24 Αυγ 2026
Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της 2814/2020 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος με αίτημα την ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης, από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), της 1410/25.1.2019 ενδικοφανούς προσφυγής του. Η τελευταία στρεφόταν κατά α) της 1594/18.12.2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, της Προϊσταμένης του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π.), με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του, για το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012), διαφορά φόρου εισοδήματος ποσού 297.430,64 ευρώ και πρόστιμο, κατά τα άρθρα 53 και 58 § 1 του ΚΦΔιαδ, λόγω ανακρίβειας της δήλωσης, ποσού 278.989,94 ευρώ, και β) της 1595/18.12.2018 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης της ως άνω Προϊσταμένης, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του διαφορά ειδικής εισφοράς, για το ίδιο οικονομικό έτος, ποσού 27.637,39 ευρώ. Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, προβλεπόταν η δυνατότητα φορολόγησης μη δηλωθέντος εισοδήματος, αντιστοιχούντος σε χρηματικό ποσό ανευρεθέν στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου και λογιζόμενο, εξαιτίας της άγνωστης προέλευσής του, ως υπαγόμενο σε φορολογία εισοδήματος από ελευθέριο επάγγελμα κατά το οικονομικό έτος, κατά το οποίο προκύπτει ότι το ποσό αυτό εισήχθη στην περιουσία του φορολογουμένου. Περαιτέρω, η διαπίστωση φορολογικής παράβασης, συνισταμένη στην απόκρυψη φορολογητέου εισοδήματος, είναι δυνατόν να προκύπτει, κατά την αιτιολογημένη εκτίμηση της διοίκησης, όχι μόνον βάσει άμεσων αποδείξεων, αλλά και από έμμεσες αποδείξεις, βάσει εύλογων, αντικειμενικών δεδομένων και αρκούντως τεκμηριωμένης, ενόψει των συνθηκών, εξήγησης. Σε κάθε περίπτωση, ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα τόσο κατά τη διαδικασία του φορολογικού ελέγχου, αλλά και κατά το μεταγενέστερο στάδιο της άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής κατά της οικείας πράξης διορθωτικού προσδιορισμού, να επικαλεσθεί έναντι της φορολογικής αρχής συγκεκριμένα στοιχεία ικανά να ανατρέψουν την πραγματική βάση της εκτίμησης της διοίκησης περί του ότι τα εντοπισθέντα στους τραπεζικούς του λογαριασμούς χρηματικά ποσά αποτελούν άγνωστης πηγής ή αιτίας προσαύξηση της περιουσίας του. Επιπρόσθετα, κρίνεται ότι δεν είναι τόσο κρίσιμος ο χρόνος διενέργειας του εμβάσματος, επ’ αφορμή του οποίου έγινε ο έλεγχος και διαπιστώθηκε η περιουσιακή προσαύξηση, αλλά είτε ο χρόνος της κατάθεσης του επίμαχου ποσού (και, σε περίπτωση τμηματικής κατάθεσής του, ο χρόνος που κατατέθηκε καθένα από τα τμήματά του) στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, από τον οποίο απεστάλη το έμβασμα, είτε ο προγενέστερος αυτού χρόνος, κατά τον οποίο προκύπτει ότι επήλθε η αντίστοιχη προσαύξηση της περιουσίας του, όπως ο χρόνος κατάθεσης του ποσού αυτού (ή τμήματός του) σε άλλον τραπεζικό λογαριασμό του ίδιου προσώπου, από τον οποίο το επίμαχο ποσό (ή μέρος του) μεταφέρθηκε στον λογαριασμό του, μέσω του οποίου διενεργήθηκε το έμβασμα. Στην περίπτωση λογαριασμού συνδικαιούχων, εάν δεν προκύπτει κάποια ιδιαίτερη εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων ή/και το μερίδιο που δικαιούται ο καθένας τους, βάσει της μεταξύ τους σχέσης, εφαρμόζεται το τεκμήριο που θέτει το άρθρο 493 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο οι συνδικαιούχοι του λογαριασμού έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη στο ενεργητικό του. Ο δε προσδιορισμός του χρόνου επέλευσης της περιουσιακής προσαύξησης εναπόκειται στη φορολογική αρχή, η οποία υποχρεούται να εκφέρει τη σχετική κρίση βάσει πρόσφορων και επαρκών στοιχείων, σε περίπτωση δε αμφισβήτησης της κρίσης αυτής από τον φορολογούμενο, κατ’ επίκληση ισχυρισμού περί ανυπαρξίας περιουσιακής προσαύξησης λόγω μεταφοράς, με έμβασμα, χρηματικού ποσού μεταξύ τραπεζικών του λογαριασμών, το επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο οφείλει να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του χρόνου επέλευσης αυτής (εντός ή εκτός της χρήσης διενέργειας του εμβάσματος). Ως προς τον εννοιολογικό προσδιορισμό του όρου «μεγάλο ποσό» που περιλαμβάνεται σε τραπεζικό λογαριασμό του φορολογουμένου, η ΣτΕ 884/2016 απόφαση ουδόλως διαλαμβάνει κρίση και, συνεπώς, δεν αποκλείει, σε υπόθεση όπως η επίδικη, την υποχρέωση του φορολογούμενου να γνωρίζει και να αποδεικνύει την προέλευση των ευρισκόμενων στους τραπεζικούς του λογαριασμούς μικρότερων ποσών, τα οποία συστηματικώς και με μεγάλη συχνότητα κατατίθενται σε αυτούς, και τα οποία, αθροιζόμενα ανά χρήση, ανέρχονται συνολικώς σε ποσά σημαντικού ύψους. Το Δικαστήριο έκανε δεκτή εν μέρει την αίτηση και απέρριψε αυτήν κατά τα λοιπά. Αναίρεσε εν μέρει την 2814/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο παρέπεμψε, κατά το αναιρούμενο μέρος, την υπόθεση.