9 Ιουν 2026
Με την κρινομένη αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της 4033/2019 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθησαν συνεκδικασθείσες αντίθετες εφέσεις του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και της αναιρεσίβλητης κατά της 16447/2018 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 29.08.2011 ανακοπή της αναιρεσίβλητης και είχε τροποποιηθεί η …/07.07.2011 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Κηφισιάς, κατά το μέρος που την αφορούσε, με την οποία είχαν βεβαιωθεί ταμειακά εις βάρος της τα ποσά των 67.995,00 ευρώ και 67.995,00 ευρώ, προερχόμενα από διαφορά φόρου κληρονομίας, καταλογισθέντος εις βάρος της με τις …, …/22.06.2010 και …, …/22.06.2010 πράξεις προσδιορισμού φόρου κληρονομίας του πιο πάνω Προϊσταμένου, τα ποσά δε αυτά είχαν περιοριστεί σε 34.997,50 και 34.997,50 ευρώ, αντίστοιχα. Με τις διατάξεις του άρθρου 81 § 5 Ν. 2961/2001 ορίστηκε ότι σε περίπτωση που έχει ασκηθεί εμπρόθεσμη προσφυγή κατά πράξης επιβολής φόρου βάσει των (ουσιαστικών) διατάξεων του νόμου αυτού, βεβαιώνεται αμέσως όχι το σύνολο του καταλογισθέντος φόρου, αλλά μόνον το ήμισυ αυτού. Εξάλλου, με τις διατάξεις αυτές, όπως και με τις αντίστοιχες διατάξεις νομοθετημάτων που ρυθμίζουν άλλες φορολογίες, επιδιώκεται η εξισορρόπηση αφ’ ενός του δικαιώματος του φορολογουμένου σε ουσιαστική δικαστική προστασία και αφ’ ετέρου της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένου στην δυνατότητα του Δημοσίου να εισπράττει άμεσα τα προς αυτό οφειλόμενα χρέη, χωρίς η είσπραξη να εμποδίζεται από την άσκηση προφανώς παρελκυστικών προσφυγών, όπως είναι οι εκπρόθεσμες. Ως εκ του σκοπού τους δε αυτού, οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 81 § 5 Ν. 2961/2001, οι οποίες ναι μεν περιέχονται σε ουσιαστικό φορολογικό νομοθέτημα, πλην ρυθμίζουν ζητήματα διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, έχουν την έννοια ότι ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ, προκειμένου να βεβαιώσει άμεσα τον καταλογισθέντα εις βάρος του κληρονόμου φόρο, δικαιούται και οφείλει να εκφέρει κρίση περί του εμπροθέσμου ή μη της προσφυγής που έχει τυχόν ασκηθεί κατά της πράξης επιβολής φόρου κληρονομίας από τον βαρυνόμενο με αυτόν- κληρονόμο. Η προσωρινή και παρεμπίπτουσα αυτή κρίση, δι’ ον χρόνο δεν υπάρχει αντίθετο προς αυτήν δεδικασμένο, απορρέον από απόφαση του καθ’ ύλην αρμοδίου να δικάσει την προσφυγή δικαστηρίου, αποτελεί προϋπόθεση για την εξεύρεση του ποσοστού του φόρου που ο Προϊστάμενος οφείλει να βεβαιώσει αμέσως ταμειακά, συνιστώσα όρο νομιμότητος της ταμειακής βεβαιώσεως. Δεν αρκεί δε μόνη η άσκηση προσφυγής κατά της καταλογιστικής πράξης από τον βαρυνόμενο κληρονόμο, για τη βεβαίωση μόνον του ημίσεος του οφειλομένου φόρου, αλλά προσαπαιτείται και η (προσωρινή και παρεμπίπτουσα) κρίση του Προϊσταμένου περί του ότι η προσφυγή είναι εμπρόθεσμη. Το δε επιλαμβανόμενο της ανακοπής δικαστήριο, σε περίπτωση προβολής λόγου περί παρανόμου βεβαιώσεως του συνόλου της οφειλής, λόγω εμπροθέσμου ασκήσεως προσφυγής εκ μέρους του και, αντιστοίχως, αμφισβητήσεως του εμπροθέσμου εκ μέρους της καθ’ ης η ανακοπή φορολογικής αρχής, οφείλει να ερευνήσει αν επί του ζητήματος αυτού έχει ήδη αποφανθεί, με δύναμη δεδικασμένου, το δικαστήριο της προσφυγής, σε αρνητική δε περίπτωση, οφείλει να εκφέρει το ίδιο παρεμπίπτουσα κρίση, η οποία συνιστά πρόκριμα για την διάγνωση του βασίμου ή μη του λόγου αυτού ανακοπής. Κατόπιν τούτων, το δικάσαν δικαστήριο, δεχθέν, εν προκειμένω, αφ’ ενός ότι ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ ώφειλε να βεβαιώσει ποσοστό 50% του καταλογισθέντος φόρου, εκ μόνου του λόγου ότι είχε ασκηθεί προσφυγή κατά της καταλογιστικής πράξης, και αφ’ ετέρου παραλείποντας να εκφέρει το ίδιο κρίση για το εμπρόθεσμο της προσφυγής αυτής έσφαλε, η δε κρινόμενη αίτηση κρίθηκε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή. (Μειοψ.).