30 Ιουν 2026
Το Συμβούλιο εφετών κλήθηκε να κρίνει την έφεση των κατηγορουμένων κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος ενώπιον του ΜΟΔ Αθηνών για την πράξη της συνέργειας (όχι απλής) σε κατάχρηση ανηλίκου που συμπλήρωσε το 14ο έτος της ηλικίας του σε ασέλγεια.
Ειδικότερα, φέρονται ότι παρείχαν συνδρομή σε άγνωστη δράστη, η οποία αφού επικοινωνούσε με τον ανήλικο για βραχύ χρονικό διάστημα, κατόπιν συμφώνησε μαζί του να συναντηθούν και να συνευρεθούν ερωτικά, όπως και συνέβη. Οι δε κατηγορούμενοι, στους οποίους η οικογένεια είχε εμπιστευτεί την καθημερινή μετακίνησή του στις εκάστοτε δραστηριότητες και την προσωρινή επίβλεψή του, αφενός μετέφεραν τον ανήλικο στο σημείο της συνάντησης, αφετέρου εξασφάλισαν και παραχώρησαν τον χώρο για την διενέργεια των γενετήσιων πράξεων (και συγκεκριμένα την οικία ενός εξ αυτών).
Οι κατηγορούμενοι άσκησαν έφεση κατά του βουλεύματος λόγω απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας (άρθρ. 6 ΕΣΔΑ και 171 ΚΠοινΔ), υποστηρίζοντας ότι απορρίφθηκε αναιτιολόγητα ως μη νόμιμο το αίτημά τους περί αυτοπρόσωπης εμφάνισής τους ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Το Συμβούλιο σχετικά έκρινε ότι, μετά την κατάργηση του άρθρου 309 ΚΠοινΔ, κατά τη ρητή διατύπωση του άρθρου 310 παρ. 2 ΚΠοινΔ, δεν υφίσταται δικονομικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να αιτηθεί και προκαλέσει την αυτοπρόσωπη παρουσία του ενώπιον του Συμβουλίου. Φορέας της σχετικής πρωτοβουλίας, κατά το γράμμα της διατάξεως, είναι αποκλειστικώς το ίδιο το Συμβούλιο. Εξάλλου, το δικαίωμα ακρόασης διασφαλίζεται με την δυνατότητα του κατηγορουμένου να υποβάλει τις απόψεις του εγγράφως κατά το στάδιο αυτό, ενώ, σε επόμενο δικονομικό στάδιο, ενώπιον του ακροατηρίου, δύναται να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του στο ακέραιο και προφορικώς. Δεδομένου μάλιστα ότι δεν προβλέπεται (πλέον) από τον νόμο κατά το στάδιο αυτό το εν λόγω δικαίωμα του κατηγορουμένου, με την έστω και αναιτιολόγητη απόρριψη του σχετικού αιτήματος δεν μπορεί να θεμελιωθεί απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρθρ. 171 ΚΠοινΔ.
Επιπλέον, προσέβαλαν το βούλευμα λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων σχετικά με τη θεμελίωση της συμμετοχικής ευθύνης (άρθρα 49 και 342 ΠΚ). Συγκεκριμένα ισχυρίστηκαν ότι, ενώ το Συμβούλιο δέχτηκε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της άγνωστης φυσικής αυτουργού (που ενήργησε γενετήσιες πράξεις με τον ανήλικο) τα τυποποιητικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του άρθρου 342 ΠΚ, ήτοι η ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης, εντούτοις θεμελίωσε την δική τους συμμετοχική ευθύνη ως συνεργών στο αυτό έγκλημα. Σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό, το Συμβούλιο Εφετών επεσήμανε ότι, όπως ρητά ορίζει το άρθρο 49 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ, η πράξη στην περίπτωση αυτή δεν μένει ατιμώρητη, αλλά αποδίδεται αυτουργική ευθύνη στους φέροντες την ιδιαίτερη σχέση και θέση συνεργού στην φυσικώς ενεργήσασα. Η ρύθμιση αυτή προσεγγίζει τη μορφή της εμμέσου αυτουργίας, χωρίς όμως να ταυτίζεται με αυτήν, καθώς ο φυσικώς δρων δεν ενεργεί ως άβουλο ή ανεύθυνο όργανο, αλλά παραμένει κύριος της πράξεώς του. Συνεπώς, δεν παραβιάζεται ο παρακολουθηματικός χαρακτήρας της συμμετοχής, αλλά πρόκειται για ειδική νομοθετική εξειδίκευσή της. Εν προκειμένω, ο χαρακτηρισμός των εκκαλούντων από το προσβαλλόμενο βούλευμα ως συνεργών, όχι μόνο δεν τους βλάπτει, αλλά αποβαίνει ευμενέστερος της αυτουργικής ευθύνης που θα έπρεπε να αποδοθεί κατ’ ορθή νομική υπαγωγή. Τυχόν δε ακριβέστερη υπαγωγή της συμμετοχικής τους δράσης, εντός του αυτού πραγματικού πλαισίου, ανήκει στο δικάζον δικαστήριο που δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό του βουλεύματος.
Τέλος, ειδικά ως προς την σχέση εμπιστοσύνης για επίβλεψη ή φύλαξη, το Συμβούλιο επεσήμανε ότι αυτή δεν απαιτείται να είναι μακράς διάρκειας ή θεσμικώς τυπωμένη, αρκεί και προσωρινή ανάθεση.
Για τους λόγους αυτούς, το Συμβούλιο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την παραπομπή αμφότερων των κατηγορουμένων ενώπιον του αρμόδιου ΜΟΔ.
Σημειώνεται ότι με το προσβαλλόμενο βούλευμα, είχε ήδη κριθεί ότι δεν στοιχειοθετείται η πράξη της πορνογραφίας ανηλίκου (άρθρ. 348Α ΠΚ), καθώς στο βιντεοληπτικό υλικό που είχε καταγραφεί στην συσκευή κινητής τηλεφωνίας του ανηλίκου, δεν αποτυπωνόταν το σώμα του γυμνό, ούτε γενετήσια πράξη επιχειρούμενη από ή προς αυτόν.