23 Ιουλ 2026
Οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν για να δικαστούν για την πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, καθώς, έχοντας συνάψει (ως διαχειριστές) σύμβαση πρακτορείας με τις εγκαλούσες αεροπορικές εταιρείες, και ενώ εισέπραξαν το τίμημα από την πώληση εισιτηρίων για ορισμένο χρονικό διάστημα ενός μήνα, δεν το απέδωσαν σύμφωνα με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις.
Ωστόσο, οι δύο εκ των τριών κατηγορουμένων ζήτησαν την παύση της δίωξης λόγω δεδικασμένου και προσκόμισαν αμετάκλητη απόφαση της Γενικής Εισαγγελίας του Μονάχου (που είχε εκδοθεί κατόπιν έγκλησης της αεροπορικής εταιρείας και μετέπειτα προσφυγής κατά της αρχικής εισαγγελικής διάταξης) για την ίδια πράξη ως ιστορικό γεγονός, με την οποία η έγκληση είχε απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η γερμανική εισαγγελική αρχή έθεσε την υπόθεση στο αρχείο καθώς έκρινε ότι δεν προέκυψε εσκεμμένη δράση από τους κατηγορούμενους όσον αφορά την μη τήρηση της συμβατικής τους υποχρέωσης. Ειδικότερα επεσήμανε ότι, αφενός αυτοί είχαν ενημερώσει τις αεροπορικές εταιρείες για την επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση της εταιρείας που εκπροσωπούσαν, αφετέρου μέχρι τότε τηρούσαν τις υποχρεώσεις τους.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων πράγματι κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη ως προς τους εν λόγω κατηγορούμενους, λόγω δεδικασμένου. Ειδικότερα, έκρινε τα εξής:
Όπως είναι γνωστό, μετά την κύρωση της Συνθήκης της Λισαβόνας, με την οποία τροποποιήθηκε η Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 ΣυνθΕΕ, αναγνωρίστηκαν τα δικαιώματα που περιέχονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος έχει το ίδιο κύρος με τις Συνθήκες. Μάλιστα, έχουν καταστεί πλέον ανίσχυρες οι επιφυλάξεις των κρατών μελών ως προς την εφαρμογή του, που είχαν τυχόν διατυπώσει προγενέστερα.
Μεταξύ άλλων, το άρθρο 50 του Χάρτη ορίζει ότι κανείς δεν διώκεται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί εντός της ΕΕ με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου ( ne bis in idem).
Η αρχή αυτή τυγχάνει εφαρμογής και επί απόφασης δημόσιας αρχής που μετέχει στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης εντός της οικείας έννομης τάξεως, όπως η Εισαγγελία του συμβαλλόμενου κράτους, με την οποία παύει η ποινική δίωξη, έστω και αν δεν έχει την μορφή δικαστικής αποφάσεως. Βεβαίως, για να κριθεί αν μια διάταξη αποτελεί απόφαση με την οποία κάποιος δικάστηκε αμετάκλητα κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη, πρέπει να εξακριβωθεί αν αυτή εκδόθηκε κατόπιν εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης. Εξάλλου, τυχόν προβλεπόμενη δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας λόγω νεότερων ουσιωδών πραγματικών περιστατικών (κατ’ άρθρ. 4 παρ. 2 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ), δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της απόφασης, αφού μπορεί να κινηθεί μόνο από το συμβαλλόμενο κράτος μέλος που την εξέδωσε, προκειμένου το ίδιο να διαπιστώσει αν τα στοιχεία που προβάλλονται είναι πράγματι καινούργια.
Τέλος, ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο, που φέρεται ότι εκπροσωπούσε την εταιρεία σύμφωνα με τα στοιχεία δημοσιότητας του ΓΕΜΗ, το δικαστήριο δέχτηκε ότι αυτός είχε ήδη υποβάλει την παραίτησή του πριν τον χρόνο που φέρεται ότι τελέστηκε η πράξη, όπως αποδείχθηκε ιδίως από πλείονα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και, για τον λόγο αυτό, τον κήρυξε αθώο.