7 Μαΐ 2026
Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση: α) της υπ’ αρ. πρωτ. …/15.7.2025 απόφασης του Υφυπουργού Πολιτισμού, με την οποία ορίσθηκαν ως συντελεστές της εθνικής συμμετοχής στην 61η Διεθνή Καλλιτεχνική Έκθεση της Μπιενάλε (Biennale) Βενετίας, που θα διεξαχθεί το διάστημα από 9 Μαΐου έως 22 Νοεμβρίου 2026, ο εικαστικός καλλιτέχνης … … και ο επιμελητής … … για την παρουσίαση της πρότασης με τίτλο “…/ …”, κατά παράλειψη των αιτούντων, β) του πρακτικού της συνεδρίασης της 18ης και 26ης Ιουνίου 2025 της Επιτροπής του άρθρου 68 § 2 του Ν. 4481/2017, σχετικά με την αξιολόγηση των προτάσεων που υποβλήθηκαν, και γ) της υπ’ αρ. πρωτ. .../28.5.2025 απόφασης του Υφυπουργού Πολιτισμού, με την οποία, αφενός εγκρίθηκε η συμμετοχή της Ελλάδας στην 61η Διεθνή Καλλιτεχνική Έκθεση της Biennale Βενετίας, αφετέρου συγκροτήθηκε άμισθη επταμελής γνωμοδοτική επιτροπή, με έργο την αξιολόγηση των προτάσεων που θα υποβληθούν και την παροχή γνωμοδότησης για την επιλογή των συντελεστών της ελληνικής συμμετοχής στην εν λόγω διοργάνωση. Η υποχρέωση της Διοίκησης να αιτιολογεί τις ατομικές αποφάσεις της αποτελεί συστατικό στοιχείο του κράτους δικαίου συναπτόμενη με τις αρχές της διαφάνειας και της νομιμότητας της διοικητικής δράσης, αλλά και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, συναφώς δε το άρθρο 17 § 1 του ΚΔιοικΔιαδ θεσπίζει τον κανόνα ότι η ατομική διοικητική πράξη πρέπει να περιέχει αιτιολογία, η οποία να περιλαμβάνει τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή της και να είναι σαφής, ειδική και επαρκής προκύπτουσα από τα στοιχεία του φακέλου. Η υποχρέωση αιτιολόγησης καλύπτει όλη τη δράση της Διοίκησης κατά την έκδοση ατομικών διοικητικών πράξεων, ανεξαρτήτως αν συνάπτεται με την άσκηση δέσμιας αρμοδιότητας ή αρμοδιότητας διακριτικής ευχέρειας. Και ναι μεν δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο οι ουσιαστικές κρίσεις της Διοίκησης επί ζητημάτων αμιγώς τεχνικών ή επιστημονικών -δυνάμει της, απορρέουσας από την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, απαγόρευσης υπεισέλευσης της δικαστικής λειτουργίας στην εκτελεστική επί θεμάτων για τα οποία η τελευταία είναι αποκλειστικώς αρμόδια - εντούτοις και στην περίπτωση εκφοράς τέτοιων κρίσεων η υποχρέωση αιτιολόγησης παραμένει ενεργή, ο δε όμως εν συνεχεία διενεργούμενος δικαστικός έλεγχος περιορίζεται σε «εξωτερικό» (minimum) έλεγχο νομιμότητας, ο οποίος περιλαμβάνει, μέσω του ελέγχου της αιτιολογίας, τον έλεγχο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των κρίσιμων διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας, τον έλεγχο της επάρκειας της αιτιολογίας σε σχέση με τα στοιχεία του φακέλου και την εξέταση ισχυρισμών περί εκφοράς κρίσεων κατά πλάνη περί τα πράγματα από τη Διοίκηση. Εν προκειμένω, από το πρακτικό της γνωμοδοτικής επιτροπής του άρθρου 68 § 2 του Ν. 4481/2017, προκύπτει ότι ορισμένα μέλη της επιτροπής υπέβαλαν αίτημα μερικής αποχής από τη διαδικασία αξιολόγησης, δηλώνοντας ότι προτίθενται να απέχουν από την αξιολόγηση τεσσάρων (4) προτάσεων, λόγω του ότι είχαν υποβληθεί από συνάδελφους τους καθηγητές στην ΑΣΚΤ. Στο πρακτικό της επιτροπής δεν υφίσταται καμία αναφορά περί της απόφασης της επιτροπής επί των αιτημάτων μερικής αποχής των ανωτέρω μελών. Ωστόσο, ενόψει της έλλειψης ρητής αρνητικής επί των ανωτέρω αιτημάτων κρίσης της επιτροπής, θεωρήθηκε ότι τα αιτήματα μερικής αποχής των εν λόγω μελών έγιναν σιωπηρώς αποδεκτά. Με τον τρόπο όμως αυτό τα εν λόγω μέλη της επιτροπής, κατά την πρώτη συνεδρίαση, απείχαν μεν από την αξιολόγηση 4 προτάσεων, λόγω του ότι αυτές είχαν υποβληθεί από συναδέλφους τους καθηγητές στην ΑΣΚΤ, ταυτόχρονα όμως συμμετείχαν στην αξιολόγηση των υπολοίπων 17 προτάσεων, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και αυτή των αιτούντων. Εφόσον, όμως, η διαδικασία επιλογής της καταλληλότερης πρότασης για την εκπροσώπηση της Ελλάδας στην διεθνή έκθεση Μπιενάλε της Βενετίας προϋποθέτει, αναγκαίως, αξιολογική σύγκριση μεταξύ των συνυποψηφίων καλλιτεχνικών-εικαστικών προτάσεων τα ανωτέρω μέλη του συλλογικού οργάνου θα όφειλαν, ευλόγως, εφόσον συνέτρεχε περίπτωση, να απέχουν συνολικά και όχι μερικώς από τη διαδικασία αξιολόγησης. Επομένως, η λήψη της απόφασης της επιτροπής κατά την πρώτη συνεδρίαση, όπου προκρίθηκαν μερικές μόνο από τις υποβληθείσες προτάσεις, κρίθηκε μη νόμιμη διότι ελήφθη κατά παράβαση του άρθρου 7 § 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και, ως εκ τούτου, υπό μη νόμιμη σύνθεση. Συνεπώς, μη νόμιμη και ακυρωτέα κατέστη και η ερειδόμενη σε αυτή προσβαλλόμενη απόφαση (…/15.7.2025) του Υφυπουργού Πολιτισμού. Κατά την πρώτη συνεδρίαση η επιτροπή προέκρινε 6 εκ των 21 προτάσεων με μόνη αιτιολογία ότι αυτές «συγκεντρώνουν τα περισσότερα θετικά χαρακτηριστικά», χωρίς όμως να προβεί σε αυτοτελή, έστω συνοπτική, αξιολόγηση εκάστης εκ των 15 προτάσεων που δεν προκρίθηκαν στο δεύτερο στάδιο της διαδικασίας της αξιολόγησης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η πρόταση των αιτούντων. Αντιθέτως, στη δεύτερη συνεδρίαση η επιτροπή έχει διατυπώσει συνοπτική μεν, αλλά αυτοτελή αξιολογική κρίση για κάθε μία εκ των ανωτέρω προκριθεισών 6 προτάσεων (με βάση την ανταπόκρισή τους στα κριτήρια αξιολόγησης που τέθηκαν εξαρχής από την εν λόγω επιτροπή). Υπό τα δεδομένα όμως αυτά, ενόψει του ότι δεν έχει διατυπωθεί από τη γνωμοδοτική επιτροπή καμία απολύτως αιτιολογική κρίση, έστω συνοπτικού περιεχομένου, για την μη πρόκριση στο δεύτερο στάδιο της σχετικής διαδικασίας αξιολόγησης της πρότασης των αιτούντων, τόσο αυτοτελώς όσο και σε σχέση με τις 6 προτάσεις που προκρίθηκαν στο δεύτερο στάδιο της διαδικασίας, η πρόταση της επιτροπής κατέστη μη νόμιμη ως αναιτιολόγητη ήδη κατά την πρώτη συνεδρίαση. Συνεπώς, μη νόμιμη και ακυρωτέα κατέστη και η ερειδόμενη σε αυτή προσβαλλόμενη απόφαση (…/15.7.2025) του Υφυπουργού Πολιτισμού. Το Δικαστήριο ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση ώστε επιλαμβανομένη εκ νέου η αρμόδια επιτροπή να εκφέρει, υπό νόμιμη σύνθεση, αιτιολογημένη κρίση, έστω και συνοπτική, για όλες τις υποβληθείσες προτάσεις, υπό το πρίσμα των καλλιτεχνικών-εικαστικών κριτηρίων που θεώρησε ως κρίσιμα για την αξιολόγησή τους, ενώ, περαιτέρω, επεσήμανε ότι για τη στοιχειοθέτηση λόγου εξαίρεσης ή αποχής μέλους συλλογικού οργάνου δεν αρκεί η οποιαδήποτε συναδελφική ή προσωπική ή επαγγελματική σχέση προς κρινόμενο υποψήφιο, αλλά πρέπει να τεκμηριώνεται ιδιαίτερος δεσμός, πρόσφορος να δημιουργήσει εύλογες υπόνοιες ότι το μέλος του οργάνου έχει ήδη σχηματισμένη και, συνεπώς, προκατειλημμένη γνώμη για τον υποψήφιο, τον οποίο πρόκειται να κρίνει.