15 Σεπ 2026
Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται η εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 84/2019 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας απερρίφθη αίτηση του εκκαλούντος, πρώην Αρχιφύλακα της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.), για την ακύρωση απόφασης του Προϊσταμένου του Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρωπίνου Δυναμικού της ΕΛ.ΑΣ.. Με την τελευταία είχε ανακληθεί, κατά το μέρος που αφορούσε τον εκκαλούντα, απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. που όριζε την κατάταξη εκείνου στην ΕΛ.ΑΣ. ως δόκιμου Αστυφύλακα. Αναλυτικά, ο εκκαλών ζήτησε να συμμετάσχει στη διαδικασία κατάταξης υποψηφίων Αστυφυλάκων, δηλώνοντας ότι είναι απόφοιτος Λυκείου καταθέτοντας αυτοπροσώπως ως δικαιολογητικό πρόσληψης ακριβές φωτοαντίγραφο του απολυτηρίου του. Ωστόσο, έπειτα από διενέργεια ελέγχου της Διεύθυνσης Αστυνομίας Πειραιά, δεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα του προσκομισθέντος για τον διορισμό του εκκαλούντος απολυτηρίου λυκείου, γεγονός για το οποίο εκλήθη ο ίδιος προκειμένου να υποβάλει εγγράφως τις απόψεις-εξηγήσεις του. Επισημαίνεται ότι ο εν λόγω τίτλος σπουδών αποτελούσε, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις, απαραίτητο τυπικό προσόν πρόσληψης του εκκαλούντος στην ΕΛ.ΑΣ., η δε γνησιότητα του τίτλου αυτού δεν επιβεβαιώθηκε, ύστερα από έλεγχο στο μητρώο μαθητών και στα επίσημα αρχεία του εν λόγω λυκείου. Με απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη σε βάρος του εκκαλούντος για την πράξη της απάτης σε βάρος του Δημοσίου από υπαίτιο. Εν προκειμένω, η ανάκληση του διορισμού ήταν καταρχήν υποχρεωτική και δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό, όπως ορίζουν οι αρχές της αξιοκρατίας και της ισότητας των πολιτών κατά την επιλογή τους προς πλήρωση των δημόσιων θέσεων, λαμβανομένων υπόψη των σοβαρών ενδείξεων ότι ο διορισθείς στερείται του αναγκαίου για υπάλληλο ήθους. Περαιτέρω, η ανακλητική πράξη πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς ως προς το ότι ο διορισθείς προκάλεσε ή υποβοήθησε δολίως την παρανομία της πράξης διορισμού του. Απορρίπτεται δε ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η ανάκληση του διορισμού του εκκαλούντος προσβάλλει τις συνταγματικές αρχές, τις οποίες επικαλέστηκε ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο έφεσης, για τον λόγο ότι, ενώ στο πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων, που δεν εφαρμόζεται στους αστυνομικούς υπαλλήλους, η διατήρηση στον υπηρεσιακό φάκελο του υπαλλήλου πλαστού τίτλου σπουδών αντιμετωπίζεται ως πειθαρχικό παράπτωμα, για την τέλεση του οποίου δεν μπορεί να επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, στην περίπτωση του εκκαλούντος, λόγω της κατάθεσης πλαστού δικαιολογητικού κατά τη διαδικασία κατάταξής του, χώρησε ανάκληση του διορισμού του και δη σε χρόνο (ύστερα από είκοσι δύο έτη), κατά τον οποίο το πειθαρχικό αδίκημα για τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους, για την ίδια πράξη, θα είχε παραγραφεί. Τούτο διότι ερείδεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο πειθαρχικός κολασμός του δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου, ο οποίος κατέθεσε πλαστό έγγραφο προκειμένου να επιτύχει τον διορισμό του, προηγείται της ανάκλησης του διορισμού του, ενώ, κατά την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου, στην περίπτωση που ο υπάλληλος, κατά τη διαδικασία υποβολής δικαιολογητικών για τον διορισμό του, προσκόμισε πλαστό έγγραφο, η Διοίκηση υποχρεούται προς αποκατάσταση της νομιμότητας, να ενεργοποιεί καταρχάς τη διαδικασία ανάκλησης του διορισμού του αντί της έγερσης πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του, η ανάκληση δε του διορισμού στην περίπτωση αυτή χωρεί καταρχήν χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό. Κρίνεται ότι δεν είναι νόμιμη η κρίση της εκκαλούμενης απόφασης ότι, εφόσον ο εκκαλών υποβοήθησε την παρανομία του διορισμού του υποβάλλοντας πλαστό τίτλο σπουδών, δεν συντρέχει όλως εξαιρετική περίσταση, η οποία θα ήταν δυνατό να καταστήσει την ανάκληση του διορισμού του αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας. Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την κρινόμενη έφεση, εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 84/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση.