1 Σεπ 2026
Η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στην επταμελή σύνθεση του Δ΄ Τμήματος λόγω σπουδαιότητας των ανακυψάντων με την κρινόμενη αίτηση και το δικόγραφο συνέχισης της δίκης ζητημάτων. Η αιτούσα εταιρεία ζητεί την ακύρωση της υπ’ αριθμ. 1126/21.12.2017 απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ), με τίτλο «Έγκριση Συντελεστή Απωλειών Εγκατάστασης ΥΦΑ για το έτος 2017», ενώ δυνάμει της σχετικής αίτησης συνέχισης της δίκης, επιδιώκεται περαιτέρω η ακύρωση και των αποφάσεων της ΡΑΕ (i) 1125/21.11.2018 («Έγκριση 1ης Αναθεώρησης Συντελεστή Απωλειών Εγκατάστασης ΥΦΑ για το έτος 2017», ΦΕΚ Β΄ 6055/31.12.2018), (ii) 1126/21.11.2018 («Έγκριση Συντελεστή Απωλειών Εγκατάστασης ΥΦΑ για το έτος 2018», ΦΕΚ Β΄ 5969/31.12.2018), (iii) 570/4.6.2019 («Έγκριση Συντελεστή Απωλειών Εγκατάστασης ΥΦΑ για το Έτος 2019», ΦΕΚ Β΄ 3038/26.7.2019) και (iv) 91/16.1.2020 («Έγκριση Συντελεστή Απωλειών Εγκατάστασης ΥΦΑ για το Έτος 2020», ΦΕΚ Β΄ 153/29.1.2020). Οι τρεις ενεργειακές «δέσμες μέτρων», με την έκδοση αντίστοιχων οδηγιών και κανονισμών, συντείνουν στη διαμόρφωση μιας ενιαίας εσωτερικής αγοράς στον τομέα του φυσικού αερίου. Τη δε «τρίτη ενεργειακή δέσμη» αποτελούν η Οδηγία 2009/73/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία με τον Ν. 4001/2011, και ο Κανονισμός 715/2009. Κατ’ επίκληση του άρθρου 69 του Ν. 4001/2011 εκδόθηκαν αποφάσεις της ΡΑΕ με τις οποίες τροποποιήθηκε ο Κώδικας Διαχείρισης του Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου. Σημειώνεται ότι δεν επιτρέπεται η ακύρωση πράξης, η οποία δεν ισχύει κατά τον χρόνο εκδίκασης της αίτησης ακύρωσης, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία η προσβαλλόμενη πράξη έπαυσε να ισχύει για άλλον λόγο πριν από την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, οπότε και συγχωρείται κατ’ εξαίρεση η συνέχιση της δίκης. Η εν λόγω δικονομική συνέπεια (διεύρυνση κατ’ αντικείμενο της αρχικής δίκης) συσχετίζεται με την επίκληση, εκ μέρους του αιτούντος, ιδιαίτερου εννόμου συμφέροντος, προκειμένου να αποτραπούν δυσμενείς για το μέλλον διοικητικής φύσεως συνέπειες, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται σε αυτές αποζημιωτικές απαιτήσεις του αιτούντος, για ζημία που τυχόν υπέστη από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, δεδομένου ότι η ανόρθωση της ζημίας αυτής μπορεί να επιδιωχθεί με την άσκηση των κατάλληλων ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, τα οποία θα κρίνουν παρεμπιπτόντως και την νομιμότητα της φερομένης ως ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης. Αναλυτικά, τονίζεται ότι στην ειδική αυτή περίπτωση, δεν διατηρείται απλώς το αρχικό αντικείμενο της δίκης, αλλά η δίκη συνεχίζεται με ουσιωδώς διευρυμένο αντικείμενο, το οποίο προσδιορίζεται από την προσβολή, όχι μόνο της αρχικής πράξης που έπαυσε να ισχύει για τους ανωτέρω λόγους, αλλά και της νεώτερης διοικητικής πράξης, η οποία, μετά την κατάθεση και κοινοποίηση του σχετικού δικογράφου στον αντίδικο του αιτούντος εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, νοείται ως συμπροσβαλλόμενη με την αρχική και κατ’ αυτής μπορεί να προβάλλονται με το ίδιο δικόγραφο και νέοι λόγοι ακύρωσης. Εφόσον η «συνέχιση» της δίκης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, διεύρυνση του αρχικού αντικειμένου της, ο νόμος απαιτεί ρητώς την τήρηση έγγραφης προδικασίας, που συνίσταται στην κατάθεση και κοινοποίηση εντός ορισμένης προθεσμίας στον αντίδικο του αιτούντος αυτοτελούς δικογράφου, επέχοντος από δικονομικής άποψης θέση συμπληρωματικού προς το αρχικό ενδίκου βοηθήματος. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω συνέχισης της δίκης δεν συντρέχει κατά την έννοια του νόμου, όταν η νεότερη πράξη διαφέρει ουσιωδώς από την αρχικώς προσβληθείσα πράξη -που έπαυσε να ισχύει-, διότι στην περίπτωση αυτή εισάγεται εντελώς διαφορετικό, από νομική ή πραγματική άποψη, αντικείμενο δίκης και δεν έχει εφαρμογή η ως άνω εξαιρετική περίπτωση διεύρυνσης του αντικειμένου αυτού, η οποία αποσκοπεί στην αποτροπή της κίνησης διαδοχικών δικών με όμοιο, ως προς τα βασικά στοιχεία του, αντικείμενο. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ερειδόμενη σε νομοθετική εξουσιοδότηση θέσπιση κανονιστικής ρύθμισης δεν αποτελεί εφαρμογή κανόνα δικαίου σε συγκεκριμένη ατομική περίπτωση, αλλά θέση γενικού και απρόσωπου κανόνα δικαίου και αποτελεί, κατά το ουσιαστικό της περιεχόμενο, νομοθέτηση, αποκλείοντας σχετική αιτιολογία εκ μέρους της Διοίκησης για την επιλογή συγκεκριμένης κανονιστικής ρύθμισης ως βέλτιστης. Κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης 91/2020 απόφασης της ΡΑΕ και προκειμένου να διαμορφωθεί η τιμή του προτεινόμενου ΕΣΑΥ ελήφθησαν υπόψη οι ρυθμίσεις του άρθρου 80 του Κώδικα ΕΣΦΑ σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού του συντελεστή απωλειών ΥΦΑ με συνεκτίμηση, και συγκεκριμένα, κατά τον προσδιορισμό του μηνιαίου ρυθμού αεριοποίησης του αριθμού των ημερών με αεριοποίηση μεγαλύτερη του ελαχίστου ημερήσιου ρυθμού αεριοποίησης ανά μήνα, ενώ περαιτέρω συνεκτιμήθηκαν νομίμως ως κριτήρια για τον καθορισμό της τιμής του ΕΣΑΥ ο Ελάχιστος Ημερήσιος Ρυθμός Αεριοποίησης ΥΦΑ. Από το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών της Οδηγίας 2009/73 δεν προκύπτουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει η ΡΑΕ ως προς την αρμοδιότητα έγκρισης των συντελεστών απωλειών εγκατάστασης ΥΦΑ. Κρίνεται η κατάργηση εν μέρει της δίκης, ως προς τις 1126/2017, 1125/2018, 1126/2018 και 570/2019 πράξεις της ΡΑΕ περί έγκρισης του Συντελεστή Απωλειών Εγκατάστασης ΥΦΑ για τα έτη 2017-2019. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και έκανε δεκτή την παρέμβαση.