Πρόσφατη νομολογία


4 Ιουν 2026

ΣτΕ 63/2026 Τμ.Γ: Κρατική εποπτεία επί αποφάσεων δημοτικών συμβουλίων & άσκηση ειδικών διοικητικών προσφυγών κατ’ αυτών

Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση της … (Πρακτικό …)/19.12.2019 απόφασης (θέμα δεύτερο) της Β΄ Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 12.11.2019 προσφυγή του ... …, δημοτικού συμβούλου του Δήμου Ανατολικής Μάνης, και ακυρώθηκαν: α) το …/11.10.2019 έγγραφο της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Διοίκησης της ανωτέρω Αποκεντρωμένης Διοίκησης, με το οποίο έγινε γνωστό στον ... … ότι δεν εκδόθηκε απόφαση από τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης επί της από 16.7.2019 προσφυγής του κατά των 160 έως 169/19.9.2019 αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Ανατολικής Μάνης εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 227 § 5 Ν. 3852/2010, όπως ίσχυε, αποκλειστικής προθεσμίας των δύο (2) μηνών από την άσκησή της και, επομένως, η προσφυγή του θεωρείτο σιωπηρώς απορριφθείσα, β) η 155103/12.8.2019 απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με την οποία κρίθηκε νόμιμη, κατόπιν άσκησης αυτεπάγγελτου ελέγχου νομιμότητας, σύμφωνα με το άρθρο 226 Ν. 3852/2010, η 160/2019 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Ανατολικής Μάνης περί αναμόρφωσης του προϋπολογισμού του εν λόγω Δήμου για το οικονομικό έτος 2019 και γ) οι 160 έως 169/2019 αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Ανατολικής Μάνης. Όσον αφορά την έναρξη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο η προσφυγή νομιμότητας διακόπτει την προθεσμία άσκησης αίτησης ακυρώσεως, κρίσιμο χρονικό σημείο είναι αυτό της υποβολής της προσφυγής και όχι της περιέλευσης της προσβαλλόμενης με την προσφυγή πράξης και των στοιχείων έκδοσής της στο αρμόδιο όργανο. Συνεπώς, από την επομένη της παρέλευσης διμήνου από την υποβολή της προσφυγής στον Συντονιστή (χωρίς να έχει εκδοθεί και κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο απορριπτική απόφαση επί της προσφυγής), επανεκκινεί η προθεσμία της αίτησης ακυρώσεως και, παραλλήλως, αρχίζει η προθεσμία άσκησης ενώπιον της Επιτροπής της δεύτερης προσφυγής νομιμότητας, η οποία, εφόσον ασκηθεί εμπροθέσμως, διακόπτει εκ νέου την προθεσμία της αίτησης ακυρώσεως για τριάντα ημέρες από την υποβολή της. Το χρονικό σημείο της περιέλευσης της προσβαλλόμενης με την προσφυγή πράξης και των στοιχείων έκδοσής της στα όργανα απόφανσης επί της προσφυγής, το οποίο άλλωστε ο προσφεύγων δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, δεν επηρεάζει τον υπολογισμό των ανωτέρω προθεσμιών, αλλά αποτελεί κρίσιμο στοιχείο μόνο για τη διαπίστωση του εάν η τυχόν μεταγενεστέρως εκδιδόμενη απόφαση επί της προσφυγής έχει εκδοθεί αρμοδίως κατά χρόνο, οπότε θεωρείται συμπροσβαλλόμενη. Τυχόν κοινοποίηση ή γνώση της απόφασης σε μεταγενέστερο χρόνο δεν επανεκκινεί τις προθεσμίες για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ή προσφυγής ενώπιον της Επιτροπής. Η διαφοροποίηση αυτή μεταξύ του εναρκτήριου γεγονότος της διακοπής της προθεσμίας άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως (υποβολή της προσφυγής) και της αποκλειστικής προθεσμίας απόφανσης του αρμοδίου οργάνου επί της προσφυγής (περιέλευση των αναγκαίων στοιχείων) υπαγορεύεται και δικαιολογείται από την ανάγκη ύπαρξης σταθερών και ευχερώς μετρήσιμων χρονικών σημείων υπολογισμού της προθεσμίας της αιτήσεως ακυρώσεως, μη συναρτωμένων με αβέβαια περιστατικά, προκειμένου να διευκολυνθεί η παροχή έννομης προστασίας, δεδομένου ότι η κατά τα ανωτέρω έναρξη της προθεσμίας συναρτάται αποκλειστικά με διαδικαστικές ενέργειες του ίδιου του ενδιαφερόμενου, η δε εκ μέρους του τήρηση της προθεσμίας εναπόκειται ομοίως αποκλειστικά στον ίδιο, ο οποίος οφείλει να γνωρίζει τις κατά τον νόμο συνέπειες των διαδικαστικών ενεργειών του, ενώ, παράλληλα, δεν περιορίζεται ο χρόνος εντός του οποίου δύναται εν τοις πράγμασι να επιτευχθεί διοικητική διευθέτηση της υπόθεσης. Επιπλέον, πρακτικά φέρουν όλα τα απαραίτητα για τη νόμιμη υπόστασή τους στοιχεία, σύμφωνα με τη διέπουσα τη λειτουργία των δημοτικών συμβουλίων νομοθεσία και, συνεπώς, αποτελούν δημόσια έγγραφα, έχοντα πλήρη αποδεικτική ισχύ και δυνάμενα να προσβληθούν μόνο για πλαστότητα. Περαιτέρω, στις αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου, οι οποίες παρέχουν, ως δημόσια έγγραφα, πλήρη απόδειξη, βεβαιώνεται ο τόπος συνεδρίασης των μελών του δημοτικού συμβουλίου, ανταπόδειξη δε επιτρέπεται μόνο με την προσβολή των αποφάσεων αυτών ως πλαστών. Κατά συνέπεια, η Ειδική Επιτροπή, καθ’ υπέρβαση της κατά το Σύνταγμα και τον νόμο αρμοδιότητάς της, εξέφερε την κρίση, κατ’ επίκληση μαρτυρικών καταθέσεων του ίδιου του παρεμβαίνοντος και τρίτων προσώπων και ένορκης βεβαίωσης τρίτου προσώπου, ότι κατά την κρίσιμη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου της 19ης Ιουνίου 2019 δεν είχαν τηρηθεί καθόλου πρακτικά, μαγνητοφωνημένα ή πρόχειρα, κατά παράβαση του άρθρου 97 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και του άρθρου 8 του Πρότυπου Κανονισμού Λειτουργίας Δημοτικού Συμβουλίου, καθώς και ότι στις αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου βεβαιώνεται ψευδώς ότι το δημοτικό συμβούλιο συνεδρίασε στην αίθουσα συνεδριάσεών του, ενώ, στην πραγματικότητα, η συνεδρίαση έλαβε χώρα σε άλλο κτίριο, κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής της δημοσιότητας των συνεδριάσεων των δημοτικών συμβουλίων. Το Δικαστήριο δέχτηκε εν μέρει την κρινόμενη αίτηση. 


Σύνδεσμος

ΣτΕ 63/2026 Τμ.Γ - Πλήρες κείμενο »