Πρόσφατη νομολογία


15 Σεπ 2026

ΣυμβΕφΑθ 610/2026: Ποινική ευθύνη (μη εκτελεστικού) μέλους ΔΣ ΑΕ για απιστία, παρόλο που δεν παραστάθηκε αυτοπροσώπως στην κρίσιμη συνεδρίαση

Το Συμβούλιο εφετών κλήθηκε να κρίνει την έφεση της κατηγορουμένης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για την πράξη της απιστίας σε βαθμό κακουργήματος, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ποινικής διάταξης του άρθρου 390 ΠΚ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρ. 45 ΠΚ. Ειδικότερα, η εκκαλούσα φέρεται ότι, ως μέλος ΔΣ ανώνυμης εταιρείας, κατά συναυτουργία με τα έτερα μέλη, εξουσιοδότησε τον διευθύνοντα σύμβουλο να αναθέσει σε εξωτερικούς δικηγόρους τον χειρισμό υποθέσεων σε βάρος μελών της ΑΕ. Η σχετική απόφαση ΔΣ, όμως, δεν έθετε περιορισμούς για την προστασία της περιουσίας της ΑΕ (όπως προηγούμενη έρευνας αγοράς και λήψη προσφορών) ή εξαιρέσεις, κατά παράβαση του ισχύοντος Κανονισμού Αναθέσεων Προμηθειών, όσο και των εν γένει κανόνων επιμελούς διαχείρισης. Η δε ζημιά του νομικού προσώπου από την πράξη αυτή, αποτιμάται στο σύνολο των αμοιβών που καταβλήθηκαν σε δικηγόρους και υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι δεν είχε παρασταθεί αυτοπροσώπως στην συνεδρίαση κατά την οποία ελήφθη αυτή η απόφαση, αλλά είχε εξουσιοδοτήσει προς τούτο έτερο μέλος του διοικητικού συμβουλίου και, συνακόλουθα, δεν τέλεσε την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Συνεπώς, το Συμβούλιο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ποινικές διατάξεις σε σχέση με την συναυτουργική της ευθύνη.

Ωστόσο, το Συμβούλιο επεσήμανε ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1,2 & 3 του Ν. 4548/2018 (αλλά και του προϊσχύσαντος άρθρου 21 του Ν. 2190/1920), η παρουσία και η αντιπροσώπευση εξομοιώνονται πλήρως, τόσο ως προς τη συγκρότηση απαρτίας του ΔΣ, όσο και ως προς τον σχηματισμό της βούλησης του οργάνου. Έτσι, η ψήφος που εκφέρεται από τον αντιπρόσωπο εντός του διοικητικού συμβουλίου κατ' εκτέλεση της εντολής είναι, εκ της φύσεως και του προορισμού της, η ίδια η ψήφος του εξουσιοδοτούντος μέλους, που καταλογίζεται στο πρόσωπο αυτού του τελευταίου και προσμετράται στην πλειοψηφία ως δική του συμμετοχή στη διαμόρφωση της αποφάσεως. Η  ψήφος αυτή θεμελιώνει την αυτουργική ευθύνη του εξουσιοδοτούντος μέλους ως φορέως αυτοτελούς αρμοδιότητας λήψεως αποφάσεων στο συλλογικό όργανο.

Μάλιστα, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της εκκαλούσας, το Συμβούλιο επεσήμανε ότι δεν τίθεται ζήτημα έμμεσης αυτουργίας (στην οποία οποία αναφέρεται η επικαλούμενη ΑΠ 1156/2023) αφού οι εξουσιοδοτούμενοι από την κατηγορουμένη, όχι μόνο δεν στερούνται ποινικής ευθύνης, αλλά παραπέμπονται και οι ίδιοι ως συναυτουργοί. Περαιτέρω, η κατασκευή της απλής συνέργειας ή της ηθικής αυτουργίας, θα μπορούσε να εφαρμοστεί μόνο αν ο εξουσιοδοτών ήταν τρίτο πρόσωπο, εκτός του ΔΣ, χωρίς ιδίαν αρμοδιότητα ψήφου. Εν προκειμένω, η εκκαλούσα δεν μεταβίβασε την αρμοδιότητα ψήφου σε τρίτο πρόσωπο, αλλά άσκησε με αυτόν τον τρόπο (δια εξουσιοδοτήσεως) την δική της εξουσία και, συνεπώς, χρήζουν εφαρμογής οι διατάξεις περί  συναυτουργίας (άρθρ. 45 ΠΚ).

Τέλος, η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι ο εξουσιοδοτούμενος με την κρίσιμη απόφαση Δ/νων Σύμβουλος, παρέκκλινε της αποφάσεως αυτής και διόρισε πλείονες δικηγόρους αντί για έναν. Επομένως, δεν θα έπρεπε να συνυπολογιστεί στην προκληθείσα ζημιά η αμοιβή των επιπλέον δικηγόρων. Το Συμβούλιο όμως απέρριψε και αυτόν τον ισχυρισμό, με την αιτιολογία ότι «η ζημία ήταν εν τοις πράγμασι εξασφαλισμένη ήδη από τη λήψη της αποφάσεως, λόγω της εν γένει ελλείψεως ουσιαστικών διαδικαστικών εγγυήσεων στη δομή αυτής».

Αξίζει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση, κάθε μέλος ΔΣ ευθύνεται για την ψήφο του αν λάβει ζημιογόνα απόφαση, ακόμα και αν είναι μη εκτελεστικό μέλος, δηλαδή ανεξάρτητα από το ποιός θα εφαρμόσει στην πράξη την απόφαση αυτή.


Σύνδεσμος

ΣυμβΕφΑθ 610/2026 - Πλήρες κείμενο »