Πρόσφατη νομολογία


4 Μαρ 2026

ΤρΔΕφΛαρ ΑΟ7/2026: Αντισυνταγματική η παράλειψη της Διοίκησης να άρει επί μακρόν διατηρούμενη, άνευ αποζημίωσης, απαλλοτρίωση, σε συμμόρφωση προς δικαστική απόφαση

Με την υπό κρίση έφεση ζητήθηκε η εξαφάνιση της 167/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου, καθ’ ο μέρος έγινε δεκτή η από 12.6.2015 αγωγή των εφεσίβλητων και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εκκαλούντος να καταβάλει εκ των εφεσίβλητων πλην του … … και δη σε έκαστο εκ των … …, … …, … … και … … το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ και στον … … το ποσό των δεκάξι χιλιάδων (16.000) ευρώ (ατομικά και ως μοναδικό κληρονόμο του πέμπτου … …), νομιμοτόκως από την επίδοση σε αυτό της αγωγής, στις 2.7.2015, και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Με την αγωγή, οι εφεσίβλητοι επεδίωκαν, να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρον υποχρέωση του εκκαλούντος και του Δήμου Βόλου, να τους καταβάλουν αποζημίωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 - 106 του ΕισΝΑΚ και, ειδικότερα, λόγω της παράνομης επί μακρόν παράλειψης άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ακινήτου τους σε συμμόρφωση προς την ήδη αμετάκλητη 144/2009 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου. Με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων δεν προβλέπεται αυτοδίκαιη ανάκληση των ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων μετά την άπρακτη πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος από την κήρυξή τους. Και αυτές, όμως, οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον μετά την κήρυξή τους διατηρούνται, χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεσή τους συμφώνως προς τον νόμο, επί μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει τα κατά την κρίση του αρμόδιου δικαστηρίου εύλογα όρια, αποτελούν νομικό και οικονομικό βάρος της ιδιοκτησίας, το οποίο είναι αντίθετο προς την συνταγματική προστασία της. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές, ανακύπτει υποχρέωση της Διοίκησης να άρει την αναγκαστική απαλλοτρίωση, η υποχρέωση δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι για την άρση απαιτείται η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου. Περαιτέρω, η Διοίκηση, όταν διαπιστώνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, είτε κατά την εξέταση σχετικού αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη, που έχει υποβληθεί δια της διοικητικής οδού, είτε μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης που ακυρώνει την άρνηση της Διοίκησης να ικανοποιήσει σχετικό αίτημα, οφείλει, αφού τηρήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 154 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας διαδικασία, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα τόσο στους ιδιοκτήτες όσο και σε άλλους ενδιαφερόμενους να εκθέσουν τις απόψεις τους, να επιληφθεί προκειμένου να προβεί στην άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης και, ταυτοχρόνως, να ρυθμίσει εκ νέου το πολεοδομικό καθεστώς του συγκεκριμένου ακινήτου, καθόσον, με μόνη την άρση της απαλλοτρίωσης, το ακίνητο δεν καθίσταται αυτομάτως οικοδομήσιμο. Στην ρύθμιση αυτή προβαίνει η Διοίκηση, ενόψει της υποχρέωσής της που απορρέει από την συνταγματικώς κατοχυρωμένη προστασία της ιδιοκτησίας, η οποία δεν επιτρέπει την υπέρμετρη κατά χρόνο δέσμευση της ιδιοκτησίας χωρίς την συντέλεση της απαλλοτρίωσης, λαμβάνοντας, όμως, υπόψη τα κριτήρια που απορρέουν από το άρθρο 24 του Συντάγματος. Η Διοίκηση οφείλει να κρίνει εάν η ιδιοκτησία πρέπει, για κάποιο νόμιμο λόγο, (α) να παραμείνει εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού ή (β) να δεσμευθεί εκ νέου με την επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή ρυμοτομικού βάρους, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω νόμιμες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η δυνατότητα άμεσης αποζημίωσης των θιγόμενων ιδιοκτητών, ή (γ) να καταστεί οικοδομήσιμη, είτε με τους γενικούς όρους δόμησης είτε, ενδεχομένως, με ειδικούς όρους δόμησης, που πρέπει να καθορισθούν. Από τα ανωτέρω συνάγεται ειδικότερα ότι με μόνη τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης, με την οποία ακυρώνεται η άρνηση της Διοίκησης να προβεί στην άρση της απαλλοτρίωσης ή του ρυμοτομικού βάρους, λόγω παρόδου εύλογου χρόνου από την επιβολή της χωρίς αυτή να συντελεσθεί, το ακίνητο δεν καθίσταται οικοδομήσιμο, αλλά, μέχρι την ολοκλήρωση, κατά τα ανωτέρω, της τροποποίησης του σχεδίου πόλης ή της πολεοδομικής μελέτης, παραμένει πολεοδομικώς αρρύθμιστο. Συνεπώς, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας με την τροποποίηση του σχεδίου δεν επιτρέπεται να εκδοθεί οικοδομική άδεια. Εν προκειμένω, η παράλειψη της Διοίκησης να άρει την επί μακρόν διατηρούμενη, άνευ καταβολής αποζημίωσης, ρυμοτομική απαλλοτρίωση, σε συμμόρφωση προς την (ήδη αμετάκλητη) 144/2009 δικαστική απόφαση, παράλειψη που, έως την άσκηση της αγωγής τους, έχει διαρκέσει περίπου έξι έτη από τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης, συνιστά, κατά τους ισχυρισμούς των εφεσίβλητων , παρανομία κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, διότι παραβιάζει τόσο το δικαίωμα ιδιοκτησίας τους, κατά τα άρθρα 17 §§ 1, 2 και 4 του Συντάγματος (σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 § 1, 5 § 1 και 25 § 1 αυτού) και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όσο και το δικαίωμά τους σε δικαστική προστασία, συνιστάμενο ειδικότερα στη συμμόρφωση προς την 144/2009 δικαστική απόφαση, κατά τα άρθρα 95 § 5 του Συντάγματος και των διατάξεων του ν. 3068/2002, σε συνδυασμό με το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση.


Σύνδεσμος

ΤρΔΕφΛαρ ΑΟ7/2026 - Πλήρες κείμενο »