Top

Νομολογία - Πλήρη κείμενα


ΔΕΕ της 12.3.2026, C-43/24, Αίτηση προδικαστικής απόφασης, K. M. H. κατά Obshtina Stara Zagora - Πλήρες κείμενο

A- A A+    Εκτύπωση   

ΔΕΕ της 12.3.2026, C-43/24, Αίτηση προδικαστικής απόφασης, K. M. H. κατά Obshtina Stara Zagora - Πλήρες κείμενο

Το αιτούν δικαστήριο, Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο Βουλγαρίας, κατέθεσε στο ΔΕΕ αίτηση προδικαστικής απόφασης, στο πλαίσιο της δίκης «K. M. H. κατά Obshtina Stara Zagora», με αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 9 ΣΕΕ, των άρθρων 8, 10 και 21 ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η ένδικη διαφορά αναφέρεται στο αίτημα του Κ.Μ.Η., ατόμου ως ανδρικού φύλου, να αναγνωριστεί δικαστικώς ότι είναι άτομο γυναικείου φύλου, με το να διαταχθεί η αλλαγή του κύριου ονόματος, του πατρώνυμου και του επωνύμου της, καθώς και να περιληφθεί η αλλαγή αυτή στη ληξιαρχική πράξη γέννησής της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτούντος δικαστηρίου, το ίδιο δεσμεύεται από την ερμηνευτική απόφαση 2/20 της ολομέλειας των πολιτικών τμημάτων του Varhoven kasatsionen sad (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), από την οποία προκύπτει ότι το ουσιαστικό δίκαιο που ισχύει στη Βουλγαρία δεν προβλέπει τη δυνατότητα τροποποίησης των στοιχείων σχετικά με το φύλο, το όνομα και τον προσωπικό αριθμό πολίτη που περιλαμβάνονται στις ληξιαρχικές πράξεις προσώπου το οποίο δηλώνει ότι είναι διεμφυλικό άτομο. Η δε εν λόγω ερμηνευτική απόφαση βρίσκει έρεισμα και σε απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου Βουλγαρίας (2021), δυνάμει της οποίας κρίθηκε ότι ο όρος «φύλο», κατά την έννοια του βουλγαρικού Συντάγματος, πρέπει να νοείται ως αναφερόμενος αποκλειστικά και μόνο στη βιολογική του διάσταση, λόγω των ηθικών και/ή θρησκευτικών κανόνων και αρχών που πρέπει να υπερισχύουν του συμφέροντος των διεμφυλικών ατόμων. Επισημαίνεται ότι το άρθρο 4 § 3 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη, ενεργώντας σύμφωνα με το δίκαιό τους, να εκδίδουν ή να ανανεώνουν στους υπηκόους τους δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο που αναγράφει την ιθαγένειά τους προκειμένου να καταστεί δυνατόν σε αυτούς να ασκήσουν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής εντός του εδάφους των κρατών μελών. Στο παρόν στάδιο εξέλιξης του δικαίου της Ένωσης, η προσωπική κατάσταση, στην οποία περιλαμβάνονται οι κανόνες σχετικά με την αλλαγή επωνύμου, πατρώνυμου, κύριου ονόματος ή ταυτότητας φύλου ενός προσώπου, αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι κάθε κράτος μέλος δεν οφείλει να συμμορφώνεται προς το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως προς τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με το δικαίωμα που αναγνωρίζεται σε κάθε πολίτη της Ένωσης να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών. Συνεπώς, η άρνηση ενός κράτους μέλους να αναγνωρίσει την αλλαγή ταυτότητας φύλου που πραγματοποιήθηκε κατ’ εφαρμογήν των προβλεπόμενων προς τούτο διαδικασιών στο κράτος μέλος στο οποίο ο οικείος πολίτης της Ένωσης άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, μπορεί να παρακωλύσει την άσκηση του δικαιώματος αυτού, ανεξαρτήτως του αν η αλλαγή αυτή συνδέεται με αλλαγή επωνύμου ή κύριου ονόματος. Δεδομένης της νομολογιακής αναγνώρισης ότι σε πολλές συναλλαγές της καθημερινής ζωής, τόσο σε δημόσιο όσο και σε ιδιωτικό επίπεδο, απαιτείται η απόδειξη της ταυτότητας, συνήθως μέσω διαβατηρίου ή δελτίου ταυτότητας, καθώς επίσης και της παραδοχής ότι, λόγω της ασυμφωνίας μεταξύ της εμφάνισης ενός προσώπου και των στοιχείων σχετικά με το φύλο που αναγράφονται στο δελτίο ταυτότητας ή στο διαβατήριό του είναι επόμενο να υποχρεωθεί το εν λόγω πρόσωπο να άρει τις αμφιβολίες που δημιουργούνται όσον αφορά την ταυτότητά του καθώς και τη γνησιότητα του δελτίου ταυτότητας που προσκομίζει ή την πιστότητα του περιεχομένου του, γεγονός που ενδέχεται να παρακωλύει την άσκηση του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 21 ΣΛΕΕ. Τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 ΧΘΔ έχουν την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με εκείνα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, το οποίο συνιστά ελάχιστο όριο προστασίας της ταυτότητας φύλου ενός προσώπου, ως συστατικό στοιχείο και ως μία από τις πιο προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής του. Κρίνεται ότι η επίδειξη ανοχής έναντι δυσμενούς διάκρισης λόγω της διαφοράς μεταξύ του βιολογικού φύλου και της ταυτότητας φύλου, θα προσέκρουε στον σεβασμό της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας, τον οποίο μπορεί να αξιώνει ένα διεμφυλικό άτομο και τον οποίο πρέπει να διασφαλίζει το Δικαστήριο, ενώ τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να τροποποιούν, αν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία τους σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου η οποία δεν συμβιβάζεται με το δίκαιο της Ένωσης, ακόμη και αν αυτή προέρχεται από ανώτερο δικαστήριο. Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 21 ΣΛΕΕ και το άρθρο 4 § 3 Οδηγ. 2004/38/ΕΚ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομοθεσία κράτους μέλους η οποία δεν επιτρέπει την τροποποίηση των στοιχείων σχετικά με το φύλο, όπως το βιολογικό φύλο, το επώνυμο, το πατρώνυμο, το κύριο όνομα και ο προσωπικός αριθμός πολίτη, που έχουν καταχωριστεί στο εθνικό ληξιαρχικό μητρώο υπηκόου του εν λόγω κράτους μέλους ο οποίος άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος. Τέλος, το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει να δεσμεύεται δικαστήριο κράτους μέλους από την ερμηνεία εθνικής ρύθμισης στην οποία προέβη το εθνικό συνταγματικό δικαστήριο και η οποία ενδέχεται να αποτελεί νομικό κώλυμα για την καταχώριση τροποποίησης των στοιχείων σχετικά με το φύλο στο ληξιαρχικό μητρώο του εν λόγω κράτους μέλους, κατά τρόπο προδήλως αντίθετο προς την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης.

Νομικές διατάξεις: Άρθρα 8, 10, 21, 267 ΣΛΕΕ, 9 ΣΕΕ, 7, 52 ΧΘΔ, 4 § 3 Οδηγ. 2004/38/ΕΚ, 8 ΕΣΔΑ

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 12ης Μαρτίου 2026

Στην υπόθεση C-43/24 [Shipova],

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Βουλγαρία) με απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Ιανουαρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

K. M. H.

κατά

Obshtina Stara Zagora,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. Jürimäe (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του δευτέρου τμήματος, F. Schalin, M. Gavalec και Z. Csehi, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour

γραμματέας: R. Stefanova-Kamisheva, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 22ας Μαΐου 2025,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

– η K. M. H., εκπροσωπούμενη από την D.I. Lyubenova, advokat, και τον A. Schuster, avvocato,

– η Βουλγαρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την T. Mitova και τον R. Stoyanov,

– η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Kriisa,

– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Zs. Biró-Tóth και τον M. Z. Fehér,

– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. K. Bulterman, την A. Hanje και τον P. P. Huurnink,

– η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την P. Barros da Costa, την A. Pimenta, την M. J. Ramos και τον Â. Seiça Neves,

– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την E. Montaguti και τον I. Zaloguin,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 9 ΣΕΕ, των άρθρων 8, 10 και 21 ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της K. M. H. και του Obshtina Stara Zagora (Δήμου Στάρα Ζαγόρα, Βουλγαρία) με αίτημα να αναγνωριστεί δικαστικώς ότι είναι άτομο γυναικείου φύλου, με το να διαταχθεί η αλλαγή του κύριου ονόματος, του πατρώνυμου και του επωνύμου της, καθώς και να περιληφθεί η αλλαγή αυτή στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεώς της.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Η Συνθήκη ΕΕ

3. Το άρθρο 9 ΣΕΕ ορίζει τα εξής:

«Σε όλες τις δραστηριότητές της, η [Ευρωπαϊκή] Ένωση σέβεται την αρχή της ισότητας των πολιτών της, οι οποίοι τυγχάνουν ίσης προσοχής από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της. Πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους. Η ιθαγένεια της Ένωσης προστίθεται στην εθνική ιθαγένεια και δεν την αντικαθιστά.»

Η Συνθήκη ΛΕΕ

4. Κατά το άρθρο 8 ΣΛΕΕ:

«Σε όλες τις δράσεις της, η Ένωση επιδιώκει να εξαλειφθούν οι ανισότητες και να προαχθεί η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών.»

5. Το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει τα ακόλουθα:

«Κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους.»

Ο Χάρτης

6. Το άρθρο 7 του Χάρτη, το οποίο επιγράφεται «Σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής», έχει ως ακολούθως:

«Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του.»

7. Το άρθρο 52 του Χάρτη, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και των αρχών», προβλέπει στην παράγραφο 3 τα εξής:

«Στο βαθμό που ο [Χάρτης] περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών[, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ)], η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία.»

Η οδηγία 2004/38/ΕΚ

8. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (EE 2004, L 158, σ. 77, και διορθωτικό EE 2004, L 229, σ. 35):

«Τα κράτη μέλη, ενεργώντας σύμφωνα με το δίκαιό τους, εκδίδουν ή ανανεώνουν στους υπηκόους τους δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο που αναγράφει την ιθαγένειά τους.»

Το βουλγαρικό δίκαιο

Ο νόμος περί καταχώρισης στο ληξιαρχείο

9. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του Zakon za grazhdanskata registratsia (νόμου περί καταχώρισης στο ληξιαρχείο), της 27ης Ιουλίου 1999 (DV αριθ. 67, της 27ης Ιουλίου 1999), ορίζει τα εξής:

«Το όνομα Βούλγαρου πολίτη που γεννήθηκε στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας αποτελείται από κύριο όνομα, πατρώνυμο και επώνυμο. Τα τρία μέρη του ονόματος καταχωρίζονται στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως.»

10. Κατά το άρθρο 45, παράγραφος 1, σημεία 6 έως 8, του νόμου περί καταχώρισης στο ληξιαρχείο, η ληξιαρχική πράξη γεννήσεως περιλαμβάνει το όνομα του νεογέννητου, τον προσωπικό αριθμό πολίτη του τέκνου (μόνο για τους Βούλγαρους πολίτες), καθώς και το φύλο και την ιθαγένεια.

Ο νόμος περί των βουλγαρικών εγγράφων ταυτότητας

11. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του Zakon za bulgarskite lichni dokumenti (νόμου περί των βουλγαρικών εγγράφων ταυτότητας, DV αριθ. 93, της 11ης Αυγούστου 1998), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος περί των βουλγαρικών εγγράφων ταυτότητας):

«Σε περίπτωση αλλαγής ονόματος, προσωπικού αριθμού πολίτη (προσωπικού αριθμού/προσωπικού αριθμού αλλοδαπού), φύλου, ιθαγένειας ή ουσιώδους και διαρκούς αλλαγής της εμφανίσεως, το πρόσωπο υποχρεούται να ζητήσει νέα βουλγαρικά έγγραφα ταυτότητας εντός μέγιστης προθεσμίας 30 ημερών.»

12. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του νόμου περί των βουλγαρικών εγγράφων ταυτότητας απαριθμεί τα είδη των εγγράφων ταυτότητας. Σε αυτά περιλαμβάνονται το δελτίο ταυτότητας, το διαβατήριο και η άδεια οδηγήσεως.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

13. Η K. M. H. γεννήθηκε στις 7 Αυγούστου 1990 στη Βουλγαρία. Είναι καταχωρισμένη στο ληξιαρχικό μητρώο του εν λόγω κράτους μέλους ως άτομο ανδρικού φύλου με όνομα αποτελούμενο από κύριο όνομα, πατρώνυμο και επώνυμο που αντιστοιχεί στο φύλο αυτό. Στην K. M. H. χορηγήθηκε επίσης προσωπικός αριθμός πολίτη και εκδόθηκε έγγραφο ταυτότητας που την ταυτοποιούν επίσης ως άτομο ανδρικού φύλου.

14. Όμως, σύμφωνα με την έκθεση των διαπιστούμενων από το Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Βουλγαρία) πραγματικών περιστατικών, το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, η K. M. H. ένιωθε ανέκαθεν, ήδη από την παιδική της ηλικία, σαν γυναίκα, ως προς την εμφάνιση, τη συμπεριφορά, την αντίληψη, τον συναισθηματισμό και τους τρόπους της.

15. Τον Δεκέμβριο του έτους 2014, η K. M. H. συμβουλεύθηκε ψυχολόγο που κατέληξε στη γνωμάτευση ότι αυτή βίωνε δυσφορία φύλου και ότι υπέφερε λόγω κοινωνικής και σχεσιακής δυσφορίας. Αφού συμβουλεύθηκε ειδικό στην ενδοκρινολογία και την ανδρολογία, η K. M. H. άρχισε ορμονική θεραπεία στην Ιταλία, όπου ζει επί του παρόντος, και συνήψε σταθερό οικογενειακό δεσμό με Ιταλό υπήκοο.

16. Ερχόμενη αντιμέτωπη σε καθημερινή βάση, ιδίως κατά την αναζήτηση εργασίας, με δυσχέρειες και προβλήματα οφειλόμενα στην ασυμφωνία μεταξύ, αφενός, της εμφανίσεως και της συμπεριφοράς της και, αφετέρου, του φύλου που αναγράφεται στα έγγραφα ταυτότητάς της, η K. M. H. ζήτησε, εν έτει 2017, από το Rayonen sad Stara Zagora (πρωτοβάθμιο περιφερειακό δικαστήριο Στάρα Ζαγόρα, Βουλγαρία) να αναγνωρίσει ότι είναι άτομο γυναικείου φύλου, διατάσσοντας την αλλαγή του ονόματός της από K. M. H. (κύριο όνομα, πατρώνυμο και ανδρικό επώνυμο) σε K. M. H. (κύριο όνομα, πατρώνυμο και γυναικείο επώνυμο), καθώς και να περιληφθεί η αλλαγή αυτή στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεώς της.

17. Παρά τις ιατρικές γνωματεύσεις και τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη που επιβεβαίωναν την ταυτότητα φύλου που η K.M.H. ζητούσε να της αναγνωριστεί, η αίτησή της απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι η βουλγαρική νομοθεσία δεν προβλέπει τη δυνατότητα τροποποιήσεως, για ψυχολογικούς λόγους, των πραγματικών περιστατικών που βεβαιώνονται σε ληξιαρχική πράξη. Η ανωτέρω απορριπτική απόφαση επικυρώθηκε κατ’ έφεση από το Okrazhen sad Stara Zagora (περιφερειακό δικαστήριο Στάρα Ζαγόρα, Βουλγαρία). Κατά το δικάζον κατ’ έφεση δικαστήριο, η βουλγαρική νομοθεσία προβλέπει ότι το φύλο καταχωρίζεται κατά τη γέννηση βάσει των πρωταρχικών χαρακτηριστικών φύλου. Η αλλαγή φύλου επιτρέπεται μόνον εφόσον επιβάλλεται από σωματική αλλαγή.

18. Επιληφθέν αιτήσεως αναιρέσεως, το Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Βουλγαρία) έκρινε ότι, παρά την απουσία εθνικής ρυθμίσεως που να ρυθμίζει το ζήτημα αυτό, η αρχή του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής επιβάλλει στα δικαστήρια να εκτιμούν, κατά περίπτωση, αν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αλλαγή της ταυτότητας φύλου ενός προσώπου, από τις οποίες εξαρτάται τυχόν νομική μεταβολή των στοιχείων της προσωπικής καταστάσεως που αναγράφονται στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του συγκεκριμένου προσώπου, προκειμένου να επιτευχθεί η δέουσα ισορροπία μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου, υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Κατόπιν τούτου, η υπόθεση αναπέμφθηκε στο Okrazhen sad Stara Zagora (περιφερειακό δικαστήριο Στάρα Ζαγόρα), προκειμένου αυτό να συγκεντρώσει νέα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ιατρική κατάσταση της K. M. H.

19. Με απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2019, το Okrazhen sad Stara Zagora (περιφερειακό δικαστήριο Στάρα Ζαγόρα) απέρριψε εκ νέου την αίτηση της K. M. H. με την αιτιολογία ότι η βουλγαρική νομοθεσία δεν προβλέπει διαδικασία αλλαγής φύλου με βάση το πώς αυτοπροσδιορίζεται το ενδιαφερόμενο πρόσωπο.

20. Η K. M. H. προσέβαλε την απόφαση ενώπιον του Varhoven kasatsionen sad (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.

21. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι δεσμεύεται από την ερμηνευτική απόφαση 2/20, της 20ής Φεβρουαρίου 2023, της ολομέλειας των πολιτικών τμημάτων του Varhoven kasatsionen sad (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) (στο εξής: ερμηνευτική απόφαση). Από την εν λόγω ερμηνευτική απόφαση προκύπτει όμως ότι το ουσιαστικό δίκαιο που ισχύει στη Βουλγαρία δεν προβλέπει τη δυνατότητα τροποποιήσεως των στοιχείων σχετικά με το φύλο, το όνομα και τον προσωπικό αριθμό πολίτη που περιλαμβάνονται στις ληξιαρχικές πράξεις προσώπου το οποίο δηλώνει ότι είναι διεμφυλικό άτομο. Κατά την ερμηνευτική απόφαση, το δίκαιο της Ένωσης δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα, δεδομένου ότι οι κανόνες περί προσωπικής καταστάσεως υπάγονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η ερμηνευτική απόφαση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε απόφαση εκδοθείσα στις 26 Οκτωβρίου 2021 από το Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο, Βουλγαρία), με την οποία το τελευταίο αυτό δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος «φύλο», κατά την έννοια του βουλγαρικού Συντάγματος, πρέπει να νοείται ως αναφερόμενος αποκλειστικά και μόνο στη βιολογική του διάσταση, λόγω των ηθικών και/ή θρησκευτικών κανόνων και αρχών που πρέπει να υπερισχύουν του συμφέροντος των διεμφυλικών ατόμων.

22. Το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει, ωστόσο, αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία που έγινε δεκτή στην ερμηνευτική απόφαση, κατ’ αρχάς, με γνώμονα το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 9 ΣΕΕ. Συγκεκριμένα, ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής του εθνικού δικαίου που απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω φύλου μόνον υπέρ των ίντερσεξ ατόμων συνιστά τέτοια διάκριση κατά την έννοια των άρθρων αυτών. Θα μπορούσε επίσης να συνιστά προσβολή του δικαιώματος των Βούλγαρων διεμφυλικών ατόμων σε δίκαιη δίκη, αφού πανομοιότυπες ή παρόμοιες περιπτώσεις αντιμετωπίζονται διαφορετικά σε άλλα κράτη μέλη της Ένωσης.

23. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, εν συνεχεία, αν η απαγόρευση τροποποιήσεως των στοιχείων που περιλαμβάνονται σε ληξιαρχική πράξη γεννήσεως παραβιάζει τις αρχές της ισότητας των πολιτών της Ένωσης και της ελεύθερης κυκλοφορίας που διατυπώνονται στα άρθρα 8 και 21 ΣΛΕΕ, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 του Χάρτη, καθόσον οι ενδιαφερόμενοι δεν είναι σε θέση να αποδείξουν την ταυτότητά τους με τα έγγραφα ταυτότητας που διαθέτουν.

24. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, τέλος, ότι εναπόκειται στο Δικαστήριο να εκτιμήσει αν μια δεσμευτική ερμηνεία του Συντάγματος, στην οποία προέβη το Konsitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο), και κατά την οποία ο όρος «φύλο» νοείται μόνον υπό τη βιολογική του έννοια, είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης και μπορεί να αποτελεί νομικό κώλυμα για τη συνεκτίμηση της ταυτότητας φύλου στα ληξιαρχικά έγγραφα.

25. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Αντίκειται στις αρχές της ισότητας των πολιτών της Ένωσης και της ελεύθερης κυκλοφορίας, οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 9 [ΣΕΕ] και στα άρθρα 8 και 21 [ΣΛΕΕ] και επιβεβαιώνονται στο άρθρο 7 του [Χάρτη] και στο άρθρο 8 της [ΕΣΔΑ], εθνική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία αποκλείει κάθε δυνατότητα τροποποιήσεως των στοιχείων σχετικά με το φύλο, το όνομα και τον προσωπικό αριθμό πολίτη που έχουν καταχωρισθεί στις ληξιαρχικές πράξεις αιτούντος που δηλώνει ότι είναι [διεμφυλικό] άτομο;

2) Αντίκεται στις αρχές της ισότητας των πολιτών της Ένωσης και της ελεύθερης κυκλοφορίας, οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 9 [ΣΕΕ] και στα άρθρα 8 και 21 [ΣΛΕΕ], καθώς και στην προβλεπόμενη στο άρθρο 10 ΣΛΕΕ απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, και οι οποίες επιβεβαιώνονται στο άρθρο 7 του [Χάρτη] και στο άρθρο 8 της [ΕΣΔΑ], καθώς και στο δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής, εθνική νομολογία (εν προκειμένω, η [ερμηνευτική απόφαση]), σύμφωνα με την οποία το ουσιαστικό δίκαιο που ισχύει στο έδαφος κράτους μέλους της [Ένωσης] δεν προβλέπει καμία δυνατότητα τροποποιήσεως του φύλου, του ονόματος και του προσωπικού αριθμού πολίτη στις ληξιαρχικές πράξεις αιτούντος που δηλώνει ότι είναι [διεμφυλικό] άτομο, με αποτέλεσμα ο αιτών να περιέρχεται κατ’ αυτόν τον τρόπο σε κατάσταση διαφορετική από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν σε άλλο κράτος μέλος, η νομολογία του οποίου υποστηρίζει το αντίθετο;

Είναι αποδεκτή εθνική νομολογία η οποία, λόγω θρησκευτικών αξιών και ηθικών αντιλήψεων, επιτρέπει αλλαγή της ταυτότητας φύλου μόνο σε περίπτωση που αυτή είναι αναγκαία για ιατρικούς λόγους και μόνο σε συγκεκριμένα πρόσωπα, ήτοι στα ίντερσεξ άτομα;

Είναι αποδεκτή εθνική νομολογία η οποία, λόγω θρησκευτικών αξιών και ηθικών αντιλήψεων, επιτρέπει αλλαγή φύλου μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και για ιατρικούς λόγους, μόνο σε συγκεκριμένα πρόσωπα (ίντερσεξ άτομα) και όχι σε άλλες περιπτώσεις αλλαγής της ταυτότητας φύλου για άλλους, διαφορετικούς ιατρικούς λόγους;

3) Ισχύει η υποχρέωση των κρατών μελών της [Ένωσης], η οποία έχει αποτυπωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου [...] (με τις αποφάσεις [της 5ης Ιουνίου 2018, Coman κ.λπ. (C-673/16, EU:C:2018:385)], και [της 14ης Δεκεμβρίου 2021, Stolichna obshtina, rayon “Pancharevo”, C-490/20, EU:C:2021:1008]) σε σχέση με την εφαρμογή της οδηγίας [2004/38] και του άρθρου 21 παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, να αναγνωρίζουν την προσωπική κατάσταση προσώπου η οποία έχει διαπιστωθεί σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους αυτού, ακόμη και σε σχέση με το φύλο ως ουσιώδες στοιχείο της καταχωρίσεως στο ληξιαρχείο, και απαιτεί η διαπιστωθείσα σε άλλο κράτος μέλος αλλαγή φύλου προσώπου το οποίο έχει και τη βουλγαρική ιθαγένεια την καταχώριση [της αλλαγής] στο οικείο μητρώο της [Βουλγαρίας];

4) Είναι, υπό το πρίσμα του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη που απορρέει από τον Χάρτη και την ΕΣΔΑ, αποδεκτή δεσμευτική ερμηνεία του Συντάγματος, όπως αυτή διατυπώνεται σε απόφαση του Konstitutsionen sad (Συνταγματικού Δικαστηρίου, [...]), με την οποία κρίθηκε ότι ο όρος “φύλο” πρέπει να εκλαμβάνεται μόνο με τη βιολογική του έννοια[;] [Σ]υνάδει η εν λόγω ερμηνεία με τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης και μπορεί να αποτελέσει νομικό κώλυμα για την καταχώριση της αλλαγής φύλου [στο ληξιαρχείο];»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του παραδεκτού

26. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος άσκησε, ως πολίτης της Ένωσης, το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος καταγωγής του μπορεί να επικαλεσθεί τα δικαιώματα που σχετίζονται με την ιδιότητα αυτή, ιδίως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ενδεχομένως και έναντι του κράτους μέλους καταγωγής του (αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 2007, Morgan και Bucher, C-11/06 και C-12/06, EU:C:2007:626, σκέψη 22· της 5ης Ιουνίου 2018, Coman κ.λπ., C-673/16, EU:C:2018:385, σκέψη 31, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, Mirin, C-4/23, EU:C:2024:845, σκέψη 41).

27. Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η K. M. H. άσκησε το δικαίωμά της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος καταγωγής της, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αφ’ ης στιγμής διαμένει στην Ιταλία, όπου έχει αναπτύξει σταθερό οικογενειακό δεσμό.

28. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απάντηση στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία αφορούν, μεταξύ άλλων, την ερμηνεία του άρθρου 21 ΣΛΕΕ, είναι αναγκαία προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Επομένως, τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να κριθούν παραδεκτά. Το ίδιο ισχύει και για το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, καθόσον αφορά τις συνέπειες της τυχόν ασυμβατότητας του εθνικού δικαίου, όπως αυτό ερμηνεύεται από το Συνταγματικό Δικαστήριο, με την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία του άρθρου 21 ΣΛΕΕ.

29. Αντιθέτως, αφ’ ης στιγμής το τρίτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο στηρίζεται στην παραδοχή ότι η αλλαγή φύλου του ενδιαφερομένου διαπιστώθηκε σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος καταγωγής του, το ερώτημα αυτό δεν φαίνεται να έχει σχέση με την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης που παρέθεσε το αιτούν δικαστήριο.

30. Κατά πάγια νομολογία δε, ο λόγος για τον οποίο ζητείται η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν έγκειται στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων, αλλά στην αδήριτη ανάγκη αποτελεσματικής επίλυσης ένδικης διαφοράς που αφορά το δίκαιο της Ένωσης (βλ. αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1981, Foglia, 244/80, EU:C:1981:302, σκέψη 18· της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson, C-617/10, EU:C:2013:105, σκέψη 42, και της 1ης Δεκεμβρίου 2022, DELID, C-409/21, EU:C:2022:946, σκέψη 37). Κατά συνέπεια, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο.

Επί του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

31. Εισαγωγικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου την οποία θεσπίζει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, στο Δικαστήριο απόκειται να δώσει στον εθνικό δικαστή χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο ενδέχεται να χρειαστεί να λάβει υπόψη κανόνες του δικαίου της Ένωσης στους οποίους δεν αναφέρθηκε με το ερώτημά του το εθνικό δικαστήριο (βλ. αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1986, Tissier, 35/85, EU:C:1986:143, σκέψη 9, και της 22ας Φεβρουαρίου 2024, Direcţia pentru Evidenţa Persoanelor şi Administrarea Bazelor de Date, C-491/21, EU:C:2024:143, σκέψη 23). Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι, από τυπικής απόψεως, το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε, με τα ερωτήματά του, σε ορισμένες συγκεκριμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που μπορεί να είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της υποθέσεως της κύριας δίκης, συνάγοντας από το σύνολο των στοιχείων που του παρέσχε το δικαστήριο αυτό, και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (βλ. αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 1978, Redmond, 83/78, EU:C:1978:214, σκέψη 26, και της 1ης Αυγούστου 2025, Alace και Canpelli, C-758/24 και C-759/24, EU:C:2025:591, σκέψη 45).

32. Υπό το πρίσμα αυτό, επισημαίνεται ότι, με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 9 ΣΕΕ, των άρθρων 8, 10 και 21 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 7 του Χάρτη.

33. Όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν αμφισβητείται ότι η K. M. H., ως πολίτης της Ένωσης, άσκησε το δικαίωμά της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος καταγωγής της, σύμφωνα με το άρθρο 21 ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, μπορεί να επικαλεσθεί τα δικαιώματα που απονέμει το εν λόγω άρθρο, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους, όπως ορίζει το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Τους εν λόγω περιορισμούς και προϋποθέσεις προβλέπει η οδηγία 2004/38, η οποία αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στο να καθορίσει τους όρους που διέπουν την άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων καθώς και τους περιορισμούς τους (απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2024, Direcţia pentru Evidenţa Persoanelor şi Administrarea Bazelor de Date, C-491/21, EU:C:2024:143, σκέψη 27).

34. Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής επιβάλλει στα κράτη μέλη, ενεργώντας σύμφωνα με το δίκαιό τους, να εκδίδουν ή να ανανεώνουν στους υπηκόους τους δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο που αναγράφει την ιθαγένειά τους προκειμένου να καταστεί δυνατόν σε αυτούς να ασκήσουν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής εντός του εδάφους των κρατών μελών (πρβλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2024, Direcţia pentru Evidenţa Persoanelor şi Administrarea Bazelor de Date, C-491/21, EU:C:2024:143, σκέψη 35).

35. Η τροποποίηση δε των στοιχείων σχετικά με το φύλο την οποία ζητεί η K. M. H. στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης συνεπάγεται για την ίδια, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 1, του νόμου περί των βουλγαρικών εγγράφων ταυτότητας, ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 13, παράγραφος 1, αυτού, την υποχρέωση να ζητήσει νέα βουλγαρικά έγγραφα ταυτότητας.

36. Υπό τις συνθήκες αυτές, χωρίς να απαιτείται να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της ερμηνείας του άρθρου 9 ΣΕΕ καθώς και των άρθρων 8 και 10 ΣΛΕΕ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 21 ΣΛΕΕ και το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 7 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομοθεσία κράτους μέλους η οποία δεν επιτρέπει την τροποποίηση των στοιχείων σχετικά με το φύλο, όπως το βιολογικό φύλο, το επώνυμο, το πατρώνυμο, το κύριο όνομα και ο προσωπικός αριθμός πολίτη, που έχουν καταχωριστεί στο εθνικό ληξιαρχικό μητρώο υπηκόου του εν λόγω κράτους μέλους ο οποίος άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος.

Επί της ουσίας

37. Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, η προσωπική κατάσταση, στην οποία περιλαμβάνονται οι κανόνες σχετικά με την αλλαγή επωνύμου, πατρώνυμου, κύριου ονόματος ή ταυτότητας φύλου ενός προσώπου, αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Το δίκαιο της Ένωσης δεν θίγει την αρμοδιότητα αυτή. Εντούτοις, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, κάθε κράτος μέλος οφείλει να συμμορφώνεται προς το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως προς τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με το δικαίωμα που αναγνωρίζεται σε κάθε πολίτη της Ένωσης να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών [πρβλ. αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2018, MB (Αλλαγή φύλου και σύνταξη γήρατος), C-451/16, EU:C:2018:492, σκέψη 29· της 14ης Δεκεμβρίου 2021, Stolichna obshtina, rayon «Pancharevo», C-490/20, EU:C:2021:1008, σκέψη 52, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, Mirin, C-4/23, EU:C:2024:845, σκέψη 53].

38. Η δε άρνηση κράτους μέλους να αναγνωρίσει την αλλαγή ταυτότητας φύλου πραγματοποιήθηκε κατ’ εφαρμογήν των προβλεπόμενων προς τούτο διαδικασιών στο κράτος μέλος στο οποίο ο οικείος πολίτης της Ένωσης άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ, δύναται να παρακωλύσει την άσκηση του δικαιώματος αυτού, ανεξαρτήτως του αν η αλλαγή αυτή συνδέεται με αλλαγή επωνύμου ή κύριου ονόματος. Πράγματι, όπως και το επώνυμο ή το όνομα, το φύλο ορίζει την ταυτότητα και την προσωπική κατάσταση ενός προσώπου. Ως εκ τούτου, η άρνηση τροποποίησης και αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου που νομίμως απέκτησε υπήκοος κράτους μέλους σε άλλο κράτος μέλος δύναται να του προκαλέσει σοβαρά προβλήματα διοικητικής, επαγγελματικής και ιδιωτικής φύσεως (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Mirin, C-4/23, EU:C:2024:845, σκέψη 55).

39. Στην περίπτωση πολίτη της Ένωσης ο οποίος άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος και ο οποίος, κατά τη διαμονή του στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος, άλλαξε το όνομά του και την ταυτότητα φύλου του, υφίσταται συγκεκριμένος κίνδυνος, λόγω του ότι φέρει δύο διαφορετικά ονόματα και του αποδίδονται δύο διαφορετικές ταυτότητες φύλου, να υποχρεωθεί να άρει αμφιβολίες που δημιουργούνται ως προς την ταυτότητά του, τη γνησιότητα των εγγράφων ταυτότητας που υποβάλλει ή την πιστότητα του περιεχομένου τους, πράγμα που συνιστά περίσταση δυνάμενη να παρακωλύσει την άσκηση του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 21 ΣΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul, C-353/06, EU:C:2008:559, σκέψη 28· της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C-208/09, EU:C:2010:806, σκέψεις 69 και 70, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, Mirin, C-4/23, EU:C:2024:845, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

40. Σε αντίθεση με την περίπτωση για την οποία έγινε λόγος στην προηγούμενη σκέψη, η K. M. H. δεν διαθέτει έγγραφα του κράτους μέλους υποδοχής στο έδαφος του οποίου κατοικεί, ήτοι της Ιταλικής Δημοκρατίας, τα οποία να περιέχουν στοιχεία σχετικά με την ταυτότητά φύλου της διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται στο ληξιαρχικό μητρώο του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοος, ήτοι της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας.

41. Εντούτοις, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 60 των προτάσεών του, δεν αμφισβητείται ότι η K.M.H. καλείται να αίρει την αμφιβολία που προκαλεί η ασυμφωνία μεταξύ, αφενός, της μνείας του φύλου της στο ένα και μοναδικό δελτίο ταυτότητας που διαθέτει και, αφετέρου, της ταυτότητας φύλου που βιώνει.

42. Πράγματι, από τις γραπτές παρατηρήσεις της προκύπτει ότι το γεγονός ότι στο δελτίο ταυτότητάς της ή ακόμη και στα ταξιδιωτικά έγγραφα που της έχουν χορηγηθεί γίνεται μνεία σε ανδρική ταυτότητα της προξενεί σημαντικές δυσχέρειες κάθε φορά που πρέπει να γίνει ταυτοποίηση από το προσωπικό αεροπορικής εταιρίας, ξενοδοχειακής μονάδας, αλλά και από τα όργανα της τάξης, ιδίως σε περίπτωση διέλευσης συνόρων.

43. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει, συναφώς, επανειλημμένως ότι σε πολλές συναλλαγές της καθημερινής ζωής, τόσο σε δημόσιο όσο και σε ιδιωτικό επίπεδο, απαιτείται η απόδειξη της ταυτότητας, συνήθως μέσω διαβατηρίου ή δελτίου ταυτότητας (πρβλ. αποφάσεις της 22ης Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C-208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 61· της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C-391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 73, και της 2ας Ιουνίου 2016, Bogendorff von Wolffersdorff, C-438/14, EU:C:2016:401, σκέψη 43).

44. Λόγω της ασυμφωνίας μεταξύ της εμφάνισης ενός προσώπου και των στοιχείων σχετικά με το φύλο που αναγράφονται στο δελτίο ταυτότητας ή στο διαβατήριό του είναι, επομένως, δυνατό να υποχρεωθεί το εν λόγω πρόσωπο να άρει τις αμφιβολίες που δημιουργούνται όσον αφορά την ταυτότητά του καθώς και τη γνησιότητα του δελτίου ταυτότητας που προσκομίζει ή την πιστότητα του περιεχομένου του, γεγονός που ενδέχεται να παρακωλύει την άσκηση του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 21 ΣΛΕΕ.

45. Πάντως, κατά πάγια νομολογία, περιορισμός στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων όπως ο επίμαχος στην υπόθεση της κύριας δίκης μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο βάσει αντικειμενικών λόγων γενικού συμφέροντος και εφόσον είναι ανάλογος προς τον θεμιτώς επιδιωκόμενο από το εθνικό δίκαιο σκοπό (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C-208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 81· της 5ης Ιουνίου 2018, Coman κ.λπ., C-673/16, EU:C:2018:385, σκέψη 41, και της 25ης Νοεμβρίου 2025, Wojewoda Mazowiecki, C-713/23, EU:C:2025:917, σκέψη 55).

46. Εν προκειμένω, η Βουλγαρική Κυβέρνηση απλώς υποστήριξε ότι η νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Το δε αιτούν δικαστήριο παρέπεμψε σε εθνική νομολογία η οποία αναφέρεται στην αναγνώριση του φύλου αποκλειστικά και μόνο στη βιολογική του διάσταση, καθώς και στους ηθικούς ή θρησκευτικούς κανόνες και αρχές ως ρυθμιστικούς παράγοντες της συμπεριφοράς.

47. Συναφώς, η κατάρτιση εγγράφων ταυτότητας όπως το δελτίο ταυτότητας ή το διαβατήριο εμπίπτει μεν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των αρχών του κράτους μέλους του οποίου υπήκοος είναι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, πλην όμως τα κράτη μέλη πρέπει να εκδίδουν τα έγγραφα αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38, προκειμένου το πρόσωπο αυτό να είναι σε θέση να ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών (πρβλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2024, Direcţia pentru Evidenţa Persoanelor şi Administrarea Bazelor de Date, C-491/21, EU:C:2024:143, σκέψη 35).

48. Επιπλέον, όταν μέτρο κράτους μέλους το οποίο περιορίζει θεμελιώδη ελευθερία την οποία εγγυάται η Συνθήκη ΛΕΕ δικαιολογείται από επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος αναγνωριζόμενο από το δίκαιο της Ένωσης, ένα τέτοιο μέτρο συνιστά εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, οπότε πρέπει να είναι σύμφωνο με τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει ο Χάρτης και, ιδίως, με το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη (βλ. απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2025, Wojewoda Mazowiecki, C-713/23, EU:C:2025:917, σκέψεις 55 και 63 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

49. Όπως, όμως, προκύπτει από τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17), σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 έχουν την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με εκείνα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, εξυπακουομένου ότι η τελευταία αυτή διάταξη συνιστά ελάχιστο όριο προστασίας (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2021, Stolichna obshtina, rayon «Pancharevo», C-490/20, EU:C:2021:1008, σκέψη 60· της 4ης Οκτωβρίου 2024, Mirin, C-4/23, EU:C:2024:845, σκέψη 63, και της 25ης Νοεμβρίου 2025, Wojewoda Mazowiecki, C-713/23, EU:C:2025:917, σκέψη 64).

50. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ προστατεύει την ταυτότητα φύλου ενός προσώπου ως συστατικό στοιχείο και ως μία από τις πιο προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής του. Το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ περιλαμβάνει συγκεκριμένα το δικαίωμα κάθε ατόμου να προσδιορίζει τις λεπτομέρειες της ταυτότητάς του ως ανθρωπίνου όντος, όπερ εμπεριέχει το δικαίωμα των διεμφυλικών ατόμων στην προσωπική ολοκλήρωση και στη σωματική και ηθική ακεραιότητα, καθώς και στον σεβασμό και στην αναγνώριση της ταυτότητας φύλου τους. Προς τούτο, το ως άνω άρθρο 8 επιβάλλει στα κράτη, μεταξύ άλλων, θετικές υποχρεώσεις, πράγμα που συνεπάγεται τη θέσπιση αποτελεσματικών και προσβάσιμων διαδικασιών οι οποίες διασφαλίζουν τον πραγματικό σεβασμό του δικαιώματός τους στον προσδιορισμό της ταυτότητας φύλου τους, η δε αναγνώριση της ταυτότητας φύλου ενός προσώπου δεν μπορεί να εξαρτάται από την υποβολή του εν λόγω ατόμου σε χειρουργική επέμβαση στην οποία δεν επιθυμεί να υποβληθεί. Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης σημασίας του δικαιώματος αυτού, τα κράτη διαθέτουν περιορισμένο μόνον περιθώριο εκτιμήσεως στον τομέα αυτόν (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 2024, Mirin, C-4/23, EU:C:2024:845, σκέψεις 64 και 65 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και της 13ης Μαρτίου 2025, Deldits, C-247/23, EU:C:2025:172, σκέψεις 47 και 48 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου).

51. Συνακόλουθα, από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκύπτει ότι, δυνάμει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, τα κράτη υποχρεούνται να θεσπίζουν σαφή και προβλέψιμη διαδικασία για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, η οποία να καθιστά δυνατό να καταχωρίζεται με ταχύ, διαφανή και προσιτό τρόπο στα επίσημα έγγραφα η τροποποίηση των στοιχείων που αφορούν το φύλο, και επομένως του επωνύμου, του πατρώνυμου, του κύριου ονόματος ή του προσωπικού αριθμού πολίτη (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Mirin, C-4/23, EU:C:2024:845, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου).

52. Εν προκειμένω, όπως διαπίστωσε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 91 και 92 των προτάσεών του, από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου –ειδικότερα δε από την απόφαση του ΕΔΔΑ της 9ης Ιουλίου 2020, Y.T. κατά Βουλγαρίας (CE:ECHR:2020:0709JUD004170116), της οποίας το περιεχόμενο επί του σημείου αυτού δεν μεταβλήθηκε κατόπιν της αναθεώρησής της με την απόφαση του ΕΔΔΑ της 4ης Ιουλίου 2024, Y.T. κατά Βουλγαρίας (CE:ECHR:2024:0704JUD004170116 §§ 42 και 43), και από την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2022, P.H. κατά Βουλγαρίας (CE:ECHR:2022:0927JUD004650920)– προκύπτει ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης βουλγαρική νομοθεσία πρέπει να θεωρηθεί ασύμβατη προς το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

53. Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται επίσης ότι εθνική ρύθμιση η οποία εμποδίζει ένα διεμφυλικό άτομο, λόγω της μη αναγνωρίσεως της ταυτότητας φύλου του, να εκπληρώσει μια αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να απολαύει ενός δικαιώματος προστατευομένου από το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να θεωρείται, κατ’ αρχήν, ασύμβατη με το δίκαιο της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, K. B., C-117/01, EU:C:2004:7, σκέψεις 30 έως 34· της 27ης Απριλίου 2006, Richards, C-423/04, EU:C:2006:256, σκέψη 31, και της 4ης Οκτωβρίου 2024, Mirin, C-4/23, EU:C:2024:845, σκέψη 60).

54. Πράγματι, η επίδειξη ανοχής έναντι δυσμενούς διακρίσεως λόγω της διαφοράς μεταξύ του βιολογικού φύλου και της ταυτότητας φύλου θα προσέκρουε στον σεβασμό της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας, τον οποίο μπορεί να αξιώνει ένα διεμφυλικό άτομο και τον οποίο πρέπει να διασφαλίζει το Δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, P./S., C-13/94, EU:C:1996:170, σκέψη 22).

55. Επομένως, νομοθεσία κράτους μέλους η οποία δεν επιτρέπει την τροποποίηση των στοιχείων σχετικά με το φύλο υπηκόου του εν λόγω κράτους μέλους που άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους είναι επίσης αντίθετη προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που εγγυάται το άρθρο 7 του Χάρτη στα διεμφυλικά άτομα. Δεν μπορεί να θεωρηθεί δε ότι παρέχει στα πρόσωπα αυτά τη δυνατότητα να ασκήσουν λυσιτελώς τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζει το άρθρο 21 ΣΛΕΕ.

56. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 21 ΣΛΕΕ και το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 7 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομοθεσία κράτους μέλους η οποία δεν επιτρέπει την τροποποίηση των στοιχείων σχετικά με το φύλο, όπως το βιολογικό φύλο, το επώνυμο, το πατρώνυμο, το κύριο όνομα και ο προσωπικός αριθμός πολίτη, που έχουν καταχωριστεί στο εθνικό ληξιαρχικό μητρώο υπηκόου του εν λόγω κράτους μέλους ο οποίος άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος.

Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος

57. Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει να δεσμεύεται δικαστήριο κράτους μέλους από την ερμηνεία εθνικής ρύθμισης στην οποία προέβη το εθνικό συνταγματικό δικαστήριο και η οποία ενδέχεται να αποτελεί νομικό κώλυμα για την καταχώριση τροποποίησης των στοιχείων σχετικά με το φύλο στο ληξιαρχικό μητρώο του εν λόγω κράτους μέλους, κατά τρόπο προδήλως αντίθετο προς την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης.

58. Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι ο εθνικός δικαστής που έχει ασκήσει την ευχέρεια την οποία του παρέχει το άρθρο 267, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ οφείλει, κατά περίπτωση, να μην εφαρμόζει τις εκτιμήσεις ανώτερου εθνικού δικαστηρίου, αν κρίνει, λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας που έδωσε το Δικαστήριο, ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστο τον εθνικό κανόνα που τον υποχρεώνει να συμμορφώνεται προς τις αποφάσεις του ανώτερου εθνικού δικαστηρίου [βλ. αποφάσεις της 16ης Ιανουαρίου 1974, Rheinmühlen-Düsseldorf, 166/73, EU:C:1974:3, σκέψεις 4 και 5· της 5ης Οκτωβρίου 2010, Elchinov, C-173/09, EU:C:2010:581, σκέψεις 30 και 31· της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C-430/21, EU:C:2022:99, σκέψη 75, και της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, Energotehnica, C-792/22, EU:C:2024:788, σκέψη 61].

59. Η ως άνω υποχρέωση έχει εφαρμογή όταν τακτικό δικαστήριο δεσμεύεται από απόφαση εθνικού συνταγματικού δικαστηρίου την οποία θεωρεί αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης [πρβλ. αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 2013, Križan κ.λπ., C-416/10, EU:C:2013:8, σκέψεις 70 και 71· της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C-430/21, EU:C:2022:99, σκέψη 76, και της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, Energotehnica, C-792/22, EU:C:2024:788, σκέψη 62].

60. Πράγματι, η εν λόγω υποχρέωση επιβάλλεται εφόσον από πάγια νομολογία προκύπτει ότι δεν δύναται να γίνει δεκτό κανόνες εθνικού δικαίου, έστω και συνταγματικής τάξεως, να θίξουν την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1970, Internationale Handelsgesellschaft, 11/70, EU:C:1970:114, σκέψη 3· της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, Winner Wetten, C-409/06, EU:C:2010:503, σκέψη 61, και της 15ης Ιανουαρίου 2013, Križan κ.λπ., C-416/10, EU:C:2013:8, σκέψη 70).

61. Εξάλλου, όπως υπογράμμισε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 95 των προτάσεών του, οι επίμαχες στην κύρια δίκη διατάξεις του βουλγαρικού δικαίου φαίνεται να επιδέχονται ερμηνεία σύμφωνη με τη λύση την οποία προέκρινε το Δικαστήριο στη σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως. Πράγματι, από τις μνημονευθείσες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 9ης Ιουλίου 2020, Y.T. κατά Βουλγαρίας (CE:ECHR:2020:0709JUD004170116 §§ 24 έως 30), και της 27ης Σεπτεμβρίου 2022, P.H. κατά Βουλγαρίας (CE:ECHR:2022:0927JUD004650920 § 6), προκύπτει ότι, πριν από την έκδοση της ερμηνευτικής αποφάσεως, σύμφωνα με νομολογιακό ρεύμα, το βουλγαρικό δίκαιο ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι επέτρεπε την αναγνώριση του επαναπροσδιορισμού φύλου.

62. Υπό το πρίσμα αυτό, υπενθυμίζεται επίσης ότι η απαίτηση σύμφωνης ερμηνείας περιλαμβάνει και την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να τροποποιούν, αν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία τους σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου η οποία δεν συμβιβάζεται με το δίκαιο της Ένωσης, ακόμη και αν αυτή προέρχεται από ανώτερο δικαστήριο. Επομένως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν θα ήταν ορθή κατά νόμον η κρίση του αιτούντος δικαστηρίου ότι αδυνατεί να ερμηνεύσει τις επίμαχες εθνικές διατάξεις κατά τρόπο σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης για τον λόγο και μόνον ότι οι εν λόγω διατάξεις ερμηνεύονται πλέον παγίως από το συνταγματικό δικαστήριο του οικείου κράτους μέλους κατά τρόπο που δεν συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 19ης Απριλίου 2016, DI, C-441/14, EU:C:2016:278, σκέψεις 33 και 34).

63. Τέλος, διευκρινίζεται ακόμη ότι τόσο το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ όσο και το άρθρο 7 του Χάρτη είναι αυτοτελή και δεν χρειάζεται να εξειδικεύονται με διατάξεις του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου προκειμένου να απονείμουν στους ιδιώτες δικαιώματα δυνάμενα να προβληθούν αυτά καθεαυτά. Επομένως, εάν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν είναι δυνατόν να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης, οφείλει να διασφαλίσει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, την έννομη προστασία που παρέχουν στους πολίτες τα ως άνω άρθρα και να εγγυηθεί την πλήρη αποτελεσματικότητά τους, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστες τις σχετικές εθνικές διατάξεις (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2025, Wojewoda Mazowiecki, C-713/23, EU:C:2025:917, σκέψη 76).

64. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει να δεσμεύεται δικαστήριο κράτους μέλους από την ερμηνεία εθνικής ρύθμισης στην οποία προέβη το εθνικό συνταγματικό δικαστήριο και η οποία ενδέχεται να αποτελεί νομικό κώλυμα για την καταχώριση τροποποίησης των στοιχείων σχετικά με το φύλο στο ληξιαρχικό μητρώο του εν λόγω κράτους μέλους, κατά τρόπο προδήλως αντίθετο προς την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης.

Επί των δικαστικών εξόδων

65. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

1) Το άρθρο 21 ΣΛΕΕ και το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχουν την έννοια ότι:

αντιτίθενται σε νομοθεσία κράτους μέλους η οποία δεν επιτρέπει την τροποποίηση των στοιχείων σχετικά με το φύλο, όπως το βιολογικό φύλο, το επώνυμο, το πατρώνυμο, το κύριο όνομα και ο προσωπικός αριθμός πολίτη, που έχουν καταχωριστεί στο εθνικό ληξιαρχικό μητρώο υπηκόου του εν λόγω κράτους μέλους ο οποίος άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος.

2) Το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει να δεσμεύεται δικαστήριο κράτους μέλους από την ερμηνεία εθνικής ρύθμισης στην οποία προέβη το εθνικό συνταγματικό δικαστήριο και η οποία ενδέχεται να αποτελεί νομικό κώλυμα για την καταχώριση τροποποίησης των στοιχείων σχετικά με το φύλο στο ληξιαρχικό μητρώο του εν λόγω κράτους μέλους, κατά τρόπο προδήλως αντίθετο προς την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης.