7 Ιαν 2026
Οι αιτούντες, υποψήφιοι εκπαιδευτικοί των κλάδων ΠΕ01 (Θεολόγων), ΠΕ03 (Μαθηματικών), ΠΕ02 (Φιλολόγων), ΠΕ04.01 (Φυσικών), ΠΕ60 (Νηπιαγωγών) και ΠΕ70 (Δασκάλων) που μετείχαν στη διαδικασία κατάταξης υποψήφιων εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Γενικής Εκπαίδευσης, επιδιώκουν την ακύρωση της σχετικής απόφασης της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Εκπαιδευτικού Προσωπικού Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, περί διορισμού 6.020 εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Γενικής Εκπαίδευσης κλάδων/ειδικοτήτων ΠΕ01, ΠΕ02, ΠΕ03, ΠΕ04.01, ΠΕ04.02, ΠΕ04.04, ΠΕ04.05, ΠΕ05, ΠΕ06, ΠΕ07, ΠΕ08, ΠΕ11, ΠΕ33, ΠΕ34, ΠΕ78, ΠΕ79.01, ΠΕ80, ΠΕ81, ΠΕ82, ΠΕ83, ΠΕ84, ΠΕ85, ΠΕ86, ΠΕ87.01, ΠΕ87.02, ΠΕ87.03, ΠΕ87.04, ΠΕ87.07, ΠΕ87.08, ΠΕ87.09, ΠΕ87.10, ΠΕ88.01, ΠΕ88.02, ΠΕ88.03, ΠΕ88.04, ΠΕ88.05, ΠΕ89.01, ΠΕ90, ΠΕ91.01, ΠΕ91.02. Συγκεκριμένα, οι αιτούντες, των οποίων η προϋπηρεσία στην ιδιωτική εκπαίδευση προσμετρήθηκε, δεν συμπεριλήφθηκαν στις επίδικες αποφάσεις, διότι δεν πληρούσαν κατά το χρόνο διορισμού την προϋπόθεση της προϋπηρεσίας αναπληρωτή ή ωρομίσθιου σε δημόσια σχολεία επί δύο τουλάχιστον πλήρη διδακτικά έτη στον κλάδο που εντάσσεται ο καθένας, όπως ορίζει η οικεία νομοθεσία. Με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η προϋπόθεση συμπλήρωσης δύο ετών υπηρεσίας αναπληρωτή ή ωρομίσθιου σε δημόσια σχολεία, που ισχύει για το διορισμό των εκπαιδευτικών των οποίων προσμετράται η προϋπηρεσία στην ιδιωτική εκπαίδευση λόγω απόλυσης, εισάγει πρόσθετο κριτήριο διορισμού αυτών, το οποίο αντίκειται στις αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της αναλογικότητας, διότι η ιδιωτική εκπαίδευση αναγνωρίζεται διαχρονικά ως θεσμικά ισότιμη και εκπαιδευτικά ισοβαρής προς τη δημόσια εκπαίδευση, διέπεται δε από κοινό εκπαιδευτικό πλαίσιο και χορηγεί ισότιμους τίτλους σπουδών. Οι αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τον διορισμό των δημοσίων υπαλλήλων, όπως αυτές κατοχυρώνονται συνταγματικά στο άρθρο 103 Συντ. (§ 7), συνιστούν ειδικότερη έκφανση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας. Περαιτέρω, οι τελευταίες αποτελούν συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες, δεσμεύοντας τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και ειδικότερα τόσο τον κοινό νομοθέτη, όσο και τη Διοίκηση, κατά τη θέσπιση κανονιστικών ρυθμίσεων. Επισημαίνεται ότι προβλέπεται, σε απόλυτα εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, κατά την πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Μάλιστα, ως προς τον περιορισμό που εισάγεται και αφορά την πρόσβαση στο επάγγελμα προσώπων που συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα, τονίζεται ότι πρέπει να είναι εμφανής και σαφώς διαγνώσιμη η αναγκαιότητα επιβολής του για την επίτευξη του επιδιωκομένου νόμιμου σκοπού. Η επίδικη ρύθμιση αποσκοπεί στην ενίσχυση του δημοσίου συστήματος εκπαίδευσης, με τη συνεισφορά σ’ αυτό και των ιδιωτικών εκπαιδευτικών που για την κατάταξή τους στους οικείους αξιολογικούς πίνακες έχουν μοριοδοτηθεί στο κριτήριο της εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας και την παροχή κινήτρου προς τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς που ενδιαφέρονται να διοριστούν, ώστε, προ του διορισμού τους να απασχοληθούν ως αναπληρωτές και, με τον τρόπο αυτόν, να συνεισφέρουν στην ομαλή λειτουργία των δημοσίων σχολείων, καλύπτοντας τα κενά που παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια του εκπαιδευτικού έτους στη δημόσια εκπαίδευση ή διασφαλίζοντας τη διδασκαλία μαθημάτων των οποίων οι προβλεπόμενες ώρες διδασκαλίας δεν δικαιολογούν το διορισμό μόνιμου εκπαιδευτικού. Συνεπώς, κρίνεται ότι η προϋπόθεση που εισάγεται με την εν λόγω ρύθμιση δεν παρίσταται προδήλως απρόσφορη ή μη αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού της συνεισφοράς στη δημόσια υπηρεσία της εκπαίδευσης, και -επιπλέον- συνιστά ρύθμιση συνταγματικά επιτρεπτή. Τέλος, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση.