14 Απρ 2026
Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της 166/2019 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος ασφαλιστικού φορέα κατά της 284/2017 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ναυπλίου και κρίθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα Άργους του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ από 17.8.2005 έως 28.11.2013 με βάση διαδοχικά συμφωνητικά που καταρτίστηκαν στο πλαίσιο προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) στις υπηρεσίες των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης και προέβλεπαν την ασφάλιση του απασχολούμενου μόνο στους κλάδους υγείας και κατά του κινδύνου επαγγελματικού ατυχήματος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σύμφωνα με τα άρθρα 18 του Ν. 2458/1997 και 18 του Ν. 2874/2000, υπαγόταν στην πλήρη ασφάλιση του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα από 17.2.2007 έως 28.11.2013, κατά το οποίο η σχέση που τον συνέδεε με τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικό φορέα ως εργοδότη ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή προσφυγή του αναιρεσίβλητου, είχε ακυρωθεί η …/συν…/28.6.2016 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ) του Υποκαταστήματος Άργους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και είχε κριθεί ότι ο αναιρεσίβλητος υπαγόταν στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για το σύνολο του χρονικού διαστήματος που καλυπτόταν από τα πιο πάνω συμφωνητικά (από 17.8.2005 έως 28.11.2013). Εν προκειμένω, εφόσον προϋπόθεση για την υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ συνιστά, κατά την έννοια του άρθρ. 2 §1 περ. α΄ του Α.Ν. 1846/1951, η εν τοις πράγμασι παροχή εξαρτημένης εργασίας και όχι η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, η κρίση διοικητικού δικαστηρίου ότι απασχολούμενος σε νπδδ δυνάμει συμφωνητικού απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο προγράμματος του άρθρου 20 του Ν. 2639/1998 υπάγεται στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως εκ του ότι η απασχόλησή του δεν έχει, στην πραγματικότητα, ως προέχοντα σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας αλλά την παροχή εξαρτημένης εργασίας, δεν προϋποθέτει ούτε εμπεριέχει κρίση για την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Τούτου δε παρέπεται ότι η κρίση αυτή δεν αφορά το ζήτημα του κύρους της συναφθείσας σύμβασης απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ούτε συνιστά σε καμία περίπτωση μετατροπή της σύμβασης αυτής σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Είναι, δηλαδή, αδιάφορο, όσον αφορά την υπαγωγή στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το αν η συναφθείσα σύμβαση ή οι διαδοχικώς συναφθείσες συμβάσεις αποτελούν άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (λόγω μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα) ή άκυρες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (λόγω παράβασης των διατάξεων του Π.Δ. 164/2004). Επομένως, σύμφωνα με το ΣτΕ, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου περί υπαγωγής του αναιρεσίβλητου στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δεν προϋποθέτει την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ισχύουσας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, αλλά την εν τοις πράγμασι παροχή εξαρτημένης εργασίας, και, επομένως, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου περί υπαγωγής του αναιρεσίβλητου στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δεν συνιστά ανεπίτρεπτη κατά το άρθρο 103 § 8 του Συντάγματος μετατροπή συμφωνητικών περί απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, συναφθέντων μετά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επιπλέον, απορρίφθηκε ο λόγος, σύμφωνα με τον οποίο, η κρίση περί ύπαρξης σχέσης εξαρτημένης εργασίας στην προκειμένη περίπτωση προϋποθέτει τον νομικό χαρακτηρισμό του συναφθέντος συμφωνητικού ως σύμβασης μη γνήσιας μαθητείας. Τέλος, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προέκυπτε ότι μεταξύ του εν λόγω νπδδ και του αναιρεσίβλητου υφίστατο σχέση εξαρτημένης εργασίας κατά το επίμαχο διάστημα. Κρίθηκε δε ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης δεν θέτει νομικό ζήτημα, αλλά αμφισβητεί την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.