24 Απρ 2026
Το Συμβούλιο Εφετών, έκανε δεκτή την αίτηση άρσης της κατάσχεσης επιβατικού αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης (ΤΑΞΙ), που χρησιμοποιήθηκε από τρίτο πρόσωπο για μεταφορά πέντε αλλοδαπών που στερούνταν των απαραίτητων νομιμοποιητικών εγγράφων και διέταξε την απόδοσή του στον ιδιοκτήτη του.
Ειδικότερα, επεσήμανε ότι, όπως γίνεται πλέον δεκτό, είναι δυνατή η άρση της κατάσχεσης κατά την προδικασία, εφόσον δεν είναι πιθανό αυτό να δυσχεράνει την αποκάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας, χωρίς να απαιτείται να προδικασθεί η τελική κρίση περί (δυνητικής ή υποχρεωτικής) δήμευσης, κατ’ άρθρ. 68 και 76 ΠΚ. Τούτη η ερμηνεία είναι σύμφωνη και με τη φύση της κατάσχεσης κατά την προδικασία, ως προσωρινού δικονομικού μέτρου, που εξυπηρετεί συγκεκριμένο αποδεικτικό ή ασφαλιστικό σκοπό. Άλλως, το κρίσιμο ζήτημα για την άρση της είναι η συγκεκριμένη λειτουργική ανάγκη της ποινικής διαδικασίας και όχι η αφηρημένη σύνδεση του πράγματος με ενδεχόμενη δήμευση. Η ερμηνεία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία όταν το πράγμα ανήκει σε τρίτο μη σχετιζόμενο με το έγκλημα πρόσωπο, η περιουσιακή σφαίρα του οποίου θα προσβαλλόταν δυσανάλογα από την κατάσχεση.
Εν προκειμένω, ο αιτών είχε υποβάλει προηγουμένως όμοια αίτηση, η οποία είχε απορριφθεί, διότι κατά τον χρόνο εκείνο ακόμη ήταν υπό διερεύνηση η δική του ποινική ευθύνη. Ωστόσο, προέκυψε ότι αυτός είχε νομίμως εκμισθώσει το όχημα σε εταιρεία διαχείρισης ταξί, η οποία στη συνέχεια το παραχώρησε στον φερόμενο ως δράστη, ενώ η δικογραφία που είχε αρχικά σχηματισθεί εις βάρος του, στη συνέχεια τέθηκε στο αρχείο κατ’ άρθρ. 43 ΚΠΔ. Συνεπώς, η υπό κρίση νεότερη αίτησή του για την άρση της κατάσχεσης στηρίζεται σε ουσιωδώς μεταβληθέν πραγματικό και δικονομικό υπόβαθρο.
Επιπλέον, ελήφθη υπόψη ότι, τυχόν συνέχιση της κατάσχεσης προκαλεί στον αιτούντα ουσιώδη περιουσιακή βλάβη, και όχι απλώς μια θεωρητική περιουσιακή προσδοκία, καθώς από το όχημα αυτό αντλούσε μέχρι πρότινος συγκεκριμένο εισόδημα στο πλαίσιο υφιστάμενης διαρκούς μισθωτικής σχέσης. Σημαντικό κρίθηκε και το γεγονός ότι ο αιτών κατά τον κρίσιμο χρόνο εργαζόταν στο εξωτερικό, στοιχείο που καθιστά απίθανη την φυσική εμπλοκή του στη χρήση του οχήματος.
Τέλος, το Συμβούλιο έκρινε ότι, η απόδοση του οχήματος δεν είναι πρόσφορη να δυσχεράνει την αποκάλυψη της αλήθειας, αφού το επίμαχο αντικείμενο έχει εντοπιστεί και περιγραφεί πλήρως στη δικογραφία, η δε αποδεικτική του συνάφεια με την ερευνώμενη πράξη έχει ήδη αποτυπωθεί στα σχετικά έγγραφα και, άρα, δεν απαιτείται η περαιτέρω φυσική διατήρησή του για τη διενέργεια πρόσθετων ανακριτικών ενεργειών.