικών αξιών που ίσχυε στις 28.7.2011 (άρθρα 17-22). Ζ. Για τις νέες αυθαίρετες κατασκευές ή χρήσεις [που πραγματοποιούνται, δηλαδή, μετά τις 28.7.2011] και για όσες δεν θα δηλωθούν βάσει του ν. 4178/2013, εφαρμόζονται οι ισχύουσες περί αυθαιρέτων διατάξεις για την κατεδάφιση της αυθαίρετης κατασκευής και επιβάλλονται πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης, τα οποία ανέρχονται, αντιστοίχως, σε ποσοστό 30% της αντικειμενικής αξίας του αυθαιρέτου και 5% για κάθε χρόνο που αυτό διατηρείται (άρθρο 26). Η. Εντός επτά ετών ολοκληρώνεται ο πολεοδομικός σχεδιασμός στους Δήμους όπου δηλώνονται αυθαίρετες κατασκευές και χρήσεις και καθορίζονται ειδικές ζώνες εξισορρόπησης των πολεοδομικών και περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου, ώστε να αποκαθίσταται το πολεοδομικό ισοζύγιο (άρθρο 31), ενώ για την ταχεία πρόοδο της περιβαλλοντικής αποκατάστασης ιδρύεται η «Τράπεζα Γης», ως ηλεκτρονική διαδικασία καταγραφής και διαχείρισης δικαιωμάτων συντελεστή δόμησης (άρθρα 32-37). Θ. Θεσπίζονται αυξημένες αρμοδιότητες Ειδικής Υπηρεσίας για τον έλεγχο της αυθαίρετης δόμησης και την παρακολούθηση και το συντονισμό των κατεδαφίσεων (άρθρο 38). Ι. Το εισπραττόμενο ενιαίο ειδικό πρόστιμο αποδίδεται στο Πράσινο Ταμείο και ποσοστό του διατίθεται για την αντιστάθμιση των δυσμενών συνεπειών από τις υπαγωγές στο νόμο (κατεδαφίσεις, δημιουργία ελεύθερων κοινοχρήστων χώρων πρασίνου κ.ά.) (άρθρα 39, 40-44). και ΙΑ. Για τον έλεγχο και την καταγραφή της δόμησης διασυνδέονται μόνιμα τα κεντρικά υπολογιστικά συστήματα της ΕΚΧΑ Α.Ε., της ΔΕΗ και της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, σε περίπτωση δε μη συμπλήρωσης της ταυτότητας του κτηρίου ενημερώνεται η αρμόδια υπηρεσία για τον έλεγχο και την καταγραφή τυχόν αυθαιρέτων κατασκευών (άρθρο 46). Εξάλλου, με το ν. 4030/2011 (Α΄ 249), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 του ν. 4178/2013, προβλέφθηκαν έλεγχοι στις νέες οικοδομές από ανεξάρτητους και διαφορετικούς κάθε φορά ελεγκτές δόμησης σε τρία στάδια: α) μετά την ολοκλήρωση ξυλοτύπων, οπλισμού θεμελίωσης και τοιχίων υπογείου, β) μετά την ολοκλήρωση του φέροντος οργανισμού και γ) μετά την ολοκλήρωση του κτηρίου.

13. Επειδή, οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 4178/2013, όπως είχαν τροποποιηθεί, κρίθηκαν σύμφωνες με το Σύνταγμα με την απόφαση 1858/2015 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι: α. ο κοινός νομοθέτης υποχρεούται, κατ΄ επιταγή του άρθρου 24 του Συντάγματος, να θεσπίζει τις αναγκαίες διατάξεις για τον αποτελεσματικό έλεγχο της τήρησης της χωροταξικής και πολεοδομικής νομοθεσίας και η Διοίκηση να λαμβάνει αμελλητί τα προβλεπόμενα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα, προκειμένου να αποτρέπεται η καταστρατήγηση των εν λόγω διατάξεων και η επιδείνωση των όρων διαβίωσης των κατοίκων της περιοχής, β. μόνον κατ’ εξαίρεση το Σύνταγμα ανέχεται την αθρόα νομιμοποίηση αυθαιρέτων χρήσεων και κατασκευών, αν τεκμηριώνεται ότι η λύση αυτή επιβάλλεται από σπουδαίο δημόσιο συμφέρον και υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται μέτρα με τα οποία επιχειρείται να αποτραπεί η επανάληψη της αυθαιρεσίας και διασφαλίζεται ο περιορισμός στο ελάχιστο δυνατό της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος και της επιδείνωσης των όρων διαβίωσης των κατοίκων της περιοχής, γ. τα αυθαίρετα, κατά πλειοψηφία, δεν αποτελούνται από αυτόνομες οικοδομές, αλλά από αυθαίρετες επεμβάσεις - επεκτάσεις σε οικοδομές ανεγερθείσες με νόμιμες άδειες και σε περιοχές εντός σχεδίου, η κατεδάφιση των οποίων συναρτάται με τεχνικά προβλήματα και διακινδύνευση του όλου κτίσματος, και δ. ο νομοθέτης [i] έχει εκτιμήσει πλήρως το πρόβλημα της αυθαίρετης δομήσεως και έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αντιμετώπισή του με το μέτρο των κατεδαφίσεων είναι τεχνικώς αδύνατη, [ii] προβαίνει σε αθρόα εφάπαξ αναστολή επιβολής κυρώσεων επί μεγάλο χρονικό διάστημα ή και σε οριστική εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαιρέτων ανεγερθέντων μέχρι την 28.7.2011, κατόπιν επιβολής προστίμου που καθορίζεται σε συνάρτηση με την κατηγοριοποίηση των αυθαιρέτων, βάσει κυρίως του χρόνου τελέσεως της παραβάσεως και της σημασίας αυτής για τον οικισμό και το περιβάλλον, εξαιρουμένων ορισμένων κατηγοριών αυθαιρέτων που βλάπτουν καίρια το σχέδιο πόλεως ή την κυκλοφορία ή έχουν ανεγερθεί σε χώρους περιβαλλοντικά ευαίσθητους, για τις οποίες διατηρεί την κύρωση της κατεδαφίσεως, και [iii] θεσμοθετεί δέσμη μέτρων προς αποτροπή συνεχίσεως της άνομης οικοδομικής δραστηριότητος, με τη χρήση νέων τεχνολογιών, και επικεντρώνεται στην πρόληψη δημιουργίας αυθαιρέτων, με την ανάπτυξη ελεγκτικών μηχανισμών κατά το στάδιο της κατασκευής, συγκεκριμένα δε, προβλέπει τρεις ελέγχους κατά το στάδιο κατασκευής των κτηρίων, το θεσμό της ηλεκτρονικής ταυτότητας κτηρίου, τα στοιχεία της οποίας συνοδεύουν κάθε μεταβίβαση του ακινήτου, την οργάνωση ηλεκτρονικού πληροφοριακού συστήματος [όπου εισάγονται οι αεροφωτογραφίες κάθε κτίσματος που έχει τύχει τακτοποίησης] και την περιέλευση των προστίμων των νομιμοποιούμενων αυθαιρέτων στο «Πράσινο Ταμείο», το οποίο χρηματοδοτεί δράσεις περιβαλλοντικού ισοζυγίου σε περιοχές πληγείσες από την αυθαίρετη δόμηση. Ωστόσο, με την ίδια απόφαση του Δικαστηρίου, κρίθηκε αντίθετο προς το Σύνταγμα το άρθρο 23 παρ. 6 του ν. 4178/2013 [που όριζε ότι “Στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου υπάγονται και κτίσματα που έχουν ανεγερθεί με άδεια που εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή και η οποία μεταγενέστερα ανακλήθηκε ή ακυρώθηκε για οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν η ανάκληση ή η ακύρωση οφείλεται σε υποβολή αναληθών στοιχείων ή ανακριβείς αποτυπώσεις της υπάρχουσας κατάστασης κατά την έκδοσή τους. Για την υπαγωγή των εν λόγω κτισμάτων στις διατάξεις του παρόντος απαιτείται η καταβολή, για κάθε ιδιοκτησία, του παράβολου της παραγράφου 10 του άρθρου 11. Τα κτίσματα αυτά απαλλάσσονται από την καταβολή του ενιαίου ειδικού προστίμου”], κατά το μέρος που περιλάμβανε περιπτώσεις κτισμάτων ανεγερθέντων με οικοδομική άδεια η οποία μεταγενέστερα ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, με την αιτιολογία ότι, στις περιπτώσεις αυτές, η νομιμοποίηση του αυθαιρέτου αντιβαίνει προς την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών (άρθρο 26 του Συντάγματος), το δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος) και την υποχρέωση της Διοικήσεως να συμμορφώνεται προς το περιεχόμενο ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος).

14. Επειδή, στη συνέχεια, εκδόθηκε ο ν. 4495/2017 “Έλεγχος και προστασία του Δομημένου Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις” (Α΄ 167), το Τμήμα Δ΄ του οποίου είναι αφιερωμένο στην αντιμετώπιση της αυθαίρετης δόμησης. Ο νόμος αυτός επιχείρησε, επανεισάγοντας το πρότυπο των ρυθμίσεων των προγενέστερων ν. 4014/2011 και 4178/2013, να ρυθμίσει εκ νέου το πρόβλημα της αυθαίρετης δόμησης, διαχωρίζοντας και πάλι τα αυθαίρετα σε ανεγερθέντα προ και μετά την 28η.7.2011, με στόχο την πλήρη καταγραφή του οικιστικού αποθέματος της Χώρας και την περαιτέρω περιβαλλοντική και πολεοδομική διαχείρισή του. Οι διατάξεις του ν. 4495/2017, αντίστοιχες και εν πολλοίς ομοίου περιεχομένου προς εκείνες των άρθρων 1 έως και 30 του ν. 4178/2013 [που κρίθηκαν σύμφωνες με το Σύνταγμα και καταργούνται με το άρθρο 125 παρ. 6 του ν. 4495/2017], προβλέπουν υπό προϋποθέσεις την αθρόα εφ’ άπαξ αναστολή επιβολής κυρώσεων επί μεγάλο χρονικό διάστημα (30 έτη) ή και την οριστική εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαιρέτων ανεγερθέντων μέχρι την 28.7.2011, ημερομηνία που διατηρείται ως “κόκκινη γραμμή” ανοχής, τα μέτρα δε αυτά συνοδεύονται με την κύρωση επιβολής προστίμου που συσχετίζεται με την κατηγοριοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων βάσει του άρθρου 96 του νόμου (αντίστοιχου του άρθρου 9 του ν. 4178/2013). Για δε τα μετά την 28η.7.2011 αυθαίρετα, ο νόμος προβλέπει υποχρεωτική κατεδάφιση και επιβολή προστίμων ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτων, καθώς και ποινικές κυρώσεις (βλ. άρθρο 94). Με το Πρώτο Κεφάλαιο του Τμήματος Δ΄ του ν. 4495/2017 [άρθρα 81 έως 89] θεσπίζονται “μέτρα πρόληψης [της] αυθαίρετης δόμησης” και, κατ΄ αρχάς, στο άρθρο 81 του εν λόγω νόμου περιέχονται, μεταξύ άλλων, οι ορισμοί της δήλωσης [αρχικής, οριστικής ή περαιωμένης] υπαγωγής και της υπαγωγής στις διατάξεις του, ως εξής: “1. … 5. Υπαγωγή είναι η υποβολή δήλωσης στο ηλεκτρονικό σύστημα του άρθρου 90 και βάσει της οποίας εκδίδεται το ποσό υπολογισμού του ενιαίου ειδικού προστίμου κατά το άρθρο 100. Στο στάδιο αυτό επιτρέπονται οι μεταβολές και βάσει αυτών αναπροσαρμόζεται το σχήμα πληρωμών και επέρχονται οι συνέπειες του άρθρου 105 περί αναστολής κυρώσεων. 6. Αρχική δήλωση υπαγωγής είναι η υπαγωγή που βρίσκεται στο στάδιο κατά το οποίο εισάγεται στο ηλεκτρονικό σύστημα το καταβληθέν παράβολο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 99. 7. Οριστική δήλωση υπαγωγής, είναι η δήλωση κατά την οποία έχει εξοφληθεί τουλάχιστον το τριάντα τοις εκατό (30%) του ενιαίου ειδικού προστίμου ... και μπορεί να εκδοθεί η σχετική βεβαίωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 83. 8. Περαιωμένη υπαγωγή είναι δήλωση κατά την οποία έχει εξοφληθεί το σύνολο του ενιαίου ειδικού προστίμου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 100 και έχουν υποβληθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα όλα τα δικαιολογητικά του άρθρου 99”. Περαιτέρω, στο άρθρο 82 του νόμου εξαγγέλλεται η απαγόρευση μεταβίβασης ή σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων και μίσθωσης ακινήτων στα οποία έχουν εκτελεσθεί αυθαίρετες κατασκευές ή αλλαγές χρήσης (παρ. 1) και ορίζεται ότι από την απαγόρευση αυτή εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, τα ακίνητα που έχουν απαλλαγεί ή εξαιρεθεί από την κατεδάφιση ή για τα οποία “… ζ) έχει περατωθεί η διαδικασία καταβολής του ενιαίου ειδικού προστίμου ή έχει καταβληθεί ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του ενιαίου ειδικού προστίμου, κατά τις διατάξεις του παρόντος και τις διατάξεις του ν. 4014/2011 και του ν. 4178/2013 με τις προϋποθέσεις του παρόντος” (άρ. 82 παρ. 2). Σε αντιστοιχία προς τη ρύθμιση του άρθρου 82, το άρθρο 83 παρ. 10 του νόμου προβλέπει ότι “Μετά την ολοσχερή εξόφληση του ενιαίου ειδικού προστίμου ή ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) αυτού ή ..., επιτρέπεται, για το ίδιο χρονικό διάστημα που προβλέπεται στον παρόντα, ... η μεταβίβαση ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος στο ακίνητο στο οποίο έχει εκτελεστεί η αυθαίρετη κατασκευή ή έχει εγκατασταθεί αυθαίρετη χρήση”. Στη συνέχεια, στο άρθρο 89 παρ. 2 του νόμου ορίζονται οι περιπτώσεις απαγόρευσης νομιμοποίησης αυθαιρέτων κατασκευών που έχουν πραγματοποιηθεί “α) σε εγκεκριμένο κοινόχρηστο χώρο της πόλης ή του οικισμού. … β) σε παραχωρημένους σε δημόσια κοινή χρήση, χώρους του οικοπέδου ... γ) ... δ) παρά το όριο των διεθνών, εθνικών, επαρχιακών ή δημοτικών ή κοινοτικών οδών, … ε) σε δημόσιο κτήμα, στ) σε δάσος, σε δασική ή αναδασωτέα έκταση, ζ) στον αιγιαλό και στον παλαιό αιγιαλό. … η) στη ζώνη παραλίας. … θ) σε αρχαιολογικό χώρο Ζώνης Α, εξαιρουμένων των αυθαιρέτων κατασκευών που πραγματοποιήθηκαν πριν την κήρυξη της αρχαιολογικής ζώνης εφόσον δεν απαγορευόταν η δόμηση, ι) σε αρχαιολογικό χώρο εκτός Ζώνης Α, εκτός αν δεν απαγορευόταν η εκτέλεση οικοδομικών εργασιών κατά το χρόνο εκτέλεσης της αυθαίρετης κατασκευής ή εγκατάστασης της αυθαίρετης χρήσης. ... ια) σε ιστορικό τόπο, ιστορικό διατηρητέο οικισμό και περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους εκτός αν δεν απαγορευόταν η εκτέλεση οικοδομικών εργασιών κατά το χρόνο εκτέλεσης της αυθαίρετης κατασκευής ή εγκατάστασης της αυθαίρετης χρήσης, ιβ) σε παραδοσιακό οικισμό ή παραδοσιακό τμήμα πόλης, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 116 του παρόντος, ιγ) σε ρέμα, κρίσιμη παράκτια ζώνη, ... ή προστατευόμενη περιοχή του άρθρου 19 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160), ..., ιδ) σε κηρυγμένο διατηρητέο κτίριο, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 116 του παρόντος ή σε κτίριο που είναι αρχαίο μνημείο ή κηρυγμένο νεότερο μνημείο κατά τις διατάξεις του ν. 3028/2000 (Α΄ 153), ιε) ...”. Τέλος, το άρθρο 116, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 89 παρ. 2 περ. ιβ του ν. 4495/2017, περιέχει ρυθμίσεις για την υπαγωγή στο νόμο αυθαίρετων κατασκευών σε παραδοσιακό οικισμό, “εφόσον προσκομίζεται τεχνική έκθεση αρμόδιου μηχανικού, στην οποία τεκμηριώνεται ότι η αυθαίρετη κατασκευή προσαρμόζεται και δεν αντίκειται στους γενικούς μορφολογικούς κανόνες που τίθενται από τις ειδικές διατάξεις”. Σύμφωνα δε με τις παρ. 9 και 10 του αυτού άρθρου 116 του ν. 4495/2017, “Αυθαίρετες κατασκευές ή χρήσεις σε ... ιστορικούς τόπους και στο άμεσο περιβάλλον μνημείων που προστατεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3028/2002, δύνανται να τακτοποιούνται με σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία προηγείται της υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος”, εφόσον δεν βλάπτουν τα μνημεία και τους προστατευόμενους τόπους, προβλέπεται δε δυνατότητα του Υπουργού Πολιτισμού να επιβάλει “όρους και περιορισμούς στον όγκο, τη μορφή και τη χρήση για την προσαρμογή του αυθαιρέτου στο προστατευόμενο περιβάλλον”. [Ήδη η παράγραφος 9 του άρθρου 116, όπως αντικαταστάθηκε μεταγενεστέρως με το άρθρο 227 παρ. 7στ του ν. 4610/2019, Α΄ 70/7.5.2019, προβλέπει νομιμοποίηση αυθαιρέτων όλων των κατηγοριών σε αρχαιολογικούς χώρους, ιστορικούς τόπους και στο περιβάλλον μνημείων που προστατεύονται με τις διατάξεις του ν. 3028/2002, κατόπιν γνωμοδότησης -για τις κατηγορίες αυθαιρέτων 1 έως 4- του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, όργανο του οποίου κρίνει “αν από την υπαγωγή προκαλείται ή όχι άμεση ή έμμεση βλάβη στο πολιτιστικό αγαθό”, ή έγκρισης – για την κατηγορία 5 – και πάλι του αυτού Υπουργείου, ύστερα από αιτιολογημένη γνώμη του αρμοδίου Συμβουλίου]. Αντιστοίχως, στην παρ. 3 του άρθρου 117 του νόμου προβλέπεται η υπαγωγή στο νόμο αυθαίρετων κατασκευών στον περιβάλλοντα χώρο διατηρητέου κτηρίου, σε επαφή ή και σε απόσταση από αυτό, στο ίδιο ή σε όμορο ακίνητο, για την οποία αποφαίνεται το αρμόδιο Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής, “το οποίο δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση με βάση το αν η αυθαίρετη κατασκευή αλλοιώνει ή όχι το χαρακτήρα, τη δομή και την αρχιτεκτονική και μορφολογική τυπολογία του διατηρητέου κτιρίου, καθώς και την αισθητική ένταξη της αυθαίρετης κατασκευής ως προς το σύνολο του κτιρίου ή και του περιβάλλοντός του, καθώς και το αν επηρεάζει και σε ποιόν βαθμό τους λόγους του χαρακτηρισμού του”.

15. Επειδή, στο Τέταρτο Κεφάλαιο [άρθρα 96 έως 111] του αυτού Τμήματος Δ΄ του ν. 4495/2017 περιλαμβάνονται ρυθμίσεις για την “Αντιμετώπιση Αυθαιρέτων που έχουν συντελεστεί πριν από την 28η.7.2011”. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 96, οι αυθαίρετες κατασκευές που έχουν συντελεσθεί προ της 28ης.7.2011 και δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 89 μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του νόμου, διακρινόμενες στις εξής πέντε κατηγορίες: “α) ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 1: Αυθαίρετες κατασκευές σε κτίριο με επικρατούσα χρήση κατοικία, που υφίστανται πριν από το έτος 1975. … β) ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 2: Αυθαίρετες κατασκευές που υφίστανται πριν από την 1η.1.1983: … γ) ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 3: Αυθαίρετες μικρές παραβάσεις: … δ) ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 4: Υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος και αναστέλλεται για τριάντα (30) έτη η επιβολή κυρώσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, μετά την υπαγωγή, την καταβολή του σχετικού παραβόλου και την καταβολή του ενιαίου ειδικού προστίμου, με την επιφύλαξη εφαρμογής των οριζομένων στο άρθρο 97, ... αα) αυθαίρετες κατασκευές εφόσον δεν παραβιάζονται σε ποσοστό μεγαλύτερο του είκοσι τοις εκατό (20%) τα πολεοδομικά μεγέθη κάλυψης, δόμησης και ύψους που προβλέπονται από τους όρους δόμησης της περιοχής ή αυτούς που ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής αδείας, ββ) αυθαίρετες κατασκευές εφόσον δεν παραβιάζονται σε ποσοστό μεγαλύτερο του σαράντα τοις εκατό (40%) τα πολεοδομικά μεγέθη κάλυψης, δόμησης και σε ποσοστό μεγαλύτερο του είκοσι τοις εκατό (20%) το πολεοδομικό μέγεθος του ύψους που προβλέπονται από τους όρους δόμησης της περιοχής ή αυτούς που ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας και δεν υπερβαίνουν τα 250 τ.μ. για χρήση κατοικίας ανά ιδιοκτησία και μέχρι τα 1000 τ.μ. κτιρίου συνολικά, τα 1000 τ.μ. για τις λοιπές χρήσεις. … , γγ) αυθαίρετες αλλαγές χρήσης, εφόσον έχουν συντελεστεί σε περιοχές εντός σχεδίου και με την προϋπόθεση ότι η εν λόγω χρήση είναι σύμφωνη με τις επιτρεπόμενες χρήσεις της περιοχής, δδ) … Οι ανωτέρω αυθαίρετες κατασκευές εξαιρούνται οριστικά της κατεδάφισης μετά τη συμπλήρωση της ταυτότητας του κτιρίου. Δεν συμπεριλαμβάνονται στην παρούσα περίπτωση και δεν εξαιρούνται οριστικά της κατεδάφισης αυθαίρετες κατασκευές εφόσον βρίσκονται εντός προκηπίου” [σημειώνεται ότι, μετά το άρθρο 34 παρ. 33 περ. δ) και ε) του ν. 4546/2018, Α΄ 101/12.6.2018, που μνημονεύεται στο πρακτικό του ΣΥΠΟΘΑ και διέπει την κρινόμενη υπόθεση, τα αυθαίρετα της κατηγορίας 4 εξαιρούνται πλέον οριστικά από την κατεδάφιση]. “ε) ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 5: αα) αυθαίρετες κατασκευές και αυθαίρετες αλλαγές χρήσης με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 89 που δεν συμπεριλαμβάνονται στις κατηγορίες 1 έως 4 του παρόντος άρθρου”, για τις οποίες αναστέλλεται επί 30 έτη η επιβολή κυρώσεων και επιτρέπεται η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος, μετά την καταβολή του παραβόλου και του ενιαίου ειδικού προστίμου. Οι κατασκευές αυτές μπορεί να εξαιρεθούν οριστικά της κατεδάφισης με την αντιστοίχιση ίσου με την υπέρβασή τους Τίτλου Σ.Δ., μέσω της Τράπεζας Δικαιωμάτων Δόμησης και Κοινόχρηστων Χώρων, εφόσον βρίσκονται εντός Π.Α.Ε.Σ. κατά τις διατάξεις του άρθρου 73, γγ) ...”. Σύμφωνα με το άρθρο 97 του νόμου, “Μετά την καταβολή του ενιαίου ειδικού προστίμου ή του προβλεπόμενου σχετικού παραβόλου, αναστέλλεται η κατεδάφιση, η επιβολή κάθε κύρωσης και η είσπραξη προστίμου για το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στον παρόντα νόμο ή η κατασκευή εξαιρείται οριστικά από την κατεδάφιση, ανάλογα με την κατηγορία της αυθαίρετης κατασκευής, όπως ορίζεται στο άρθρο 96 του παρόντος. Η αναστολή ή και η εξαίρεση από την κατεδάφιση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, ισχύει για κτίρια των οποίων έχει ολοκληρωθεί ο φέρων οργανισμός και για χρήσεις που έχουν εγκατασταθεί μέχρι τις 28.7.2011, καθ’ υπέρβαση είτε των διατάξεων του ν. 1577/1985 (Α΄ 210) είτε της οικοδομικής άδειας, είτε των όρων ή περιορισμών δόμησης του ακινήτου, είτε χωρίς οικοδομική άδεια και εφόσον η χρήση τους δεν απαγορεύεται από τις πολεοδομικές διατάξεις για τις χρήσεις γης που ισχύουν στην περιοχή του ακινήτου σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 4030/2011 (Α΄ 249) ή δεν απαγορευόταν κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας ή κατά το χρόνο εγκατάστασης της αυθαίρετης χρήσης”. Στο άρθρο 99 του ν. 4495/2017 καθορίζονται τα δικαιολογητικά υπαγωγής [αίτηση, υπεύθυνη δήλωση, τεχνική έκθεση εξουσιοδοτημένου μηχανικού με την περιγραφή της αυθαίρετης κατασκευής, φωτογραφίες, σχέδια, δημόσια έγγραφα ή αεροφωτογραφίες από τα οποία αποδεικνύεται ο χρόνος ολοκλήρωσής της, μελέτη στατικής επάρκειας, τεχνική έκθεση για τον έλεγχο των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων και παράβολο]. Στο άρθρο 101 ορίζεται ότι “ως ημερομηνία υπαγωγής νοείται η ημερομηνία καταβολής του σχετικού παραβόλου, όπως αυτή παρουσιάζεται διά της ηλεκτρονικής διαδικασίας στο πληροφοριακό σύστημα”, ενώ στο άρθρο 102 παρ. 1 προβλέφθηκε η 8η.11.2019 ως καταληκτική ημερομηνία υποβολής αιτήσεων υπαγωγής αυθαιρέτων στο νόμο [ωστόσο, η προθεσμία αυτή παρατάθηκε μέχρι τις 30.9.2020, αλλά επετράπη για τα αυθαίρετα των κατηγοριών 1 – 4 η υποβολή αίτησης έως 31.3.2026, με καταβολή προσαυξημένου προστίμου -βλ. άρ. 51 του ν. 4710/2020 (Α΄ 142)-, ενώ μετά το άρθρο 128 του ν. 4759/2020 (Α΄ 245) η κατηγορία αυθαιρέτων 5 περιορίσθηκε σε συγκεκριμένες κατηγορίες ακινήτων και χορηγήθηκαν προθεσμίες για την υπαγωγή τους]. Στο άρθρο 105 του αυτού ν. 4495/2017 θεσπίζονται οι συνέπειες της υποβολής δήλωσης υπαγωγής αυθαιρέτου στις διατάξεις του νόμου [:μη επιβολή προστίμων ανέγερσης και διατήρησης ή άλλων κυρώσεων, εφόσον εξοφληθούν όλες οι δόσεις του ενιαίου ειδικού προστίμου και για όσο χρόνο ορίζεται στο νόμο, δυνατότητα σύνδεσης των κτηρίων με τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και χορήγηση βεβαίωσης χώρου κύριας χρήσης, μετά την καταβολή της πρώτης δόσης του ενιαίου ειδικού προστίμου] και στο άρθρο 107 του ιδίου ν. 4495/2017 προβλέπεται η διαγραφή ανείσπρακτων βεβαιωθέντων προστίμων και η οριστική παύση εκκρεμών ποινικών διώξεων, ενώ στις παρ. 5 επ. του αυτού άρθρου 107 του ν. 4495/2017 ορίζονται τα εξής: “5. α) Στις περιπτώσεις αυθαίρετων κατασκευών, για τις οποίες έχει περαιωθεί η διαδικασία, … καθώς και των κατασκευών που έχουν ενταχθεί στις ρυθμίσεις των νόμων 4014/2011, 4178/2013 και του παρόντος νόμου και για τις οποίες έχει περαιωθεί η σχετική διαδικασία ή έχει εξοφληθεί ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του συνολικού ποσού ενιαίου ειδικού προστίμου, επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, η εκτέλεση εργασιών αποπεράτωσης. β) ... γ) Η εκτέλεση των εργασιών των περιπτώσεων α΄ και β΄ γίνεται ύστερα από έγκριση εργασιών, που χορηγείται από την Αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης, εφόσον οι εργασίες, για τις οποίες ζητείται η εκτέλεση, δεν επαυξάνουν το κτίσμα σε όγκο, εκτός των περιπτώσεων: … δ) Ο έλεγχος των ανωτέρω εργασιών και η σύνδεση των αυθαίρετων κατασκευών με τα δίκτυα κοινής ωφέλειας γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 45 και 47. ε) … 6. Για κάθε είδους διοικητική άδεια, για την οποία απαιτείται η προσκόμιση αντιγράφου της οικοδομικής άδειας, αντί του αντιγράφου της άδειας μπορεί να προσκομιστεί από το πληροφοριακό σύστημα βεβαίωση περαίωσης ή βεβαίωση εξόφλησης ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) του συνολικού ποσού προστίμου αυθαιρέτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, συνοδευόμενη από τεχνική έκθεση για τη νομιμότητα των κατασκευών. … ”. Παραλλήλως, στο άρθρο 106 του νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 34 παρ. 39 του ν. 4546/2018 (Α΄ 101/12.6.2018), ορίζονταν τα εξής: «1. α) Στην περίπτωση αυθαίρετων κατασκευών ή χρήσεων για τις οποίες μπορεί να εκδοθεί άδεια νομιμοποίησης, εφόσον καταβληθεί το παράβολο ... και εκδοθεί η σχετική οικοδομική άδεια νομιμοποίησης εντός δύο (2) ετών ή έγκριση εργασιών κατεδάφισης, εντός έξι (6) μηνών από την καταβολή του, δεν οφείλεται άλλο πρόστιμο. … Άδεια νομιμοποίησης μπορεί να εκδοθεί και για κατασκευές των οποίων η οικοδομική άδεια ακυρώθηκε για τυπικό λόγο, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, με την προϋπόθεση ότι δεν παραβιάζονται οι πολεοδομικές διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο κατασκευής τους και εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος. αα) Όταν για το ίδιο ακίνητο ή ιδιοκτησία υποβάλλεται ταυτόχρονα υπαγωγή για νομιμοποίηση τμήματος αυτού και διατήρηση του υπολοίπου τμήματος κατά τις διατάξεις του άρθρου 97, η άδεια νομιμοποίησης εκδίδεται εφ’ όσον δεν υφίσταται στατική εξάρτηση των δύο τμημάτων. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται παράβολο για το σύνολο της επιφάνειας του αυθαιρέτου και ενιαίο ειδικό πρόστιμο μόνο για την επιφάνεια αυτού που δεν νομιμοποιείται. ββ) Στην περίπτωση, κατά την οποία για το ίδιο ακίνητο ή ιδιοκτησία υφίσταται στατική εξάρτηση που αποκλείει τη δυνατότητα έκδοσης άδειας νομιμοποίησης: i) το τμήμα που παραβιάζει τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, δύναται να υπαχθεί στις διατάξεις αναστολής επιβολής κυρώσεων του άρθρου 97 και να διατηρηθεί για το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στον παρόντα, μετά την καταβολή του παραβόλου και του ενιαίου ειδικού προστίμου που αντιστοιχεί στην επιφάνειά του, ii) το τμήμα που πληροί τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή εκείνες που ίσχυαν κατά το χρόνο ανέγερσής του και είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί μετά την απομάκρυνση / καθαίρεση του άνω αναφερόμενου τμήματος (i), δύναται να υπαχθεί στις διατάξεις αναστολής επιβολής κυρώσεων του άρθρου 97 του παρόντος με την καταβολή του παραβόλου που αντιστοιχεί στην επιφάνειά του και του είκοσι τοις εκατό (20%) του ενιαίου ειδικού προστίμου. Για τη μελλοντική δυνατότητα στατικής επάρκειας και αυτοτέλειας του εν λόγω τμήματος, υποβάλλεται συμπληρωματικά τεχνική έκθεση αρμόδιου μηχανικού. Στην ανωτέρω περίπτωση ββ΄, ο στατικός έλεγχος της παραγράφου η του άρθρου 99 αφορά στο σύνολο του αυθαιρέτου. …».

16. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 110 του ν. 4495/2017, υπό τον τίτλο “Απαγόρευση υπαγωγής λόγω ακύρωσης άδειας”, ως ίσχυε αρχικώς, ορίζονταν τα εξής: “1. Στις ρυθμίσεις του παρόντος υπάγονται και κτίσματα που έχουν ανεγερθεί με άδεια που εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή και μεταγενέστερα ακυρώθηκε για οποιοδήποτε λόγο, εκτός αν η ανάκληση οφείλεται σε υποβολή αναληθών στοιχείων ή ανακριβείς αποτυπώσεις της υπάρχουσας κατάστασης κατά την έκδοσή της. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται για κάθε ιδιοκτησία το παράβολο της περίπτωσης ι΄ του άρθρου 99 και δεν επιβάλλεται οποιοδήποτε πρόστιμο. 2. Στις ρυθμίσεις του παρόντος υπάγονται κτίσματα που έχουν ανεγερθεί με άδεια η οποία εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή και μεταγενέστερα ανακλήθηκε λόγω υποβολής αναληθών στοιχείων ή ανακριβούς αποτύπωσης της υπάρχουσας κατάστασης. Για τα κτίσματα αυτά υποβάλλονται τα δικαιολογητικά του άρθρου 99 και καταβάλλεται το παράβολο της περίπτωσης ι΄ του άρθρου 99, καθώς και το ενιαίο ειδικό πρόστιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. 3. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος κτίσματα που έχουν κριθεί αυθαίρετα με αμετάκλητη απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου. Κατ΄ εξαίρεση και με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 97, υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του ΠΕ.ΣΥ.ΠΟ.ΘΑ., κτίσματα των οποίων οι οικοδομικές άδειες ή και αναθεωρήσεις αυτών ακυρώθηκαν με αμετάκλητη απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, χωρίς να έχουν υποβληθεί για την έκδοση τους ψευδή ή αναληθή στοιχεία, αν: α) η οικοδομική άδεια ή η αναθεώρηση αυτής είχε νόμιμο έρεισμα σε κανονιστικές διατάξεις οι οποίες κρίθηκαν αντίθετες σε υπέρτερης ισχύος κανόνα δικαίου, β) η οικοδομική άδεια ή η αναθεώρησή της εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή κανόνων δικαίου που δεν ίσχυαν, γ) η οικοδομική άδεια ή η αναθεώρησή της δεν παραβιάζει τις κείμενες κατά το χρόνο έκδοσής της ουσιαστικές διατάξεις ή τις ισχύουσες, δ) η διαπιστωθείσα πλημμέλεια της οικοδομικής αδείας ή της αναθεώρησής της συνίσταται σε παράλειψη της πολεοδομικής υπηρεσίας. Στις περιπτώσεις αυτές, καταβάλλεται για κάθε ιδιοκτησία το παράβολο της παραγράφου 10 του άρθρου 99 και δεν επιβάλλεται οποιοδήποτε πρόστιμο”. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση της διάταξης αυτής, «με την παράγραφο 3 του άρθρου 110 επιχειρείται βάσ[ει] των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη, της χρηστής διοίκησης και της ίσης μεταχείρισης των πολιτών να επιλυθεί το σοβαρό ζήτημα της αντιμετώπισης των κατασκευών που ακυρώθηκαν οι οικοδομικές τους άδειες ή οι αναθεωρήσεις τους, για λόγους που δεν αφορούν οποιαδήποτε υπαίτια ή επιλήψιμη συμπεριφορά των ιδιοκτητών αυτών». Τούτο διότι, κατά το νομοθέτη, «κλονίζεται το αίσθημα δικαίου όταν εξομοιώνονται οι ανυπαίτιοι πολίτες με τους υπαίτιους, εκείνους δηλαδή που παρανόμησαν συνειδητά πολλώ δε μάλλον όταν η θέση των ανυπαίτιων πολιτών καθίσταται όχι μόνο δυσχερέστερη αλλά εξοντωτική, αφού η τυχόν απαγόρευση υπαγωγής θα είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την κατεδάφιση και τον αφανισμό της ιδιοκτησίας τους. Συνεπεία τούτου ο νομοθέτης θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις με τις οποίες εισάγει, για λόγους ισονομίας, εξαίρεση από τη γενική απαγόρευση υπαγωγής στο νόμο, των αυθαιρέτων κατασκευών που κατέστησαν αυθαίρετες, συνεπεία ακύρωσης με αμετάκλητη δικαστική απόφαση της οικοδομικής αδείας ή αναθεώρησης αυτής». Αναφέρονται δε στην αιτιολογική έκθεση οι περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί από τη Διοίκηση ως μη συναρτώμενες με επιλήψιμη συμπεριφορά του πολίτη ως εξής: «α) Η περίπτωση που ακυρώθηκε η οικοδομική άδεια ή η αναθεώρηση αυτής, για τον λόγο ότι κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις που αποτέλεσαν το κατά τον χρόνο έκδοσης αυτής, νόμιμο έρεισμά της π.χ. κρίση περί αντισυνταγματικότητας της διατάξεως σύμφωνα με την οποία παραχωρείτο σε κοινή χρήση εδαφική λωρίδα για τη σύνδεση με κοινόχρηστο δίκτυο βάσει της οποίας εξεδόθησαν πλήθος οικοδομικών αδειών ανά την επικράτεια. β) Η περίπτωση όπου η πολεοδομική υπηρεσία, εφάρμοσε κατά τον χρόνο έκδοσης της οικοδομικής αδείας διατάξεις που εκ των υστέρων κρίθηκαν ότι δεν ίσχυαν (οικοδομικές άδειες στη νήσο Σύρο). γ) ...Ρητά ορίζεται ότι οι προϋποθέσεις αυτές ισχύουν εφόσον δεν απαγορεύεται η χρήση γης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 97». Συναφώς υπογραμμίζεται ότι “ο έλεγχος της δυνατότητας υπαγωγής και της συνδρομής κάποιας εκ των ως άνω προϋποθέσεων ανατίθεται στο … ΠΕΣΥΠΟΘΑ και μόνο μετά τη διατύπωση σύμφωνης γνώμης αυτού [τα αυθαίρετα] υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου” και εν κατακλείδι “σημειώνεται ότι διαφορετική αντιμετώπιση, ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων, θα ήταν κατάφωρα αντίθετη στην συνταγματική αρχή της ίσης έναντι του νόμου μεταχείρισης των πολιτών, αφού ενώ δύνανται να τακτοποιούνται και να διατηρούνται κατασκευές που ανεγέρθηκαν εξ ολοκλήρου αυθαίρετες ή με οικοδομική άδεια που εκδόθηκε επί τη βάσει αναληθών στοιχείων ή ανακριβών αποτυπώσεων, θα κατεδαφίζονταν κατασκευές που ακυρώθηκε η οικοδομική τους άδεια ή η αναθεώρηση τους, για λόγους που δεν αφορούν σε υπαίτια συμπεριφορά του πολίτη, δηλαδή οι πολίτες που παρανόμησαν θα καθίστανται σε εξαιρετικά ευμενέστερη θέση από αυτούς που δεν παρανόμησαν». Οι παρ. 1 και 3 περ. α, β, γ, δ, καθώς και το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3, του άρθρου 110 του ν. 4495/2017 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 34 παρ. 41 του ν. 4546/2018 (Α΄ 101/12.6.2018) -τις διατάξεις του οποίου επικαλείται το ΣΥΠΟΘΑ Νοτίου Αιγαίου στην από 14.9.2018 πράξη του επί της επίμαχης υπαγωγής της οικοδομής των παρεμβαινόντων στο ν. 4495/2017- με αποτέλεσμα οι παρ. 1 και 3 του άρθρου 110 να ισχύουν ως ακολούθως: “1. Στις ρυθμίσεις του παρόντος, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του ΠΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 86 και με την επιφύλαξη του άρθρου 89, υπάγονται και κτίσματα που έχουν ανεγερθεί με άδεια που εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή και μεταγενέστερα ανακλήθηκε για οποιοδήποτε λόγο, εκτός αν η ανάκληση οφείλεται σε υποβολή αναληθών στοιχείων ή ανακριβείς αποτυπώσεις της υπάρχουσας κατάστασης κατά την έκδοσή της. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται για κάθε ιδιοκτησία το παράβολο της περίπτωσης ι΄ του άρθρου 99 και δεν καταβάλλεται ενιαίο ειδικό πρόστιμο” και “3. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος κτίσματα που έχουν κριθεί αυθαίρετα με αμετάκλητη απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου. Κατ΄ εξαίρεση και με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 97, υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του ΠΕ.ΣΥ.ΠΟ.ΘΑ., κτίσματα των οποίων οι οικοδομικές άδειες ή και αναθεωρήσεις αυτών ακυρώθηκαν με αμετάκλητη απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, χωρίς να έχουν υποβληθεί για την έκδοση τους ψευδή ή αναληθή στοιχεία, αν: α) η οικοδομική άδεια ή η αναθεώρηση αυτής είχε νόμιμο έρεισμα σε κανονιστικές διατάξεις οι οποίες μεταγενέστερα κρίθηκαν αντίθετες σε υπέρτερης ισχύος κανόνα δικαίου, β) η οικοδομική άδεια ή η αναθεώρησή της εκδόθηκε κατ` εφαρμογή κανόνων δικαίου που εφαρμόζονταν συστηματικά από την αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης, και μεταγενέστερα κρίθηκαν ότι δεν ίσχυαν, γ) η οικοδομική άδεια ή η αναθεώρησή της δεν παραβίαζε τις κείμενες κατά το χρόνο έκδοσής της ουσιαστικές διατάξεις ή τις ισχύουσες, και ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους, δ) η διαπιστωθείσα πλημμέλεια της οικοδομικής αδείας ή της αναθεώρησής της δύναται να αρθεί με την έκδοση άδειας νομιμοποίησης. Στις περιπτώσεις αυτές, καταβάλλεται για κάθε ιδιοκτησία το παράβολο της παραγράφου 10 του άρθρου 99 και δεν επιβάλλεται ενιαίο ειδικό πρόστιμο. Δηλώσεις υπαγωγής, που αφορούν σε οικοδομικές άδειες που εκδόθηκαν από την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου και ακυρώθηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εξετάζονται ως προς την συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων από το ΠΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.”. Στην αιτιολογική έκθεση της τελευταίας αυτής διάταξης μνημονεύεται ότι “Στην παράγραφο 41 διευκρινίζεται ότι το ΠΕΣΥΠΟΘΑ είναι αρμόδιο να κρίνει σε περίπτωση ανάκληση διοικητικής άδειας από την διοίκηση εάν αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα ή μη του διοικουμένου (υποβολή αναληθών, ψευδών στοιχείων) κατ’ αναλογία της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 110 ν. 4495/2017. … Οι λοιπές παράγραφοι επιλύουν νομοτεχνικά ζητήματα και αποσαφηνίζουν τις διατάξεις”. Σύμφωνα, τέλος, με το άρθρο 125 του ν. 4495/2017 [Μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις Τμήματος Δ], “1. … 6. Καταργούνται ... τα άρθρα 1 έως και 30, εκτός από την παράγραφο 9 του άρθρου 30, καθώς και 38 και 39 του ν. 4178/2013. 7. [προστεθείσα με το άρθρο 34 παρ. 46 του ν. 4546/2018, Α΄ 101/12.6.2018] Μέχρι τη συγκρότηση και λειτουργία των ΠΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α, ο έλεγχος των προϋποθέσεων εφαρμογής και η σύμφωνη γνώμη των περιπτώσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 110, εξετάζεται και δίδεται από το οικείο ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. μετά από εισήγηση της αρμόδιας Υ.Δομ.”.

17. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει, στο άρθρο 4 παρ. 1, ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» και, στο άρθρο 25 παρ. 1, ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. … 2. H χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης. ...». Εξάλλου, στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι : «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σε αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει», στο άρθρο 26 ότι: «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια …» και στο άρθρο 95, όπως αναθεωρήθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, ότι : «1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως : α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου. β) …, γ) …, δ) …2. … 4. Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει. 5. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης». Οι συνταγματικές αυτές διατάξεις επιβάλλουν στη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις, προκειμένου να καθίσταται αποτελεσματική η παρασχεθείσα δικαστική προστασία. Συναφώς, στο άρθρο 50 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ορίζονται τα εξής: «1. ... 4. Οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου, ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό. ... 5. Οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο». Από το συνδυασμό του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος, του ν. 3068/2002 (Α΄ 274), που εκδόθηκε εις εκτέλεση της συνταγματικής αυτής διάταξης, και του άρθρου 50 παρ. 4 και 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) συνάγεται ότι η Διοίκηση, συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποχρεούται όχι μόνον να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στο νομικό κόσμο τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε με τη δικαστική αυτή απόφαση, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση αυτής και των νομικών καταστάσεων που διαμορφώθηκαν, αμέσως ή εμμέσως, βάσει της πράξης αυτής ή ως συνέπειά της. Προς το σκοπό αυτό, η Διοίκηση οφείλει να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει τις διοικητικές πράξεις που στηρίζονται στην ακυρωθείσα και να επαναλάβει τις πράξεις που κατά νόμον υποχρεούται να εκδώσει χωρίς τη νομική πλημμέλεια που διαπιστώθηκε με την ακυρωτική απόφαση, ώστε να διαμορφωθεί νομική κατάσταση σύμφωνη προς το νόμο. Το ειδικότερο περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων συμμόρφωσης της Διοίκησης [ή του νομοθέτη, σε περίπτωση που επιχειρείται συμμόρφωση προς δικαστική απόφαση με διάταξη τυπικού νόμου] προσδιορίζονται από τη φύση και το είδος της πράξης που ακυρώθηκε, καθώς και από την κρίση των ζητημάτων επί των οποίων απεφάνθη το Δικαστήριο στο αιτιολογικό της απόφασής του, δημιουργώντας ως προς αυτά δεδικασμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 1834/2021 Ολομ., 1504/2021, 1163/2017 Ολομ., 276/2016, 677/2010 Ολομ., 2854/1985 Ολομ., πρβλ. 2069/1951 κ.ά.). Ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να καθιστά, με ειδικές διατάξεις, ανενεργή την εκκρεμή διαδικασία συμμόρφωσης προς τις δικαστικές αποφάσεις, η οποία αποτελεί ειδικότερη πτυχή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης (ΣτΕ 1125/2016 Ολομ.), ούτε να αλλοιώσει το περιεχόμενο ή να περιορίσει την έκταση των οφειλομένων ενεργειών της Διοίκησης. Ομοίως, κατά την έννοια των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, ο νομοθέτης δεν δύναται, επ’ ευκαιρία αναδρομικών ουσιαστικών ρυθμίσεων, να θεσπίζει απόσβεση απαιτήσεων για τις οποίες έχουν εκδοθεί τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή υπάρχουν εκκρεμείς δίκες, ούτε να προέρχεται σε κατάργηση των εκκρεμών αυτών δικών, διότι άλλως θα αφαιρείτο η διαφορά από το δικαστήριο, κατά παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος και της αρχής της ισότητας των όπλων που διαθέτουν οι διάδικοι (πρβλ. ΣτΕ 1773/2020, 3368/2015 Ολομ., 3613/2013 7μ., 1847/2008, 2267/2007, 2234, 542/1999 Ολομ., 198/1945, Α.Π. 113/2017, 1000/2020). Ωστόσο, είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η ρύθμιση από το νομοθέτη, με νέους κανόνες δικαίου και κατά τρόπο διαφορετικό, εννόμων σχέσεων που έχουν γεννηθεί και δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί βάσει προϊσχυουσών διατάξεων, ακόμη και αν τα εν λόγω δικαιώματα έχουν αναγνωρισθεί με τελεσίδικες ή και αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι οι νέοι αυτοί κανόνες έχουν γενικό χαρακτήρα και δεν ρυθμίζουν μεμονωμένη σχέση, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και δεν προσβάλλουν τον πυρήνα και την ουσία του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, σεβόμενοι την αρχή της αναλογικότητας (ΑΕΔ 14/2013, πρβλ. ΣτΕ 614/1933, 8/1940, 1069/1953 Ολομ., 1046/1959 Ολομ., 5030/1997 7μ., 542/1999 Ολομ., 3824/2000 7μ., 2151, 2192, 2307/2014 Ολομ., 2367/2014 7μ., 522, 2287, 3368/2015 Ολομ., 378/2016, 70, 1818/2018, 852, 1624, 2137/2019, 1773/2020, 1834/2021 Ολομ., επίσης πρβλ. ΣτΕ 2976/1973 Ολομ., 3185/1975, 871/1976, 3581/1979 Ολομ., 2827/1980 Ολομ., 2722/1994, 952/1996, 4362/1997 Ολομ., 4754/2012 Ολομ., 1665, 1418/2013 7μ., 2618, 4310/2015 Ολομ., Α.Π. 926/2002, 1127/2006). Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, τέτοιες νομοθετικές διατάξεις δεν αντίκεινται ούτε στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ΣτΕ 2367/2014 7μ., 2151/2014 7μ.).

18. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι το άρθρο 110 παρ. 3 περ. α και β του ν. 4495/2017, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 41 του ν. 4546/2018 και ισχύει, κατ΄ εφαρμογή του οποίου έχουν εκδοθεί οι προσβαλλόμενες πράξεις, αντίκειται προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 26 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος και στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου, του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και της ισότητας. Ειδικότερα, κατά την αιτούσα, η δυνατότητα που παρέχεται με τις διατάξεις αυτές για την τακτοποίηση – νομιμοποίηση κατασκευών που ανεγέρθησαν βάσει οικοδομικής άδειας που ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση και κατέστησαν αυθαίρετες, αγνοεί τη διαμορφωθείσα δικαστική κρίση που οδήγησε στην ακύρωση της οικοδομικής άδειας, ανατρέπει το δεδικασμένο που απέρρευσε από τη δικαστική απόφαση και παραγνωρίζει το ακυρωτικό της αποτέλεσμα. Παράλληλα, προβάλλεται ότι οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν τη μη συμμόρφωση της Διοίκησης προς το διατακτικό και το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης που ακυρώνει οικοδομική άδεια και καθιστούν την παρασχεθείσα στο νικήσαντα διάδικο δικαστική προστασία κενή περιεχομένου. Εξάλλου, η αιτούσα επισημαίνει ότι οι διατάξεις αυτές επαναλαμβάνουν ρυθμίσεις των προγενέστερων [και αντίστοιχων του ν. 4495/2017] ν. 4014/2011 και ν. 4178/2013, οι οποίες έχουν ήδη κριθεί αντισυνταγματικές με την απόφαση 1858/2015 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την αιτιολογία ότι, λόγω της δικαστικής απόφασης που ακυρώνει την οικοδομική άδεια, η διατήρηση του αυθαίρετου πλέον κτίσματος αντιβαίνει στην αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών (άρθρο 26 του Συντάγματος), στο δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος) και στην υποχρέωση της Διοικήσεως να συμμορφώνεται προς το περιεχόμενο ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος). Πέραν αυτών, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η ρύθμιση του άρθρου 110 παρ. 3 του ν. 4495/2017 δεν εξυπηρετεί τον ορθολογικό σχεδιασμό ούτε υπαγορεύεται από πολεοδομικά κριτήρια, αλλά αντιθέτως επεκτείνει κατ’ ουσίαν, κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, τη δυνατότητα μαζικής και αθρόας τακτοποίησης – νομιμοποίησης αυθαιρέτων [που παρέχεται, ούτως ή άλλως, με τις λοιπές διατάξεις του νόμου] σε επιπλέον ακίνητα και επιτείνει την επιβάρυνση στο οικιστικό περιβάλλον, δεδομένου ότι οι τιθέμενες προϋποθέσεις εξαίρεσης από την κατεδάφιση και από την επιβολή κυρώσεων δεν συναρτώνται προς το μέγεθος, το είδος, τη σημασία και τις επιπτώσεις του αυθαιρέτου στο περιβάλλον, αλλά καλύπτουν κάθε αυθαίρετο ανεγερθέν προ της 28ης.7.2011, χωρίς ειδικότερη, για κάθε περίπτωση, κρίση της Διοίκησης. Υπό το πρίσμα αυτό, προβάλλεται ότι η υπαιτιότητα ή μη του δικαιούχου οικοδομικής άδειας που ακυρώθηκε δικαστικώς είναι αδιάφορη και δεν αρκεί προκειμένου να καταστήσει συνταγματικώς επιτρεπτή τη νομιμοποίηση του αυθαιρέτου. Εν κατακλείδι, η αιτούσα προβάλλει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν των ακυρωτικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς και των πρακτικών και αποφάσεων του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας, η Διοίκηση όφειλε να προβεί στην εκτέλεση των υλικών ενεργειών που απαιτούνται προκειμένου να κατεδαφισθεί το αυθαίρετο κτίσμα και να επαναφερθούν τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση. Αντίστοιχοι ισχυρισμοί προβάλλονται με την παρέμβαση υπ’ αρ. καταθ. …/2020 και την παρέμβαση υπ’ αρ. …/2022, με την οποία προβάλλεται ότι μόνη η περίπτωση β της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017 αντίκειται στο Σύνταγμα. Από την άλλη πλευρά, το Δημόσιο και οι παρεμβαίνοντες [με τις παρεμβάσεις υπ’ αρ. …/2020, …/2020 και …/2022, η τελευταία των οποίων υποστηρίζει τη συνταγματικότητα μόνον της περίπτωσης α της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495], υπεραμύνονται της συνταγματικότητας της διάταξης, υποστηρίζοντας ότι αυτή αποτελεί νέα ρύθμιση, η οποία υπαγορεύεται, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση, από επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, συνδεόμενο με την αποκατάσταση της ισότητας στη μεταχείριση ομοίων περιπτώσεων και με την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, και δεν προσβάλλει το δεδικασμένο ή την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις ακυρωτικές αποφάσεις. Ειδικότερα, το Δημόσιο υποστηρίζει ότι ο νομοθέτης προχώρησε σε στάθμιση συμφερόντων, αφού έλαβε υπόψη και την κρίση του Δικαστηρίου περί συνταγματικότητας των διατάξεων που προβλέπουν την μαζική και αθρόα τακτοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών και τη διατήρηση αυτών για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή την οριστική εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση. Τέλος, το Δημόσιο επισημαίνει ότι η επίμαχη ρύθμιση αφορά οικοδομές που ολοκληρώθηκαν μέχρι τον Ιούλιο του 2011 και είναι ελάχιστες συγκριτικά με το σύνολο των αυθαίρετων κατασκευών που ρυθμίσθηκαν με τις ισχύουσες κατά καιρούς διατάξεις περί αυθαιρέτων.

19. Επειδή, κατά την άποψη της Προέδρου του Τμήματος, Αντιπροέδρου Αικατερίνης Χριστοφορίδου, των Συμβούλων Χρήστου Ντουχάνη και Δημητρίου Βασιλειάδη και των Παρέδρων Χρήστου Παπανικολάου και Ανδρέα Σκούφαλου οι ανωτέρω διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017 εκφράζουν το θεμιτό κατ’ αρχήν και εύλογο ενδιαφέρον της Πολιτείας να ρυθμίσει την τύχη αυθαιρέτων τα οποία, ανεγερθέντα δυνάμει οικοδομικής αδείας, η οποία ακυρώθηκε στη συνέχεια με δικαστική απόφαση, δεν κατέστη δυνατόν να περιληφθούν στις διατάξεις οι οποίες προέβλεψαν αθρόα νομιμοποίηση αυθαιρέτων κατασκευών που ανεγέρθηκαν ως τις 28.7.2011. Το ενδιαφέρον αυτό της Πολιτείας είχε εκδηλωθεί προηγουμένως με διατάξεις, ταυτοσήμου εν πολλοίς προς τις επίμαχες περιεχομένου, του άρθρου 23 παρ. 6 του ν. 4178/2013, με τις οποίες επιχειρήθηκε η υπαγωγή κτισμάτων ανεγερθέντων με άδεια που μεταγενέστερα ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, στις διατάξεις του εν λόγω ν. 4178/2013 που προέβλεψαν αθρόα «νομιμοποίηση» αυθαιρέτων κατασκευών και κρίθηκαν συνταγματικώς ανεκτές, όπως εκτίθεται στη σκέψη 13, με την 1858/2015 απόφαση της Ολομελείας του Σ.τ.Ε. Με την ίδια όμως απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου οι διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 6 του νόμου εκείνου κρίθηκαν ανίσχυρες ως αντιβαίνουσες στα άρθρα 26 (αρχή διακρίσεως των λειτουργιών), 20 παρ. 1 (δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας) και 95 παρ. 5 (υποχρέωση συμμορφώσεως προς ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις) του Συντάγματος. Οι εφαρμοστέες εν προκειμένω νεότερες ρυθμίσεις του ν. 4495/2017 (άρθρο 110 παρ. 3) ρυθμίζουν το αυτό ζήτημα, επιλέγοντας ως λύση το αυτό σύστημα αυτόματης υπαγωγής των συγκεκριμένων αυθαιρέτων, των οποίων οι οικοδομικές άδειες έχουν ακυρωθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 4495/2017 και εξαιρώντας τις οικείες κατασκευές από την κατεδάφιση, αφού γίνει απλή αναφορά και κατηγοριοποίηση των λόγων που οδήγησαν στη δικαστική ακύρωση των αντίστοιχων οικοδομικών αδειών. Οι εν λόγω διατάξεις, ανεξαρτήτως αν ορώμενες στο σύνολό τους (εδάφια α΄, β΄, γ΄ και δ΄) αποτελούν εξαίρεση και όχι τον κανόνα αναφορικά με τη μεταχείριση των δικαστικώς ακυρωθεισών οικοδομικών αδειών, σκοπούν να εμποδίσουν, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του νόμου, την παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας που θα γεννιόταν από τη διαφορετική αντιμετώπιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων μεταξύ πολιτών που υπήχθησαν στις ευεργετικές διατάξεις περί «νομιμοποιήσεως» των αυθαιρέτων κατασκευών τους και άλλων των οποίων η οικοδομική άδεια ακυρώθηκε για λόγους που δεν αφορούν σε υπαίτια συμπεριφορά τους. Ωστόσο, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής της αρχής της ισότητας, διότι πρωτογενώς μεν αντιμετωπίζεται το ζήτημα κατασκευής και διατηρήσεως αυθαιρέτων κατασκευών στη Χώρα με αθρόα «νομιμοποίηση», όταν όμως έχει μεσολαβήσει δικαστική κρίση και ακύρωση οποιασδήποτε οικοδομικής άδειας, ανακύπτει δευτερογενώς ζήτημα προσηκούσης συμμορφώσεως και γενικώς διαμορφώσεως της μετ’ ακύρωσιν καταστάσεως, διαφορετικής πλέον και όχι «ουσιωδώς ομοίας» με εκείνη που πρωτογενώς ρυθμίστηκε εν πρώτοις από τον νομοθέτη. Εξάλλου, η στάθμιση εκ μέρους του νομοθέτη των συντρεχόντων εν προκειμένω συμφερόντων προς ρύθμιση κοινωνικού προβλήματος, σε συνδυασμό με το γενικό συμφέρον, δεν δύναται να παραγνωρίζει (ήτοι να μη λαμβάνει εμπράκτως υπ’ όψιν) τις συνταγματικές αρχές της διακρίσεως των εξουσιών και της υποχρεώσεως συμμορφώσεως προς δικαστικές αποφάσεις, καθώς και του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας. Η υποχρέωση αυτή του νομοθέτη ούτε αναιρείται ούτε αμβλύνεται από το γεγονός ότι οι εν λόγω ακυρώσεις αφορούν ανυπαίτιους ως προς τους λόγους ακυρώσεως πολίτες, ούτε, πολλώ μάλλον, από την αυτονόητη προϋπόθεση που θέτει ο νόμος σε κάθε τέτοια περίπτωση ότι για την υπαγωγή σε οποιαδήποτε ευεργετική ή απλώς θεμιτή ρύθμιση, δεν πρέπει να έχουν υποβληθεί ψευδή ή αναληθή στοιχεία εκ μέρους του διοικουμένου. Από τις επίμαχες ωστόσο διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι δεν έλαβε χώρα τέτοια στάθμιση συμφερόντων, αφού δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη από την οποία να προκύπτει η έμπρακτη εφαρμογή των ανωτέρω συνταγματικών αρχών προκειμένου να ρυθμιστεί κατά νόμιμο τρόπο η τύχη της εξεταζόμενης ειδικής κατηγορίας αυθαιρέτων. Επιπλέον, το εδάφιο α΄ της παραγράφου 3 του επίμαχου άρθρου 110 (του ν. 4495/2017), στο οποίο ορίζεται ότι επιτρέπεται να υπαχθούν στις νομιμοποιητικές των αυθαιρέτων κατασκευών διατάξεις τα κτίσματα εκείνα των οποίων ακυρώθηκε η οικοδομική άδεια για το λόγο ότι είχε εκδοθεί με έρεισμα κανονιστικές διατάξεις κριθείσες μεταγενεστέρως ως αντίθετες σε κανόνα υπέρτερης ισχύος, περιλαμβάνει ρύθμιση με την οποία αποδυναμώνεται ανεπιτρέπτως το ισχύον κατά το Σύνταγμα σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια, εισάγοντας ρήγμα στην έννομη τάξη με δυσανάλογα αποτελέσματα μη υπηρετούντα τον θεμιτό καταρχήν σκοπό του νομοθέτη. Ειδικότερα δε, όσον αφορά τις 2 πρώτες περιπτώσεις της παραγράφου 3 (εδάφια α΄ και β΄) που αναφέρονται σε ακύρωση λόγω εφαρμογής ανίσχυρου ή εσφαλμένου πολεοδομικού καθεστώτος (αποκλειομένης κάποιας ευθύνης του διοικουμένου) προβλέπεται αυτόματη η εφαρμογή τους με διατήρηση ακέραιου του κτιρίου ως είχε σύμφωνα με την ακυρωθείσα άδεια, παρ’ όλον ότι έχει διαπιστωθεί παράβαση κανόνων της ουσιαστικής πολεοδομικής νομοθεσίας. Με τον τρόπο, ωστόσο, αυτόν οι επίμαχες ρυθμίσεις ισοδυναμούν με πρόβλεψη της αυτόματης αναβίωσης οικοδομικών αδειών που ακυρώθηκαν με δικαστική απόφαση για ουσιαστικούς πολεοδομικούς λόγους και, ως εκ τούτου, αποτυγχάνουν στην εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων πολιτών και των συντρεχουσών πλευρών του δημοσίου συμφέροντος: Την ανάγκη προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του δικαιούχου της ακυρωθείσας οικοδομικής αδείας, της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας εκείνου που επέτυχε τη δικαστική ακύρωση της αδείας για ουσιαστικό πολεοδομικό λόγο, την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς το περιεχόμενο ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων και της προστασίας του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος. Προς τούτο θα ήταν θεμιτή ή και πρόσφορη η πρόβλεψη εκδόσεως άλλης διοικητικής πράξης, η οποία θα επέτρεπε την εξαίρεση από την κατεδάφιση κατόπιν εξιδιασμένης κρίσης μετ’ εκτίμηση προϋποθέσεων πολεοδομικού χαρακτήρα διαφόρων εκείνων ενόψει των οποίων κρίθηκε δικαστικώς η νομιμότητα της ακυρωθείσης οικοδομικής αδείας και συναφών προς το ρυθμιζόμενο θέμα κατά τα πρότυπα της εξαίρεσης από την κατεδάφιση αυθαιρέτων των άρθρων 15 παρ. 1 και 16 παρ. 1 του ν. 1337/1983 (πρβλ. ΣτΕ 3105/1990). Θεμιτή θα ήταν επίσης ρύθμιση προβλέπουσα ότι η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία για την εφαρμογή των περ. α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017 (ΠΕΣΥΠΟΘΑ) θα διαθέτει ουσιαστικές πολεοδομικές αρμοδιότητες, η άσκηση των οποίων θα επιτρέπει τη διατήρηση των τμημάτων της οικοδομής που δεν παραβιάζουν τις ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις, επί της ερμηνείας και εφαρμογής των οποίων έκρινε το Δικαστήριο, με την έκδοση άδειας νομιμοποίησης των τμημάτων αυτών και την ταυτόχρονη τροποποίηση, απομάκρυνση ή καθαίρεση του τμήματος που παραβιάζει τις εν λόγω πολεοδομικές διατάξεις στις περιπτώσεις που αυτό είναι πρακτικά και τεχνικά δυνατό (βλ. και άρθρο 110 παρ. 3 περ. δ΄, όπως ισχύει και άρθρο 106 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο). Με τα ανωτέρω δεδομένα οι διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 3 εδάφια α΄ και β΄ του νόμου 4495/2017 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 41 του ν. 4546/2018 είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες στα άρθρα 26 παρ. 1, 95 παρ. 5 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος.

20. Επειδή, μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Μ. Σωτηροπούλου και Α. Μίντζια, οι οποίες υποστήριξαν τα εξής: Μετά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η νομιμοποίηση κτισμάτων ανεγερθέντων με οικοδομική άδεια που ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση [κατ΄ άρθρο 23 παρ. 6 του ν. 4178/2013] αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1, 26 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος (ΣτΕ Ολομ. 1858/2015, σκ. 26), ο νομοθέτης επανήλθε και με το άρθρο 110 παρ. 3 περ. α και β του ν. 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4546/2018, εισήγαγε νέες ρυθμίσεις ως προς το ζήτημα αυτό. Οι εν λόγω νεώτερες διατάξεις θεσπίζονται ως εξαιρετικές και αναφέρονται όχι σε κάθε κτίσμα που κατέστη αυθαίρετο μετά την ακύρωση της άδειας βάσει της οποίας οικοδομήθηκε, χωρίς να συντρέχει δόλος του διοικουμένου, αλλά σε δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις αυθαιρέτων, ανεγερθέντων πάντοτε έως τις 28.7.2011, στις οποίες η ακυρωθείσα άδεια είχε χορηγηθεί κατ΄ επίκληση (α) είτε κανονιστικών διατάξεων οι οποίες μεταγενέστερα κρίθηκαν με δικαστική απόφαση αντίθετες προς κανόνα δικαίου υπέρτερης ισχύος (β) είτε κανόνων δικαίου που εφαρμόζονταν κατά τρόπο συστηματικό από την Υπηρεσία Δόμησης αλλά μεταγενέστερα κρίθηκε ότι δεν ίσχυαν. Η νέα αυτή ρύθμιση έχει γενικό χαρακτήρα, δεν έχει ως σκοπό την ανατροπή του δεδικασμένου που απορρέει από τη δικαστική απόφαση και υπαγορεύεται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, που συνδέονται με την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και την αποκατάσταση της ισότητας στη μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Ειδικότερα, με τη νομιμοποίηση δεν ισχυροποιείται αναδρομικώς η ακυρωθείσα διοικητική πράξη, η οποία εξακολουθεί να θεωρείται μη νόμιμη και μηδέποτε εκδοθείσα, ούτε ανατρέπονται τα αμετακλήτως κριθέντα, όσον αφορά την ουσιαστική παρανομία της οικοδομικής άδειας, αλλά η καταστάσα αυθαίρετη οικοδομή υπάγεται στον νέο και κριθέντα σύμφωνο προς το Σύνταγμα (ΣτΕ 1858/2015 Ολομ.) γενικό κανόνα νομιμοποίησης αυθαιρέτων που ολοκληρώθηκαν κατά το φέροντα οργανισμό τους πριν από την κρίσιμη ημερομηνία της 28ης.7.2011 και δεν ευρίσκονται σε περιοχές όπου αποκλείεται η νομιμοποίηση (πρβλ. ΣτΕ 945/1971 Ολομ., 3105/1990). Με άλλα λόγια, εφόσον κρίθηκε από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου ότι η αθρόα νομιμοποίηση αυθαιρέτων ανεγερθέντων μέχρι τις 28.7.2011 δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και του κράτους δικαίου ούτε στο άρθρο 24 του Συντάγματος, αδιαφόρως αν οι οικοδομές αυτές ανεγέρθηκαν χωρίς άδεια της Πολεοδομικής Αρχής, ασχέτως αν παραβιάζονται οι ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (αρτιότητα, κάλυψη, συντελεστής κ.ο.κ.) και αδιαφόρως της επίπτωσης που έχει κάθε συγκεκριμένη παράβαση, λόγω της έκτασης και της βαρύτητάς της, στην οικεία περιοχή, δεν μπορεί, από συστηματικής απόψεως, να διαφοροποιηθεί η κρίση περί συνταγματικότητας ή να απαιτηθούν επιπλέον προϋποθέσεις ή κριτήρια, όταν προβλέπεται η νομιμοποίηση κατασκευών που είχαν ανεγερθεί κατ΄ εφαρμογή οικοδομικής άδειας και κατέστησαν αυθαίρετες μετά την ακύρωση της άδειας με δικαστική απόφαση, υπό τις ειδικές συνθήκες των δύο προπεριγραφεισών περιπτώσεων. Υπό διαφορετική εκδοχή, θα παρατηρείτο το άτοπο, από τη μία πλευρά, να κατεδαφίζονται τα κτίσματα που ανεγέρθησαν κατόπιν άδειας οικοδομής και βάσει των προβλεφθέντων σε αυτήν όρων δόμησης, και, από την άλλη πλευρά, να τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης, με τη δυνατότητα σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων, την αναστολή επιβολής κυρώσεων και κατεδάφισης και ενδεχομένως την οριστική νομιμοποίηση κτηρίων εξαρχής αυθαιρέτων, οι ιδιοκτήτες που θα είχαν, καθ΄ υπόθεση, οικοδομήσει το ίδιο κτίσμα, χωρίς οικοδομική άδεια ή καθ΄ υπέρβαση τυχόν χορηγηθείσης, αδιαφορώντας για την τήρηση της νομιμότητας. Υπό τα δεδομένα αυτά, κατά τη μειοψηφήσασα άποψη, η νομιμοποίηση των κατηγοριών αυθαιρέτων του άρθρου 110 παρ. 3 περ. α και β του ν. 4495/2017 δεν προσβάλλει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, την υποχρέωση συμμόρφωσης προς δικαστικές αποφάσεις ή τις αρχές της ισότητας, του κράτους δικαίου, της διάκρισης των λειτουργιών και της αναλογικότητας. Παραλλήλως δε, η νομιμοποίηση αυτή δεν προκαλεί άξια λόγου περιβαλλοντική επιβάρυνση, ώστε να τίθεται ζήτημα παράβασης του άρθρου 24 του Συντάγματος, εφόσον, όπως βεβαιώνει η Διοίκηση, οι κατασκευές στις οποίες αφορά είναι ελάχιστες, συγκρινόμενες με το σύνολο των αυθαιρέτων κατασκευών, η νομιμοποίηση των οποίων κρίθηκε από το Δικαστήριο σύμφωνη με το Σύνταγμα.

21. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η υπαγωγή της αυθαίρετης οικοδομής των παρεμβαινόντων στο ν. 4495/2017 έγινε με την αιτιολογία α/ ότι η Πολεοδομική Αρχή τελούσε υπό την αντίληψη ότι στην Ερμούπολη της Σύρου ίσχυαν οι όροι και περιορισμοί δόμησης του π.δ. από 19.1-14.2.1976 και εξέδιδε, βάσει του εν λόγω π.δ., συστηματικά οικοδομικές άδειες στην περιοχή, μεταξύ των οποίων και την οικοδομική άδεια …/1998 και την από 11.5.2000 αναθεώρησή της, με τις οποίες επετράπη η ανέγερση της οικοδομής των παρεμβαινόντων με τους συγκεκριμένους όρους δόμησης, β/ ότι, όπως κρίθηκε με την απόφαση 84/2001 του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. από 19.10- 13.11.1978, με το οποίο η Ερμούπολη χαρακτηρίστηκε για πρώτη φορά παραδοσιακός οικισμός, έπαυσε να ισχύει το από 19.1-14.2.1976 π.δ. και πάντως, και υπό την εκδοχή ότι το από 19.1-14.2.1976 π.δ. δεν καταργήθηκε με το από 19.10- 13.11.1978 π.δ., αυτό καταργήθηκε οπωσδήποτε με το από 11.5-2.6.1989 π.δ., γ/ ότι η επόμενη οικοδομική άδεια …/2002 εξεδόθη κατ΄ επίκληση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 2940/2001, που κρίθηκε αντίθετο στο άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος (ΣτΕ 2526/2003 Ολομ.), και δ/ ότι οι παρεμβαίνοντες δεν είχαν υποβάλει για την έκδοση των ως άνω οικοδομικών αδειών ψευδή ή αναληθή στοιχεία, αλλά η μεν πρώτη άδεια και η αναθεώρησή της είχαν εκδοθεί κατ` εφαρμογή κανόνων δικαίου που εφαρμόζονταν συστηματικά από την Πολεοδομική Αρχή ενώ μεταγενέστερα κρίθηκε ότι δεν ίσχυαν, η δε επόμενη άδεια εκδόθηκε βάσει διάταξης νόμου που κρίθηκε ότι αντέκειτο στο Σύνταγμα. Υπό τα δεδομένα αυτά, η πράξη υπαγωγής της αυθαίρετης οικοδομής των παρεμβαινόντων στο ν. 4495/2017 ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 3 περ. α και β του ν. 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 41 του ν. 4546/2018, η οποία, κατά την άποψη που επικράτησε στο Τμήμα, αντίκειται στο Σύνταγμα. Επομένως, θα έπρεπε να ακυρωθούν η πρώτη προσβαλλόμενη βεβαίωση και η, στηριζόμενη σε αυτήν, έγκριση εργασιών αποπεράτωσης αυθαιρέτων κατασκευών [δεύτερη προσβαλλόμενη], η οποία απώλεσε το νόμιμο έρεισμά της. Αν και, κατά την άποψη της μειοψηφίας, οι επίμαχες διατάξεις κατ΄ επίκληση των οποίων εκδόθηκε η πράξη υπαγωγής της αυθαίρετης κατασκευής στο ν. 4495/2017 δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα και ο περί του αντιθέτου λόγος θα έπρεπε να απορριφθεί.

22. Επειδή, το ζήτημα της συμφωνίας προς το Σύνταγμα της διάταξης του άρθρου 110 παρ. 3 περ. α και β του ν. 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 41 του ν. 4546/2018, παρουσιάζει μείζονα σπουδαιότητα και πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. α του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 4205/2013 (Α΄ 242), να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου.

Διά ταύτα

Απέχει να αποφανθεί οριστικώς.

Παραπέμπει, κατά το σκεπτικό, το ζήτημα της συνταγματικότητας του άρθρου 110 παρ. 3 περ. α και β του ν. 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 41 του ν. 4546/2018, στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2022

Η Πρόεδρος του Ε´ Τμήματος

Αικατερίνη Χριστοφορίδου

Η Γραμματέας του Ε´ Τμήματος και μετά την αποχώρησή της

Ο Γραμματέας

Νικόλαος Βασιλόπουλος

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Δεκεμβρίου 2025.

Ο Πρόεδρος του Ε´ Τμήματος

Χρήστος Ντουχάνης

Η Γραμματέας

Ειρήνη Κανάκη