ΔΕΕ της 12.2.2026, C-56/25, Αίτηση προδικαστικής απόφασης, Ποινική Διαδικασία κατά του MA - Πλήρες κείμενο
Το αιτούν δικαστήριο (Πλημμελειοδικείο Σόφιας, Βουλγαρία) υπέβαλε στο ΔΕΕ αίτηση προδικαστικής απόφασης, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας κατά του MA, λόγω κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό τη διανομή τους, με αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, καθώς και του άρθρου 94 στοιχείο βʹ του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση υπόθεση, η εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου εστιάζει στη διαπίστωση ότι οι εθνικές διατάξεις αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας των ποινών, ως προς τον καθορισμό της χρηματικής αξίας των ναρκωτικών, η οποία αναγνωρίζεται τόσο από το βουλγαρικό Σύνταγμα όσο και από το δίκαιο της Ένωσης, δεδομένου ότι το στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δηλαδή η κατοχή ναρκωτικών ή ανάλογων ουσιών σε «μεγάλες ποσότητες», καθορίζεται σε σχέση με χρηματική αξία που είναι αυθαίρετη και εσφαλμένη και όχι σε σχέση με την ποσότητα της δραστικής ουσίας που κατέχεται ή τις ατομικές δόσεις που μπορούν να εξαχθούν από αυτήν. Επισημαίνεται ότι η οδός της προδικαστικής παραπομπής είναι η ενδεδειγμένη για ένα εθνικό δικαστήριο όταν διατηρεί αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του εθνικού δικαίου του, με διάταξη του δικαίου της Ένωσης. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, ο κανόνας του εθνικού δικαίου που ενδέχεται να παρεμποδίσει έναν εθνικό δικαστή να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο θίγει ευθέως τα προνόμια τα οποία αναγνωρίζονται στα εθνικά δικαστήρια βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ και, κατά συνέπεια, την αποτελεσματικότητα του συγκεκριμένου συστήματος συνεργασίας. Αναφορικά με την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, η οποία καθιερώνει την προτεραιότητα του δικαίου της Ένωσης έναντι του δικαίου των κρατών μελών, υπενθυμίζεται ότι η αρχή αυτή επιβάλλει σε όλες τις αρχές των κρατών μελών την υποχρέωση να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διαφόρων κανόνων της Ένωσης. Η λειτουργία του συστήματος συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων και η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης επιτάσσουν να έχει ο εθνικός δικαστής τη δυνατότητα να υποβάλει στο Δικαστήριο, σε όποιο στάδιο της διαδικασίας κρίνει ενδεδειγμένο και μάλιστα ακόμη και μετά το πέρας παρεμπίπτουσας διαδικασίας ελέγχου συνταγματικότητας, οποιοδήποτε αναγκαίο κατά την κρίση του προδικαστικό ερώτημα. Η παραπομπή ενός ζητήματος στο συνταγματικό δικαστήριο του οικείου κράτους μέλους δεν περιορίζει τη δυνατότητα υποβολής στο Δικαστήριο αίτησης προδικαστικής απόφασης. Τονίζεται ότι η απόφαση του Δικαστηρίου που εκδίδεται στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας δεσμεύει τον εθνικό δικαστή ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, για την επίλυση της διαφοράς της οποίας αυτός έχει επιληφθεί. Η απορρέουσα από το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων, των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, να υποβάλλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα, εντάσσεται στο πλαίσιο της συνεργασίας και αποσκοπεί στην αποτροπή του ενδεχομένου διαμόρφωσης στα κράτη μέλη εθνικής νομολογίας μη συμβατής με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης. Καταληκτικά, το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 94, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε δικονομικό κανόνα κράτους μέλους σχετικό με τις προϋποθέσεις παραπομπής ζητήματος στο συνταγματικό δικαστήριο του συγκεκριμένου κράτους, όπως αυτός έχει ερμηνευθεί από το εν λόγω συνταγματικό δικαστήριο, κατά τον οποίο η αίτηση ελέγχου της συνταγματικότητας εθνικής ρύθμισης εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, την οποία υποβάλλει ο εθνικός δικαστής στο συνταγματικό δικαστήριο, πρέπει, επί ποινή απόρριψής της ως απαράδεκτης, να περιέχει αιτιολογημένη εκτίμηση του δικαίου που έχει εφαρμογή στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί ο δικαστής αυτός, συμπεριλαμβανομένης εκτίμησης των συνεπειών της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, όπερ μπορεί να οδηγήσει τον εν λόγω δικαστή να υποβάλει προηγουμένως στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής απόφασης.
Νομικές διατάξεις: Άρθρα 267 ΣΛΕΕ, 4 ΣυμβΕΕ 2004/757/ΔΕΥ, 94 στοιχ. βʹ ΚανΔΕΕ
Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 12ης Φεβρουαρίου 2026
Στην υπόθεση C-56/25 [Petlichev],
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείο Σόφιας, Βουλγαρία) με απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Ιανουαρίου 2025, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας κατά του
MA,
παρισταμένης της:
Sofiyska gradska prokuratura,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο τμήματος, O. Spineanu-Matei, S. Rodin, N. Piçarra και N. Fenger (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον F. Erlbacher και την E. Rousseva,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, καθώς και του άρθρου 94, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κινηθείσας κατά του MA λόγω κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό τη διανομή τους.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου
3. Το άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Περιεχόμενο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως», ορίζει τα εξής:
«Πλην του κειμένου των υποβαλλομένων στο Δικαστήριο προδικαστικών ερωτημάτων, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως περιλαμβάνει:
[...]
β) το περιεχόμενο των δυνητικά εφαρμοστέων εν προκειμένω εθνικών διατάξεων και, ενδεχομένως, τη σχετική εθνική νομολογία·
[...]».
Η απόφαση-πλαίσιο 2004/757/ΔΕΥ
4. Το άρθρο 4 της απόφασης-πλαισίου 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2004, για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών (ΕΕ 2004, L 335, σ. 8), το οποίο φέρει τον τίτλο «Κυρώσεις», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα μέτρα που είναι αναγκαία ώστε τα εγκλήματα που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3 να επισύρουν αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις.
Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα μέτρα που είναι αναγκαία ώστε τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 2 να επισύρουν μέγιστη στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας μεταξύ ενός και τριών ετών τουλάχιστον.»
Το βουλγαρικό δίκαιο
5. Κατά το άρθρο 150, παράγραφος 2, του Konstitutsia na Republika Bulgaria (Συντάγματος της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης (στο εξής: βουλγαρικό Σύνταγμα):
«Κάθε δικαστήριο μπορεί, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου ή με δική του πρωτοβουλία, να παραπέμψει ζήτημα [στο Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο, Βουλγαρία)] προκειμένου αυτό να διαπιστώσει αν νόμος εφαρμοστέος σε συγκεκριμένη περίπτωση είναι αντίθετος προς το Σύνταγμα. Η διαδικασία επί της υποθέσεως συνεχίζεται και το δικαστήριο, αποφαινόμενο οριστικώς, εκδίδει την απόφασή του μετά την περάτωση της διαδικασίας ενώπιον του [Konstitutsionen sad (Συνταγματικού Δικαστηρίου)].»
6. Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 3, του Pravilnik za organizatsiata na deynostta na Konstitutsionnia sad (Κανονισμού Διαδικασίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης (στο εξής: Κανονισμός Διαδικασίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου):
«Αίτηση του [Varhoven kasatsionen sad (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Βουλγαρία)] ή του [Varhoven administrativen sad (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Βουλγαρία)], η οποία υποβάλλεται στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας ενώπιόν τους, πρέπει να περιέχει αιτιολογημένη εκτίμηση του εφαρμοστέου δικαίου, συμπεριλαμβανομένης εκτίμησης των συνεπειών της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όταν η αμφισβητούμενη διάταξη ή πράξη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του.»
7. Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το άρθρο 18, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου εφαρμόζεται και στην περίπτωση παραπομπής ζητήματος από τακτικό δικαστήριο στο Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο).
8. Κατά το άρθρο 354a του Nakazatelen kodeks (ποινικού κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης:
«(1) Όποιος, χωρίς κατάλληλη άδεια, παράγει, κατεργάζεται, αποκτά ή κατέχει με σκοπό τη διανομή τους ναρκωτικές ουσίες ή ουσίες ανάλογες αυτών, ή διανέμει ναρκωτικές ή ανάλογες αυτών ουσίες, τιμωρείται, αν πρόκειται για ιδιαιτέρως επικίνδυνες ναρκωτικές ουσίες ή ανάλογες αυτών, με στερητική της ελευθερίας ποινή δύο έως οκτώ ετών και με χρηματική ποινή ύψους από 5 000 [βουλγαρικά λέβα (BGN) (περίπου 2 556,45 ευρώ) έως 20 000 BGN (περίπου 10 225,83 ευρώ)] και, αν πρόκειται για επικίνδυνες ναρκωτικές ή ανάλογες αυτών ουσίες, με στερητική της ελευθερίας ποινή ενός έως έξι ετών και με χρηματική ποινή ύψους από 2 000 [BGN (περίπου 1 022,58 ευρώ) έως 10 000 BGN (περίπου 5 112,91 ευρώ)]. [...]
(2) Αν πρόκειται για μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ή ανάλογων ουσιών, η στερητική της ελευθερίας ποινή κυμαίνεται από τρία έως δώδεκα έτη και η χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες έως πενήντα χιλιάδες BGN. [...]»
9. Το άρθρο 26a του Zakon za kontrol varhu narkotichnite veshtestva i prekursorite (νόμου σχετικά με τον έλεγχο των ναρκωτικών και των πρόδρομων ουσιών) ορίζει τα εξής:
«Το Υπουργικό Συμβούλιο καθορίζει τις τιμές των ναρκωτικών ουσιών για τις ανάγκες της ποινικής διαδικασίας.»
10. Το Postanovlenie no 23 na Ministerski savet za opredeliane na tseni na narkotichnite veshtestva za nuzhdite na sadoproizvodstvoto (διάταγμα 23 του Υπουργικού Συμβουλίου, σχετικά με τον καθορισμό των τιμών των ναρκωτικών για τους σκοπούς της ένδικης διαδικασίας), της 29ης Ιανουαρίου 1998 (DV αριθ. 15, της 6ης Φεβρουαρίου 1998), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης, ρυθμίζει τον καθορισμό, για τους σκοπούς της ένδικης διαδικασίας, των τιμών των ναρκωτικών ουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 3 της naredba za reda za klasifitsirane na rasteniata i veshtestvata kato narkotichni (κανονιστικής απόφασης σχετικά με τη διαδικασία κατάταξης των φυτών και των ουσιών ως ναρκωτικών) (DV αριθ. 87, της 4ης Νοεμβρίου 2011), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης.
11. Το ως άνω άρθρο 3 κατατάσσει τη μεθαμφεταμίνη στην κατηγορία των φυτών και των ουσιών που παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, λόγω των επιβλαβών συνεπειών της κακής χρήσης της, και που απαγορεύονται στην ιατρική και την κτηνιατρική και, επίσης, κατατάσσει τη φαιντανύλη στην κατηγορία των ουσιών υψηλού κινδύνου που χρησιμοποιούνται στην ιατρική και την κτηνιατρική.
Η κύρια δίκη και το προδικαστικό ερώτημα
12. Με κατηγορητήριο που κατατέθηκε ενώπιον του Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείου Σόφιας, Βουλγαρία), δηλαδή του αιτούντος δικαστηρίου, ασκήθηκε κατά του MA δίωξη για κατοχή ναρκωτικών ουσιών με σκοπό τη διανομή τους.
13. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο αυτό, ο ΜΑ κατηγορείται ότι κατείχε 4 δόσεις μεθαμφεταμίνης καθώς και 22 δόσεις φαιντανύλης, συνολικής χρηματικής αξίας 90 276,60 BGN (περίπου 46 166 ευρώ).
14. Λαμβανομένης υπόψη της αξίας αυτής, η οποία υπολογίστηκε βάσει του άρθρου 26a του νόμου σχετικά με τον έλεγχο των ναρκωτικών και των πρόδρομων ουσιών, καθώς και του διατάγματος 23 του Υπουργικού Συμβουλίου που μνημονεύεται στη σκέψη 10 της παρούσας απόφασης (στο εξής: εθνικές διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό της χρηματικής αξίας των ναρκωτικών), το επίμαχο έγκλημα χαρακτηρίστηκε ως κατοχή ναρκωτικών ή ανάλογων ουσιών σε «μεγάλη ποσότητα», η οποία τιμωρείται, βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 354a του ποινικού κώδικα, με στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική ποινή βαρύτερες από τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού.
15. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι οι εθνικές διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό της χρηματικής αξίας των ναρκωτικών αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας των ποινών, η οποία αναγνωρίζεται τόσο από το βουλγαρικό Σύνταγμα όσο και από το δίκαιο της Ένωσης, δεδομένου ότι το στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δηλαδή η κατοχή ναρκωτικών ή ανάλογων ουσιών σε «μεγάλες ποσότητες», καθορίζεται σε σχέση με χρηματική αξία που είναι αυθαίρετη και εσφαλμένη και όχι σε σχέση με την ποσότητα της δραστικής ουσίας που κατέχεται ή τις ατομικές δόσεις που μπορούν να εξαχθούν από αυτήν.
16. Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν αφορά το ζήτημα της αναλογικότητας των ανωτέρω εθνικών διατάξεων, το οποίο αναφέρεται απλώς ως στοιχείο του γενικότερου πλαισίου, αλλά μόνον την υποχρέωση ή τη δυνατότητα του δικαστηρίου αυτού να παραπέμψει το ζήτημα στο Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο) προς έλεγχο συνταγματικότητας των εν λόγω εθνικών διατάξεων πριν υποβάλει, ενδεχομένως, στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
17. Κατά το αιτούν δικαστήριο, μολονότι αυτό έχει τη δυνατότητα να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως όσον αφορά, εν προκειμένω, την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου 2004/757, θα ήταν σκοπιμότερο να παραπέμψει κατ’ αρχάς το ζήτημα στο Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο), προκειμένου να εξακριβωθεί αν οι εθνικές διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό της χρηματικής αξίας των ναρκωτικών είναι σύμφωνες με το βουλγαρικό Σύνταγμα. Οι εις βάθος γνώσεις του Konstitutsionen sad (Συνταγματικού Δικαστηρίου) επί των ιδιαιτεροτήτων του εθνικού δικαίου, το γεγονός ότι αυτό το δικαιοδοτικό όργανο αποφαίνεται εντός συντομότερου χρονικού διαστήματος απ’ ό,τι το Δικαστήριο καθώς και η τήρηση της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης αποτελούν στοιχεία που δικαιολογούν την παραπομπή του ζητήματος κατά προτεραιότητα στο εν λόγω Συνταγματικό Δικαστήριο έναντι του Δικαστηρίου.
18. Όταν, όμως, μια αμφισβητούμενη εθνική διάταξη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, οι προϋποθέσεις παραπομπής του ζητήματος στο Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο), οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 18, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου, όπως έχει ερμηνευθεί από το εν λόγω δικαστήριο, εμποδίζουν το αιτούν δικαστήριο να παραπέμψει το ζήτημα κατά προτεραιότητα στο Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο).
19. Συγκεκριμένα, βάσει του δικονομικού κανόνα που απορρέει από τη διάταξη αυτή, όπως έχει ερμηνευθεί από το εν λόγω Συνταγματικό Δικαστήριο, αίτηση ελέγχου της συνταγματικότητας εθνικής διάταξης εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, η οποία υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 150, παράγραφος 2, του βουλγαρικού Συντάγματος, πρέπει, επί ποινή απόρριψής της ως απαράδεκτης, να περιέχει αιτιολογημένη εκτίμηση του εφαρμοστέου δικαίου, συμπεριλαμβανομένης εκτίμησης των συνεπειών της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι οφείλει, επομένως, να εφαρμόσει αρχικά το δίκαιο της Ένωσης στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της οποίας έχει επιληφθεί, εξετάζοντας την επιρροή που ασκεί το δίκαιο αυτό επί της εφαρμογής των αμφισβητούμενων εθνικών διατάξεων και, ιδίως, κρίνοντας αν οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να ερμηνευθούν κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης ή αν πρέπει να μείνουν ανεφάρμοστες.
20. Κατά το αιτούν δικαστήριο, όμως, το άρθρο 18, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου, όπως έχει ερμηνευθεί από το τελευταίο, αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης από διάφορες απόψεις.
21. Αφενός, πριν μπορέσει να παραπέμψει το ζήτημα στο Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο), το αιτούν δικαστήριο οφείλει, όταν κρίνει αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και, πιο άμεσα, από το άρθρο 94, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ειδικότερα δε προς την απαίτηση να προσδιορίσει σαφώς και καλή τη πίστει το δυνητικά εφαρμοστέο στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνικό δίκαιο.
22. Πλην όμως, εθνικές διατάξεις σχετικές με τον καθορισμό της χρηματικής αξίας των ναρκωτικών, τις οποίες το αιτούν δικαστήριο θεωρεί αντισυνταγματικές, χωρίς ωστόσο να έχει την αρμοδιότητα να τις κηρύξει αντισυνταγματικές, δεν είναι δυνατόν, κατά το εν λόγω δικαστήριο, να συνιστούν «δυνητικά εφαρμοστέες εν προκειμένω εθνικές διατάξεις», κατά την έννοια του άρθρου 94, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
23. Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η νομολογία του Konstitutsionen sad (Συνταγματικού Δικαστηρίου) καταδεικνύει την απροθυμία του τελευταίου να διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, καθώς και τη βούλησή του να ελέγχει τη συμβατότητα του δικαίου της Ένωσης με το βουλγαρικό Σύνταγμα.
24. Συγκεκριμένα, το Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο), επιβάλλοντας, βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του, σε κάθε εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει τις συνέπειες της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης επί των επίμαχων εθνικών διατάξεων προτού μπορέσει να υποβάλει στο εν λόγω Συνταγματικό Δικαστήριο αίτηση ελέγχου της συνταγματικότητας των εθνικών αυτών διατάξεων, αποσκοπεί στη διασφάλιση της υπεροχής του βουλγαρικού Συντάγματος έναντι του δικαίου της Ένωσης. Επομένως, κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 18, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου, όπως έχει ερμηνευθεί από το τελευταίο, έχει ως συνέπεια ότι εθνική διάταξη που έχει ήδη ερμηνευθεί κατά τρόπο σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης αμφισβητείται στη συνέχεια ως αντισυνταγματική.
25. Εάν, όμως, το Konstitutsionen sad (Συνταγματικό Δικαστήριο) επιλαμβανόταν του ζητήματος πριν από το Δικαστήριο και το εν λόγω Συνταγματικό Δικαστήριο διαπίστωνε ότι οι αμφισβητούμενες εθνικές διατάξεις είναι σύμφωνες με το βουλγαρικό Σύνταγμα, το αιτούν δικαστήριο θα ήταν ελεύθερο να υποβάλει, στη συνέχεια, στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με τη συμβατότητα των ίδιων αυτών εθνικών διατάξεων με το δίκαιο της Ένωσης, πράγμα που θα καθιστούσε δυνατή τη διασφάλιση της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έναντι του βουλγαρικού Συντάγματος.
26. Σε αυτό το πλαίσιο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και το άρθρο 94, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου επιβάλλουν την υποχρέωση ή παρέχουν τη δυνατότητα σε εθνικό δικαστήριο το οποίο έχει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα εθνικής ρύθμισης εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης τόσο με το εθνικό Σύνταγμα όσο και με το δίκαιο της Ένωσης να την παραπέμψει, αρχικά, προς έλεγχο συνταγματικότητας σε εθνικό επίπεδο, προτού ενδεχομένως υποβάλει, εν συνεχεία, στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
27. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sofiyski gradski sad (πλημμελειοδικείο Σόφιας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, το άρθρο 94, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης [...] την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο, σε περίπτωση που έχει αμφιβολίες σχετικά με τη συμβατότητα διατάξεως του εθνικού δικαίου με το δίκαιο της Ένωσης, αλλά έχει ταυτόχρονα σχηματίσει την πεποίθηση ότι η εν λόγω διάταξη είναι αντίθετη προς το [εθνικό Σύνταγμα], έχει την υποχρέωση ή την ευχέρεια, προτού υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, να διαπιστώσει αν η εν λόγω διάταξη του εθνικού δικαίου έχει πράγματι εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης, παραπέμποντας το ζήτημα ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου προκειμένου να διαπιστωθεί η αντισυνταγματικότητα της επίμαχης διατάξεως;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
28. Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, στο Δικαστήριο εναπόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον είναι αναγκαίο, να αναδιατυπώσει τα ερωτήματα που του υποβάλλονται (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bouskoura, C-387/24 PPU, EU:C:2024:868, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
29. Εν προκειμένω, το υποβληθέν ερώτημα στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι εθνικές διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό της χρηματικής αξίας των ναρκωτικών αντιβαίνουν τόσο στο βουλγαρικό Σύνταγμα όσο και στο δίκαιο της Ένωσης.
30. Όπως, όμως, επισημάνθηκε στη σκέψη 19 της παρούσας απόφασης, από το άρθρο 18, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το εν λόγω δικαστήριο, προκύπτει ότι όταν ο εθνικός δικαστής υποβάλλει στο τελευταίο αίτηση ελέγχου της συνταγματικότητας εθνικής ρύθμισης εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, η αίτηση αυτή πρέπει, επί ποινή απόρριψής της ως απαράδεκτης, να περιέχει αιτιολογημένη εκτίμηση του εφαρμοστέου δικαίου, συμπεριλαμβανομένης εκτίμησης των συνεπειών της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει τον εν λόγω δικαστή, όταν έχει αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, να υποβάλει προηγουμένως στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
31. Δεδομένου ότι, λόγω της ανωτέρω απαίτησης που απορρέει από το άρθρο 18, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από το τελευταίο, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι κωλύεται να παραπέμψει το ζήτημα κατά προτεραιότητα στο Συνταγματικό Δικαστήριο, προτού υποβάλει, ενδεχομένως, στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, με το υποβληθέν ερώτημα ζητείται, στην πραγματικότητα, να διευκρινιστεί αν η διάταξη αυτή, όπως έχει ερμηνευθεί από το εν λόγω Συνταγματικό Δικαστήριο, είναι σύμφωνη με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, με την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, καθώς και με το άρθρο 94, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
32. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και το άρθρο 94, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε δικονομικό κανόνα κράτους μέλους σχετικό με τις προϋποθέσεις παραπομπής ζητήματος στο συνταγματικό δικαστήριο του συγκεκριμένου κράτους, όπως αυτός έχει ερμηνευθεί από το εν λόγω συνταγματικό δικαστήριο, κατά τον οποίο η αίτηση ελέγχου της συνταγματικότητας εθνικής ρύθμισης εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, την οποία υποβάλλει ο εθνικός δικαστής στο συνταγματικό δικαστήριο, πρέπει, επί ποινή απόρριψής της ως απαράδεκτης, να περιέχει αιτιολογημένη εκτίμηση του δικαίου που έχει εφαρμογή στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί ο δικαστής αυτός, συμπεριλαμβανομένης εκτίμησης των συνεπειών της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, όπερ μπορεί να οδηγήσει τον εν λόγω δικαστή να υποβάλει προηγουμένως στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
33. Όσον αφορά, κατά πρώτον, το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, υπενθυμίζεται ότι ακρογωνιαίο λίθο του θεσπιζόμενου από τις Συνθήκες δικαιοδοτικού συστήματος αποτελεί η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής η οποία προβλέπεται στη διάταξη αυτή και η οποία, καθιερώνοντας τον διάλογο σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών, αποσκοπεί στη διασφάλιση της ενότητας της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, καθιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο δυνατή τη διασφάλιση της συνοχής του, της πλήρους αποτελεσματικότητάς του και της αυτονομίας του, καθώς και, εν τέλει, του ιδιάζοντος χαρακτήρα του δικαίου που θεσπίζουν οι Συνθήκες. Επομένως, αυτήν την οδό πρέπει να ακολουθήσει ένα εθνικό δικαστήριο όταν έχει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του εθνικού δικαίου του με διάταξη του δικαίου της Ένωσης οι οποίες καθιστούν αναγκαία την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης [πρβλ. γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014, EU:C:2014:2454, σκέψη 176 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Έλεγχος ultra vires της νομολογίας του Δικαστηρίου – Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης), C-448/23, EU:C:2025:975, σκέψεις 111 και 112 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
34. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα εθνικά δικαστήρια έχουν ευρύτατη ευχέρεια, αν όχι την υποχρέωση, να απευθύνονται στο Δικαστήριο, εφόσον κρίνουν ότι υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν τους εγείρει ζητήματα ερμηνείας ή εκτίμησης του κύρους διατάξεων του δικαίου της Ένωσης επί των οποίων πρέπει να αποφανθούν [απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C-430/21, EU:C:2022:99, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
35. Όπως προκύπτει από πάγια, επίσης, νομολογία, ένας κανόνας του εθνικού δικαίου δεν μπορεί να εμποδίζει εθνικό δικαστήριο να κάνει χρήση της ευχέρειας αυτής ή να συμμορφώνεται προς την εν λόγω υποχρέωση, οι οποίες είναι, πράγματι, συμφυείς με το σύστημα συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, και με τα καθήκοντα του επιφορτισμένου με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης δικαστή, τα οποία αναθέτει η εν λόγω διάταξη στα εθνικά δικαστήρια [απόφαση της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών), C-204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 157 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
36. Στο πλαίσιο αυτό, εθνικός κανόνας ο οποίος ενδέχεται, μεταξύ άλλων, να έχει ως συνέπεια ότι ένας εθνικός δικαστής θα προτιμήσει να μην υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο θίγει τα προνόμια τα οποία αναγνωρίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο στα εθνικά δικαστήρια βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ και, κατά συνέπεια, την αποτελεσματικότητα του εν λόγω συστήματος συνεργασίας [απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών), C-791/19, EU:C:2021:596, σκέψη 226 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
37. Εξάλλου, έχει κριθεί ότι εθνικό δικαστήριο στο οποίο έχει υποβληθεί διαφορά σχετική με το δίκαιο της Ένωσης και το οποίο εκτιμά ότι μια διάταξη του εθνικού δικαίου είναι όχι μόνο αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης, αλλά και αντισυνταγματική, δεν στερείται της κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ ευχέρειας ούτε απαλλάσσεται, αν πρόκειται για δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας, από την κατά το ίδιο άρθρο υποχρέωσή του να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ζητήματα ερμηνείας ή κύρους του δικαίου της Ένωσης για τον λόγο ότι η αναγνώριση της αντισυνταγματικότητας μιας διάταξης του εσωτερικού δικαίου προϋποθέτει υποχρεωτικά την προσφυγή ενώπιον του συνταγματικού δικαστηρίου (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2010, Melki και Abdeli, C-188/10 και C-189/10, EU:C:2010:363, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
38. Πράγματι, η αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης και, πιο συγκεκριμένα, η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 267 ΣΛΕΕ θα θιγόταν εάν, εξαιτίας της ύπαρξης υποχρεωτικής προσφυγής ενώπιον συνταγματικού δικαστηρίου, ο εθνικός δικαστής που έχει επιληφθεί διαφοράς διεπόμενης από το δίκαιο της Ένωσης αδυνατούσε να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης προκειμένου να είναι σε θέση να κρίνει αν εθνικός κανόνας είναι συμβατός με το δίκαιο αυτό ή όχι (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2015, Kernkraftwerke Lippe-Ems, C-5/14, EU:C:2015:354, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Global Starnet, C-322/16, EU:C:2017:985, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
39. Όσον αφορά, κατά δεύτερον, την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, η οποία καθιερώνει την προτεραιότητα του δικαίου της Ένωσης έναντι του δικαίου των κρατών μελών, υπενθυμίζεται ότι η αρχή αυτή επιβάλλει σε όλες τις αρχές των κρατών μελών την υποχρέωση να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διαφόρων κανόνων της Ένωσης, το δε δίκαιο των κρατών μελών δεν μπορεί να θίγει την αποτελεσματικότητα που αναγνωρίζεται στους κανόνες αυτούς στο έδαφος των εν λόγω κρατών (πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2025, DADA Music και UPFR, C-37/24, EU:C:2025:551, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
40. Επομένως, η λειτουργία του συστήματος συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, το οποίο καθιερώνεται με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, και η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης επιτάσσουν να έχει ο εθνικός δικαστής τη δυνατότητα να υποβάλει στο Δικαστήριο, σε όποιο στάδιο της διαδικασίας κρίνει ενδεδειγμένο και μάλιστα ακόμη και μετά το πέρας παρεμπίπτουσας διαδικασίας ελέγχου συνταγματικότητας, οποιοδήποτε αναγκαίο κατά την κρίση του προδικαστικό ερώτημα (αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2010, Melki και Abdeli, C-188/10 και C-189/10, EU:C:2010:363, σκέψεις 52 και 57, καθώς και της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, A, C-112/13, EU:C:2014:2195, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
41. Επιπλέον, από την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης συνάγεται επίσης ότι τα εθνικά δικαστήρια είναι αρμόδια να εκτιμούν τη συμβατότητα του εθνικού δικαίου, εν προκειμένω των εθνικών διατάξεων σχετικά με τον καθορισμό της χρηματικής αξίας των ναρκωτικών, με το δίκαιο της Ένωσης, χωρίς να χρειάζεται να υποβάλουν σχετική αίτηση στο συνταγματικό δικαστήριο του κράτους μέλους τους (πρβλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski, C-573/17, EU:C:2019:530, σκέψεις 53 και 54 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42. Συνεπώς, το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία τα εθνικά δικαστήρια που έχουν αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα εθνικής διάταξης εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης τόσο με το εθνικό Σύνταγμα όσο και με το δίκαιο της Ένωσης οφείλουν να παραπέμψουν το ζήτημα στο συνταγματικό δικαστήριο του κράτους μέλους τους πριν κάνουν χρήση της ευχέρειάς τους ή συμμορφωθούν προς την υποχρέωσή τους να υποβάλουν στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
43. Αντιθέτως, ούτε το άρθρο 267 ΣΛΕΕ ούτε η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους κατά την οποία το παραδεκτό της παραπομπής ζητήματος στο συνταγματικό δικαστήριο του εν λόγω κράτους μέλους από εθνικό δικαστήριο εξαρτάται από την υποβολή, εκ μέρους του τελευταίου, αιτιολογημένης εκτίμησης των συνεπειών της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης επί των εθνικών διατάξεων οι οποίες, κατά τη γνώμη του, ενδέχεται να είναι αντισυνταγματικές, πράγμα που μπορεί να προϋποθέτει την προηγούμενη παραπομπή του ζητήματος από το εν λόγω εθνικό δικαστήριο στο Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
44. Πράγματι, οι ανωτέρω προϋποθέσεις παραπομπής ενός ζητήματος στο συνταγματικό δικαστήριο του οικείου κράτους μέλους ουδόλως περιορίζουν τη δυνατότητα των λοιπών εθνικών δικαστηρίων να υποβάλουν στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ούτε καθυστερούν την υποβολή τέτοιας αίτησης.
45. Απεναντίας, οι εν λόγω προϋποθέσεις παραπομπής είναι, αυτές καθεαυτές, ικανές να παρακινήσουν τα εθνικά δικαστήρια, όταν προτίθενται να υποβάλουν μια εθνική διάταξη σε έλεγχο συνταγματικότητας, να εφαρμόσουν κατ’ αρχάς το δίκαιο της Ένωσης, χωρίς να τα εμποδίζουν να κάνουν χρήση της ευχέρειάς τους ή να συμμορφωθούν προς την υποχρέωσή τους να υποβάλουν στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Επομένως, οι ίδιες αυτές προϋποθέσεις τείνουν να ευνοούν την άσκηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ καθώς και την τήρηση της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης στην εθνική έννομη τάξη.
46. Βεβαίως, οι ανωτέρω προϋποθέσεις παραπομπής ενός ζητήματος από εθνικό δικαστήριο σε συνταγματικό δικαστήριο κράτους μέλους παρέχουν στο τελευταίο αυτό δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί επί της συνταγματικότητας εθνικής διάταξης, κατά περίπτωση, αφού το Δικαστήριο θα έχει απαντήσει σε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβληθείσα από το ίδιο εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς. Ωστόσο, μια τέτοια περίσταση δεν αντιβαίνει, αυτή καθεαυτήν, στην αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω εθνικό δικαστήριο δεν εμποδίζεται να συναγάγει όλες τις συνέπειες οι οποίες απορρέουν από την αρχή αυτή στο πλαίσιο της υποβληθείσας ενώπιόν του διαφοράς και οι οποίες υπομνήσθηκαν στη σκέψη 39 της παρούσας απόφασης, τούτο δε ακόμη και μετά την έκδοση της απόφασης του συνταγματικού δικαστηρίου.
47. Επ’ αυτού, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι η απόφαση του Δικαστηρίου που εκδίδεται στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας δεσμεύει τον εθνικό δικαστή ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης για την επίλυση της διαφοράς της οποίας αυτός έχει επιληφθεί. Επομένως, ο εν λόγω δικαστής οφείλει, εν ανάγκη, να μην εφαρμόζει τις εκτιμήσεις ανώτερου εθνικού δικαστηρίου, αν κρίνει, λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας που έδωσε το Δικαστήριο, ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης, αφήνοντας ενδεχομένως ανεφάρμοστο τον εθνικό κανόνα που τον υποχρεώνει να συμμορφώνεται προς τις αποφάσεις του ανώτερου δικαστηρίου [απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C-430/21, EU:C:2022:99, σκέψεις 74 και 75 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
48. Αφετέρου, τονίζεται ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα όλων των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, η αρχή της υπεροχής επιβάλλει, κατ’ αρχάς, στα εθνικά δικαστήρια να ερμηνεύουν, στο μέτρο του δυνατού, το εθνικό τους δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης. Η απαίτηση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να τροποποιούν, εάν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία τους όταν αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εθνικού δικαίου η οποία δεν συμβιβάζεται με τους σκοπούς του δικαίου της Ένωσης. H εν λόγω υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας υπόκειται ωστόσο σε ορισμένα όρια και δεν είναι ιδίως δυνατόν να αποτελέσει έρεισμα για contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου (αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski, C-573/17, EU:C:2019:530, σκέψη 57, της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C-144/23, EU:C:2024:881, σκέψη 52, και της 20ής Νοεμβρίου 2025, Framholm, C-195/25, EU:C:2025:904, σκέψεις 67 και 68).
49. Επιπλέον, σε περίπτωση που είναι αδύνατη η σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας, η αρχή της υπεροχής επιβάλλει στον εθνικό δικαστή, στον οποίο έχει ανατεθεί να εφαρμόζει, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης, την υποχρέωση να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των απαιτήσεων αυτών στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί, αποφασίζοντας αυτεπαγγέλτως να αφήσει εν ανάγκη ανεφάρμοστη κάθε εθνική ρύθμιση ή πρακτική, έστω και μεταγενέστερη, η οποία αντιβαίνει σε διάταξη του δικαίου της Ένωσης που έχει άμεσο αποτέλεσμα, χωρίς να οφείλει να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνιση της εν λόγω εθνικής ρύθμισης ή πρακτικής είτε διά της νομοθετικής οδού είτε μέσω οποιασδήποτε άλλης συνταγματικής διαδικασίας (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1978, Simmenthal, 106/77, EU:C:1978:49, σκέψη 24, της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski, C-573/17, EU:C:2019:530, σκέψη 58, και της 1ης Αυγούστου 2025, Alace και Canpelli, C-758/24 και C-759/24, EU:C:2025:591, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
50. Κατά τρίτον, επισημαίνεται ότι οι απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 94, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ή, ακόμη, από τα σημεία 3, 12 και 15 των συστάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικά με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (ΕΕ C, C/2024/6008), τις οποίες επικαλείται το αιτούν δικαστήριο, δεν ασκούν επιρροή στις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 42 έως 49 της παρούσας απόφασης.
51. Συναφώς, το άρθρο 94, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προβλέπει ότι, πλην του κειμένου των υποβαλλόμενων στο Δικαστήριο προδικαστικών ερωτημάτων, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να περιλαμβάνει το περιεχόμενο των δυνητικά εφαρμοστέων εν προκειμένω εθνικών διατάξεων και, ενδεχομένως, τη σχετική εθνική νομολογία. Η απαίτηση αυτή αντικατοπτρίζεται επίσης στα σημεία 15 και 16 των συστάσεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης.
52. Εν προκειμένω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μια εθνική διάταξη δεν είναι «δυνητικά εφαρμοστέα», κατά την έννοια του άρθρου 94, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, απλώς και μόνον επειδή το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς τη συνταγματικότητα της εν λόγω εθνικής διάταξης.
53. Πράγματι, πρώτον, δεδομένου ότι, όπως φαίνεται να συμβαίνει στο βουλγαρικό δίκαιο, μια τέτοια εθνική διάταξη παραμένει σε ισχύ έως ότου το συνταγματικό δικαστήριο διαπιστώσει την αντισυνταγματικότητά της, το γεγονός και μόνον ότι ένα εθνικό δικαστήριο αμφιβάλλει για τη συνταγματικότητα της εν λόγω εθνικής διάταξης δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παράλειψη του δικαστηρίου αυτού να συμπεριλάβει τη συγκεκριμένη διάταξη κατά την παράθεση του δικαίου που εφαρμόζεται στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Αντιθέτως, το εν λόγω δικαστήριο παραμένει απολύτως ελεύθερο να εκφράσει, στην απόφασή του περί προδικαστικής παραπομπής, τις αμφιβολίες του ως προς τη συνταγματικότητα της ανωτέρω διάταξης.
54. Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, ακόμη και αν μπορεί να συνιστά πλεονέκτημα, ανάλογα με την περίπτωση, το να έχουν αποδειχθεί τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και να έχουν επιλυθεί τα ζητήματα αμιγώς εθνικού δικαίου κατά τον χρόνο της προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο, τα εθνικά δικαστήρια είναι ελεύθερα να προβαίνουν σε τέτοια παραπομπή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας κρίνουν ενδεδειγμένο (πρβλ. αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1993, Enderby, C-127/92
, EU:C:1993:859, σκέψεις 11 και 12, της 4ης Ιουνίου 2015, Kernkraftwerke Lippe-Ems, C-5/14, EU:C:2015:354, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Milivojević, C-630/17
, EU:C:2019:123, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
55. Τρίτον, λαμβανομένων υπόψη των ανησυχιών του αιτούντος δικαστηρίου όσον αφορά τη νομολογία του Konstitutsionen sad (Συνταγματικού Δικαστηρίου), όπως αυτές συνοψίστηκαν στις σκέψεις 23 και 24 της παρούσας απόφασης, υπενθυμίζεται ότι τα συνταγματικά δικαστήρια των κρατών μελών οφείλουν, όπως και τα τακτικά δικαστήρια, να τηρούν την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης [απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C-430/21, EU:C:2022:99, σκέψεις 47 έως 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Ειδικότερα, κατά πάγια νομολογία, τα αποτελέσματα της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης δεσμεύουν όλα τα όργανα ενός κράτους μέλους, οι δε εσωτερικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων συνταγματικής ισχύος, δεν μπορούν να αποτελέσουν εμπόδιο προς τούτο [πρβλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Έλεγχος ultra vires της νομολογίας του Δικαστηρίου – Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης), C-448/23, EU:C:2025:975, σκέψη 171 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
56. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η απορρέουσα από το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου να υποβάλλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα εντάσσεται στο πλαίσιο της συνεργασίας, η οποία έχει θεσπιστεί προς διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής και ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών μελών, μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων, υπό την ιδιότητά τους ως δικαστηρίων που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, και του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση αυτή αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή του ενδεχομένου διαμόρφωσης στα κράτη μέλη εθνικής νομολογίας μη συμβατής με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης. Επιπλέον, η εν λόγω υποχρέωση αποτελεί απόρροια της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί του κύρους των πράξεων της Ένωσης και να προβαίνει σε οριστική και δεσμευτική ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης [πρβλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Έλεγχος ultra vires της νομολογίας του Δικαστηρίου –Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης), C-448/23, EU:C:2025:975, σκέψεις 205 και 206].
57. Επομένως, εάν ένα συνταγματικό δικαστήριο επιληφθεί αίτησης ελέγχου της συνταγματικότητας εθνικής διάταξης εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, το δικαστήριο αυτό υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όταν ανακύπτει ενώπιόν του ζήτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξης του παράγωγου δικαίου, εκτός αν διαπιστώσει ότι το ανακύψαν ζήτημα δεν είναι κρίσιμο ή ότι η επίμαχη διάταξη του δικαίου της Ένωσης έχει ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο ή ότι η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία (πρβλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C-144/23, EU:C:2024:881, σκέψεις 34 και 36 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
58. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, εάν συνταγματικό δικαστήριο κράτους μέλους εκτιμά ότι διάταξη του παράγωγου δικαίου της Ένωσης, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, αντιβαίνει στην υποχρέωση σεβασμού της εθνικής ταυτότητας του εν λόγω κράτους μέλους, το συνταγματικό δικαστήριο οφείλει να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, προκειμένου να κριθεί το κύρος της διάταξης αυτής υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, δεδομένου ότι το Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει την ακυρότητα πράξης της Ένωσης. Επιπλέον, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να προβαίνει στην οριστική ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το συνταγματικό δικαστήριο κράτους μέλους δεν μπορεί νομίμως, βάσει της δικής του ερμηνείας διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, να κρίνει ότι το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς του και, ως εκ τούτου, να αρνηθεί να αντλήσει τις συνέπειες προδικαστικής απόφασης εκδοθείσας από το Δικαστήριο [πρβλ. αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C-430/21, EU:C:2022:99, σκέψεις 71 και 72, και της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Έλεγχος ultra vires της νομολογίας του Δικαστηρίου – Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης), C-448/23, EU:C:2025:975, σκέψεις 223 και 230 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
59. Τέλος, στην περίπτωση που, όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, ένα συνταγματικό δικαστήριο αρνείται, κατά παραβίαση της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, να αντλήσει τις συνέπειες προδικαστικής απόφασης εκδοθείσας από το Δικαστήριο, υπενθυμίζεται ότι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 47 της παρούσας απόφασης, κατά πάγια νομολογία, ο εθνικός δικαστής που έχει ασκήσει την ευχέρεια την οποία του παρέχει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ δεσμεύεται, όσον αφορά την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, από την ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων που δόθηκε από το Δικαστήριο. Επομένως, ο εν λόγω εθνικός δικαστής οφείλει, προκειμένου να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων του δικαίου της Ένωσης, να μην εφαρμόσει, στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί, τις εκτιμήσεις εθνικού συνταγματικού δικαστηρίου το οποίο αρνείται να αντλήσει τις συνέπειες προδικαστικής απόφασης εκδοθείσας από το Δικαστήριο [πρβλ. αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 2013, Križan κ.λπ., C-416/10, EU:C:2013:8, σκέψεις 69 και 70 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C-430/21, EU:C:2022:99, σκέψη 77].
60. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και το άρθρο 94, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε δικονομικό κανόνα κράτους μέλους σχετικό με τις προϋποθέσεις παραπομπής ζητήματος στο συνταγματικό δικαστήριο του συγκεκριμένου κράτους, όπως αυτός έχει ερμηνευθεί από το εν λόγω συνταγματικό δικαστήριο, κατά τον οποίο η αίτηση ελέγχου της συνταγματικότητας εθνικής ρύθμισης εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, την οποία υποβάλλει ο εθνικός δικαστής στο συνταγματικό δικαστήριο, πρέπει, επί ποινή απόρριψής της ως απαράδεκτης, να περιέχει αιτιολογημένη εκτίμηση του δικαίου που έχει εφαρμογή στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί ο δικαστής αυτός, συμπεριλαμβανομένης εκτίμησης των συνεπειών της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, όπερ μπορεί να οδηγήσει τον εν λόγω δικαστή να υποβάλει προηγουμένως στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
61. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 94, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου
έχουν την έννοια ότι:
δεν αντιτίθενται σε δικονομικό κανόνα κράτους μέλους σχετικό με τις προϋποθέσεις παραπομπής ζητήματος στο συνταγματικό δικαστήριο του συγκεκριμένου κράτους, όπως αυτός έχει ερμηνευθεί από το εν λόγω συνταγματικό δικαστήριο, κατά τον οποίο η αίτηση ελέγχου της συνταγματικότητας εθνικής ρύθμισης εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, την οποία υποβάλλει ο εθνικός δικαστής στο συνταγματικό δικαστήριο, πρέπει, επί ποινή απόρριψής της ως απαράδεκτης, να περιέχει αιτιολογημένη εκτίμηση του δικαίου που έχει εφαρμογή στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί ο δικαστής αυτός, συμπεριλαμβανομένης εκτίμησης των συνεπειών της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, όπερ μπορεί να οδηγήσει τον εν λόγω δικαστή να υποβάλει προηγουμένως στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
Η Sakkoulas-Online.gr χρησιμοποιεί cookies για την παροχή των υπηρεσιών της, την ανάλυση της επισκεψιμότητας, τη βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη, και την παροχή εξατομικευμένων διαφημίσεων. Με τη χρήση της Sakkoulas-Online.gr αποδέχεστε τη χρήση των cookies. Περισσότερα