20 Μαΐ 2026
Το Συμβούλιο έκανε δεκτή την προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών (λόγω δικηγορικής ιδιότητας ενός εξ αυτών) για τα αδικήματα της ψευδούς κατάθεσης και της ηθικής αυτουργίας σε αυτή.
Ειδικότερα, το Συμβούλιο έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης (άρθρ. 224 ΠΚ) όταν τα γεγονότα που κατατίθενται, ανεξαρτήτως της αλήθειας ή αναλήθειάς τους, κείνται εκτός του αποδεικτικού πεδίου της υπόθεσης. Η εν λόγω διάταξη έχει στόχο τη διασφάλιση της απονομής της δικαιοσύνης που προσφεύγει στο εμμάρτυρο αποδεικτικό υλικό και κινδυνεύει να παραπλανηθεί. Για τον λόγο αυτό, τα στοιχεία που κατατίθενται στο πλαίσιο αστικής διαφοράς θα πρέπει απαραιτήτως να συνδέονται με τα αποδεικτέα θέματα. Ελλείψει σύνδεσης, τα κατατεθέντα παραμένουν αλυσιτελή προς απόδειξη και ανίκανα να θέσουν σε κίνδυνο το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη.
Μάλιστα, το Συμβούλιο επεσήμανε ότι η θεματική εγγύτητα δεν αρκεί, αλλά θα πρέπει το κατατεθέν γεγονός να χρησιμεύει πράγματι προς απόδειξη στο πλαίσιο της αστικής δίκης. Στην υπό κρίση υπόθεση, το αν πράγματι κυκλοφορούσε το δημοσίευμα, ή αν ο κατηγορούμενος ουδέποτε προσπάθησε να εμποδίσει την αναμετάδοσή του, όπως επικαλέστηκε ο εγκαλών, είναι γεγονότα που, αν και εκ πρώτης φαίνεται να σχετίζονται θεματικά με το αντικείμενο της πολιτικής δίκης, εντούτοις κείνται εκτός του αποδεικτικού πεδίου της υπόθεσης. Επομένως, έστω και αν υποτεθεί ότι είναι αναληθή, δεν ήταν ικανά να παραπλανήσουν το πολιτικό δικαστήριο κατά τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.
Το αντίθετο ισχύει βεβαίως, όταν το κατατεθέν γεγονός αναφέρεται στα αποδεικτέα θέματα, οπότε στερείται σημασίας αν είναι ουσιώδες ή επουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ή αν πράγματι επηρέασε εντέλει το αποτέλεσμά της.