23 Μαρ 2026
Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση της 5685/ 121/5.2.2021 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων «Ηλεκτρονική βάση καταχώρισης δεδομένων ιατρών που πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να ασκούν καθήκοντα Ιατρού Εργασίας σε επιχειρήσεις, κατά τα οριζόμενα στον Κ.Ν.Υ.Α.Ε. (Ιατροί που κατέχουν την ειδικότητα Ιατρικής της Εργασίας και Ιατροί που περιλαμβάνονται στις περ. β΄ και γ' της § 1 του άρθρου 16 του Κ.Ν.Υ.Α.Ε.) και διαδικασία ανάθεσης καθηκόντων Ιατρού Εργασίας μέσω ΟΠΣ-ΣΕΠΕ». Ο θεσμός του ιατρού εργασίας σε επιχειρήσεις και φορείς του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, με αρμοδιότητα την παροχή υποδείξεων και συμβουλών σε εργοδότες και εργαζόμενους σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για την σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων και την επίβλεψη εφαρμογής των μέτρων προστασίας της υγείας των εργαζομένων και της πρόληψης ατυχημάτων, εισήχθη με τον Ν. 1568/1985, στο πλαίσιο του ενδιαφέροντος του νομοθέτη για την θέσπιση και εφαρμογή μέτρων για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία και την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων. Στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης αυτού του δημόσιου σκοπού και προκειμένου οι σχετικές αρμοδιότητες να ασκούνται από ειδικούς στο αντικείμενο ιατρούς, η εισαγωγή του θεσμού του ιατρού εργασίας συνδέθηκε με την αναγνώριση της ειδικότητας της ιατρικής της εργασίας, ενώ, ο νομοθέτης προέβλεψε ότι, έως την απόκτησή της από αριθμό ιατρών ικανό να ανταποκριθεί στις ανάγκες των επιχειρήσεων και φορέων που υποχρεούνται να απασχολούν ιατρό εργασίας, καθήκοντα ιατρού εργασίας θα ασκούν και ιατροί με την ειδικότητα της παθολογίας που είτε έχουν παρακολουθήσει ειδικά σεμινάρια είτε έχουν διετή εμπειρία σε επιχείρηση ή, σε περίπτωση που δεν υπάρχει ιατρός με την ειδικότητα αυτή, και ιατροί άλλων ειδικοτήτων. Η πρόβλεψη για την κατ’ εξαίρεση άσκηση καθηκόντων ιατρού εργασίας από ιατρούς που δεν κατέχουν την ειδικότητα της ιατρικής της εργασίας διατηρήθηκε και σε μεταγενέστερα νομοθετήματα, με αιτιολογικό έρεισμα την αδυναμία κάλυψης των αναγκών των επιχειρήσεων και φορέων από μόνους τους ειδικευμένους στην ιατρική της εργασίας ιατρούς. Ειδικότερα, με τους νόμους 3144/2003 και 3762/2009 προβλέφθηκε η άσκηση των καθηκόντων από ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, εφόσον κατά τη δημοσίευση του εκάστοτε νόμου εκτελούν καθήκοντα ιατρού εργασίας και από ιατρούς χωρίς ειδικότητα, εφόσον κατά τη δημοσίευση του νόμου είχαν συνάψει συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ιατρού εργασίας με επιχειρήσεις και αποδεικνύουν την άσκηση των καθηκόντων αυτών επί επτά έτη. Οι ως άνω ρυθμίσεις του Ν. 3762/2009 κωδικοποιήθηκαν με τον Ν. 3850/2010, με το άρθρο 16 του οποίου διατηρήθηκε η δυνατότητα άσκησης των καθηκόντων από ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, εφόσον στις 15.5.2009 εκτελούσαν καθήκοντα ιατρού εργασίας και από ιατρούς χωρίς ειδικότητα, εφόσον κατά το ίδιο χρονικό σημείο είχαν συνάψει συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ιατρού εργασίας με επιχειρήσεις και αποδεικνύουν την άσκηση των καθηκόντων αυτών επί επτά έτη. Η, κατά τα ανωτέρω, εμπειρία στην άσκηση των καθηκόντων αυτών, κριτήριο το οποίο επελέγη από τον νομοθέτη για την κατ’ εξαίρεση ανάθεσή τους σε ιατρούς που δεν έχουν την ειδικότητα της ιατρικής της εργασίας, συνοδευόταν από την υποχρέωση απόκτησης της ειδικότητας της ιατρικής της εργασίας εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, κατόπιν υποβολής αιτήσεως εντός ορισμένης προθεσμίας. Η υποχρέωση, όμως αυτή, λόγω αλλεπάλληλων παρατάσεων των ως άνω προθεσμιών, κατ’ ουσίαν δεν εφαρμόσθηκε ποτέ έως την κατάργησή της με την από 20.3.2020 ΠΝΠ. Περαιτέρω, η ισχύουσα ρύθμιση του άρθρου 16 του Κ.Ν.Υ.Α.Ε., όπως ισχύει, δηλαδή μετά την τροποποίησή της με την από 20.3.2020 ΠΝΠ, ενώ διατηρεί το σύστημα της άσκησης των καθηκόντων ιατρού εργασίας από ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, εφόσον πριν τις 15.5.2009 έχουν εκτελέσει καθήκοντα ιατρού εργασίας σε επιχειρήσεις και από ιατρούς χωρίς ειδικότητα, εφόσον μέχρι τις 15.5.2009 έχουν ασκήσει τα εν λόγω καθήκοντα σε επιχειρήσεις συνεχώς επί τουλάχιστον επτά έτη, δεν προβλέπει, σε αντίθεση με τις προϊσχύσασες διατάξεις, ειδικές προϋποθέσεις κατά την ανάθεση των καθηκόντων που εξασφαλίζουν την κατά προτεραιότητα ανάθεση στους ειδικευμένους στην ιατρική της εργασίας γιατρούς, και περαιτέρω, αποσυνδέει την άσκηση των καθηκόντων από τη λήψη της ειδικότητας της ιατρικής της εργασίας. Η θέσπιση των ρυθμίσεων αυτών, με τις οποίες, σε αντίθεση με τις προϊσχύσασες διατάξεις, την άσκηση των καθηκόντων ιατρού εργασίας αναλαμβάνουν επί ίσοις, κατά τον νόμο, όροις όλοι οι ιατροί είτε έχουν την ειδικότητα της ιατρικής της εργασίας είτε εμπειρία στην άσκηση των καθηκόντων αυτών, επιβλήθηκε το μεν για την απλοποίηση της διαδικασίας ανάθεσης καθηκόντων ιατρού εργασίας το δε λόγω της έλλειψης επαρκούς αριθμού ιατρών με την ειδικότητα αυτή για την κάλυψη του συνόλου των αναγκών των επιχειρήσεων και φορέων. Ενόψει τούτου, τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν τεθεί για την πληρέστερη προστασία της δημόσιας υγείας και της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων δεν συνιστούν υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη επέμβαση της επαγγελματικής ελευθερίας των ιατρών που κατέχουν την ειδικότητα της ιατρικής της εργασίας. Και τούτο, διότι, αν και από τις διατάξεις του άρθρου 5 § 1 του Συντάγματος απορρέει το δικαίωμα των ιατρών να καλούνται να εκτελούν κατ’ αποκλειστικότητα ή κατά προτεραιότητα τις ιατρικές πράξεις εντός της ειδικότητάς τους, η χορήγηση της οποίας στο ισχύον σύστημα λήψεως ιατρικών ειδικοτήτων πιστοποιεί συγκεκριμένες γνώσεις και δεξιότητες ανά ειδικότητα, εφόσον, εν προκειμένω, ο αριθμός των ιατρών που έχουν την ειδικότητα της ιατρικής της εργασίας δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της ανάγκης στελέχωσης του συνόλου των επιχειρήσεων και φορέων ή ο προβλεπόμενος τρόπος ανάθεσης με σεβασμό στην προτεραιότητα των ειδικευμένων ιατρών εργασίας δημιουργεί προσκόμματα στην κάλυψη του συνόλου των αναγκών, ο νομοθέτης μπορεί να διευρύνει τον κύκλο των ιατρών που μπορούν να παράσχουν τις υπηρεσίες αυτές, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που εξασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα αυτά, σε εκπλήρωση της συνταγματικής επιταγής για την προστασία της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, διαθέτουν τα αναγκαία επιστημονικά προσόντα για την ορθή και αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους. Σε συμφωνία δε με τις ως άνω διατάξεις, ο νομοθέτης επέλεξε την ανάθεση των καθηκόντων του ιατρού εργασίας, βάσει του κριτηρίου της εμπειρίας και συγκεκριμένα, την ανάθεση α) σε ιατρούς που διαθέτουν άλλες ιατρικές ειδικότητες και, συνεπώς, κατά τεκμήριο την αναγκαία επιστημονική κατάρτιση, εφόσον ασκούσαν τα καθήκοντα αυτά πριν τις 15.5.2009 και β) σε ιατρούς που δεν διαθέτουν ειδικότητα, σε συνδυασμό με αυξημένη πολυετή εμπειρία στην άσκηση των καθηκόντων ιατρού εργασίας. Δεν παρίστανται δε οι εν λόγω ρυθμίσεις προδήλως απρόσφορες ή μη αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου εν προκειμένω από τον νομοθέτη σκοπού δημοσίου συμφέροντος και δεν συνιστούν περιορισμό ή επέμβαση στην επαγγελματική ελευθερία δυσανάλογο προς τον σκοπό αυτό, ειδικώς αν ληφθεί υπόψη ότι η άσκηση των καθηκόντων ιατρού εργασίας σε ιατρούς που δεν κατέχουν την σχετική ειδικότητα επιτρέπεται μόνο εφόσον είχαν ασκήσει τα καθήκοντα αυτά πριν τις 15.5.2009, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σημαντικά ο κύκλος των ιατρών που δεν κατέχουν την ειδικότητα της ιατρικής της εργασίας και μπορούν να ασκούν τα σχετικά καθήκοντα. Ενόψει των ανωτέρω, οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις του άρθρου 16 του Κ.Ν.Υ.Α.Ε., όπως ισχύει, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 5 §§ 1 και 5 και 21 § 3 του Συντάγματος ούτε παραβιάζουν την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Ενόψει των ζητημάτων παραδεκτού και βασίμου που τίθενται, το Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση στην 7μελή σύνθεση.