2 Φεβ 2026
Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της 570/2021 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά το μέρος με το οποίο απορρίφθηκε προσφυγή της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της σιωπηρής απόρριψης από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ ενδικοφανούς προσφυγής της αναιρεσείουσας κατά της …/…/21.12.2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού ειδικού φόρου ακινήτων του άρθρου 57 του Ν. 3842/2010 του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας ειδικός φόρος ακινήτων ύψους 587.770,59 ευρώ (καθώς και πρόσθετος φόρος) για τα ακίνητα που αυτή κατείχε την 1η.1.2012. Με την κρινόμενη αίτηση προβλήθηκε εσφαλμένη ερμηνεία (και, συνακόλουθα, εφαρμογή) των άρθρων 15 § 3 του Ν. 3091/2002, 31 του Ν. 2515/1997 (“Υποχρεωτική χορήγηση Αριθμού Φορολογικού Μητρώου”) και 2 της (κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 31 του Ν. 2515/1997) ΑΥΟ 1027411/842/ ΔΜ/26.2.1998 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με τίτλο “Υποχρεωτική χορήγηση Αριθμού Φορολογικού Μητρώου […]”. Τούτο δε διότι, όπως ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα: α) μέτοχος αυτής ήταν η εταιρεία “...”, η οποία είχε νομίμως αποκτήσει ΑΦΜ στην Ελλάδα, όπως άλλωστε και στην Εσθονία, με αποτέλεσμα να είναι, πάντως, ευχερής οποιαδήποτε διασταυρωτική διαδικασία του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος, β) η Α-Ν.S, μέτοχος της “…”, είχε αποκτήσει ΑΦΜ στην Εσθονία, κράτος μέλος της ΕΕ, γ) η Εσθονία δεν εντάσσεται στον κατάλογο των μη συνεργάσιμων κρατών, με αποτέλεσμα να παρίσταται ευχερής κάθε διασταυρωτική ενέργεια, δ) ο έλεγχος ουδέποτε αμφισβήτησε ότι το ως άνω φυσικό πρόσωπο (Α-Ν.S) ήταν ο πραγματικός δικαιούχος-φορέας των επίμαχων μετοχών, ε) ουδόλως απαντήθηκε εν προκειμένω η μνημονευόμενη στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 3842/2010 “συνήθης πρακτική” της δηλώσεως ως φυσικού προσώπου/φορέα του νομικού προσώπου προσώπου άλλου από εκείνο που πραγματικά είναι, στ) η ως άνω Α-Ν.S δεν είχε, σύμφωνα με τον Ν. 2515/1997 και την Υπουργική απόφαση ΑΥΟ 1027411/842/ΔΜ/ 26.2.1998, υποχρέωση αποκτήσεως ΑΦΜ στην Ελλάδα καθώς ήταν ανήλικη, δεν είχε οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα ούτε αποκτούσε εισόδημα στη χώρα, πολλώ μάλλον μέρισμα από την ως άνω εταιρεία που, κατά τον κρίσιμο χρόνο παρουσίαζε ζημιές, ενώ άλλωστε, σύμφωνα με την ως άνω Υπουργική απόφαση, “ρητώς η συμμετοχή αλλοδαπού φυσικού προσώπου σε ανώνυμη εταιρεία στην Ελλάδα εξαιρούνταν της υποχρεώσεως αποκτήσεως ΑΦΜ”, ζ) η ως άνω Α-Ν.S απέκτησε, πάντως, έστω και επιγενόμενα (2018) ΑΦΜ και η) στην προκειμένη περίπτωση οι μετοχές της κατέληγαν σε 6 φυσικά πρόσωπα και 3 νομικά, ήτοι αα) την εταιρεία “… ΑΕΠΕΥ”, της οποίας μέτοχοι είναι 8 φυσικά πρόσωπα, ββ) την αλλοδαπή εταιρεία “…” της οποίας μέτοχοι είναι 3 φυσικά πρόσωπα και γγ) την αλλοδαπή εταιρεία “…”, της οποίας μέτοχοι είναι 5 φυσικά πρόσωπα, ενώ, όπως διαπίστωσε ο έλεγχος, δεν είχε ΑΦΜ μόνο ένα από τα περισσότερα αυτά φυσικά πρόσωπα (απώτατοι μέτοχοι), με αποτέλεσμα να αναιρείται εν προκειμένω κάθε έννοια αναλογικότητας και να αποδίδεται στον φόρο “τιμωρητικός” χαρακτήρας. Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, εν όψει των οριζομένων στο άρθρο 53 § 3 Π.Δ. 18/1989, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι “καθ’ όσον αφορά στην αναγωγή της μη εκπληρώσεως της τυπικής υποχρεώσεως αποκτήσεως ΑΦΜ στην Ελλάδα από αλλοδαπό φυσικό πρόσωπο ως αυτοτελούς και επαρκούς λόγου μη αναγνώρισης της εξαιρέσεως από τον ΕΦΑ … καίτοι, πέραν του ότι ήταν συγγνωστή, αφενός ουδόλως αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο ότι πράγματι το εν λόγω πρόσωπο περιλαμβάνεται μεταξύ των πραγματικών δικαιούχων της εταιρείας και αφετέρου συνιστά ένα μόνο από τα περισσότερα φυσικά πρόσωπα-πραγματικούς δικαιούχους αυτής, τα δε λοιπά φυσικά πρόσωπα είχαν αποκτήσει κανονικά ΑΦΜ στην Ελλάδα” δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός για τη θεμελίωση του προβαλλομένου λόγου αναίρεσης προβάλλεται αβασίμως, διότι, ήδη, κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως, υπήρχε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, από την οποία συνάγονται σαφείς ερμηνευτικές κρίσεις του Δικαστηρίου ότι: Α. για την αναγνώριση της εξαίρεσης από τον φόρο κατά τις διατάξεις της § 3 περ. α) του άρθρου 15 του Ν. 3091/2002, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 57 του Ν. 3842/2010, απαιτείται, μεταξύ άλλων, ως πρόσθετη, ουσιαστική και αυτοτελής προϋπόθεση, η κατοχή από όλα τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία κατέχουν τις ονομαστικές μετοχές ανώνυμης εταιρείας ή τα οποία απλώς δηλώνονται ως κατέχοντα ανώνυμες μετοχές αυτής ή μετοχές των εταιρειών που συμμετέχουν στην ανώνυμη εταιρεία, αριθμού φορολογικού μητρώου στην Ελλάδα, χωρίς, επομένως, σε περίπτωση ελλείψεως της αντικειμενικής αυτής προϋπόθεσης ως προς τα όλα τα παραπάνω φυσικά πρόσωπα, να επιτρέπεται να ερευνώνται άλλα ζητήματα (όπως η τυχόν αμέλειά τους, η παρερμηνεία των σχετικών διατάξεων, η μη ύπαρξη αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα των εν λόγω προσώπων, η μη λήψη μερίσματος από την εταιρεία κ.λπ.) και Β. ο επίδικος φόρος αποτελεί, πράγματι, φόρο επί της περιουσίας (κατά την έννοια του άρθρου 78 § 1 του Συντάγματος) και δεν έχει τον χαρακτήρα της διοικητικής κύρωσης. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο ως άνω λόγος αναίρεσης κρίθηκε απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 53 § 3 του Π.Δ. 18/1989.