4 Μαΐ 2026
Με την υπό κρίση αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της 918/2018 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθ’ ο μέρος με αυτήν, κατ’ αποδοχήν έφεσης του αναιρεσίβλητου, εξαφανίσθηκε, κατά το αντίστοιχο σκέλος της, η 5677/2014 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και, εν συνεχεία, εκδικάσθηκε και απορρίφθηκε η προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της …/23.2.2010 πράξης του Προϊσταμένου του Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (Δ.Ε.Κ.) Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που με την πράξη αυτήν είχαν επιβληθεί σε βάρος του εννέα πρόστιμα, συνολικού ύψους 473.164,55 ευρώ, λόγω της λήψης ισάριθμων εικονικών ως προς το πρόσωπο του εκδότη τιμολογίων πώλησης κατά τη χρήση 2002, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 § 10 περ. β΄ του Ν. 2523/1997. Κατά την έννοια των άρθρων 5 §§ 2 και 4, 138 § 1, 150 § 1 και 151 ΚΔιοκΔ, οι οποίες έχουν τεθεί σύμφωνα με τις αρχές της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, λόγοι περί παραβίασης της αρχής ne bis in idem ή του τεκμηρίου αθωότητας –τους οποίους παραδεκτώς εξετάζουν τα διοικητικά δικαστήρια, όταν προβάλλεται από τον προσφεύγοντα λόγος περί της παραβίασης του άρθρου 5 § 2 του ΚΔιοκΔ, κατ’ επίκληση της ύπαρξης αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου– είναι εξεταστέοι από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, μόνο εφόσον προβάλλονται και αποδεικνύονται προσηκόντως από τον φέροντα το βάρος επίκλησης των σχετικών λόγων διάδικο, σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες διεξαγωγής της δίκης, δια της νομότυπης επίκλησης και προσκόμισης προαποδεικτικώς της σχετικής ποινικής απόφασης καθώς και των στοιχείων περί του αμετακλήτου αυτής, αυτεπαγγέλτως δε, κατά τη ρητή διάταξη της § 4 του άρθρου 5 ΚΔιοικΔ, «εφ’ όσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας». Περαιτέρω, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του ΚΔιοικΔ, στην ειδικότερη περίπτωση προβολής λόγων περί παραβίασης του άρθρου 5 § 2 του ΚΔιοικΔ ή της αρχής ne bis in idem ή του τεκμηρίου αθωότητας, προς απόδειξη των οποίων ο διάδικος, που φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, προσκομίζει νομοτύπως, σύμφωνα με το άρθρο 150 § 1 του ΚΔιοικΔ, ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου της ουσίας μόνο απόσπασμα αθωωτικής ποινικής απόφασης, που περιέχει το διατακτικό της, καθώς και βεβαίωση του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου σχετικά με τον αμετάκλητο χαρακτήρα της εν λόγω ποινικής απόφασης –η έκδοση της οποίας από τη γραμματεία του οικείου ποινικού δικαστηρίου καταδεικνύει, όπως προαναφέρθηκε, ότι πρόκειται για απόφαση εμπίπτουσα σε κατηγορία ποινικών αποφάσεων που εξαιρείται από τον θεσπιζόμενο με τον Κ.Π.Δ. κανόνα της καθαρογραφής– το διοικητικό δικαστήριο της ουσίας, σε αρμονία με την απορρέουσα από τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου υποχρέωση συνεργασίας των ελληνικών δικαστηρίων όλων των δικαιοδοσιών και κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 155 § 1 του ΚΔιοικΔ, δύναται να εκδώσει προδικαστική απόφαση για τη συμπλήρωση των αποδείξεων, με την οποία να ζητεί από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο την εντός εύλογης προθεσμίας καθαρογραφή της σχετικής αθωωτικής απόφασης και τη διαβίβαση αντιγράφου της καθαρογραμμένης απόφασης καθώς και (νέας) βεβαίωσης σχετικά με την άσκηση ή μη ενδίκων μέσων κατ’ αυτής. Στην περίπτωση που το διοικητικό δικαστήριο της ουσίας επιλέξει, κατ’ ενάσκηση της σχετικής ευχέρειάς του, να μην εκδώσει προδικαστική απόφαση με το ανωτέρω περιεχόμενο, δεδομένου ότι το περιεχόμενο στο απόσπασμα της ποινικής απόφασης διατακτικό της αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, αναπόσπαστο τμήμα της σχετικής δικαστικής απόφασης –και, στην περίπτωση μη έκδοσης προδικαστικής απόφασης εκ μέρους του διοικητικού δικαστηρίου, το μόνο διαθέσιμο σχετικό στοιχείο– το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει τους προαναφερθέντες λόγους, βάσει των διαλαμβανομένων στο προσκομισθέν απόσπασμα της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, προκειμένου να μην καταστεί αδύνατη η άσκηση εκ μέρους του διαδίκου των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στις προπαρατεθείσες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου (όπως επιβάλλει η αρχή της αποτελεσματικότητας) και της ΕΣΔΑ, λόγω της επιλογής του νομοθέτη (ανεξαρτήτως της συνταγματικότητάς της) να μην καθαρογράφεται το σύνολο των ποινικών αποφάσεων, σε συνδυασμό με την επιλογή του διοικητικού δικαστηρίου να μην εκδώσει προδικαστική απόφαση για την προσκόμιση και διαβίβαση της καθαρογραμμένης ποινικής απόφασης. Εφόσον δε το διοικητικό δικαστήριο διαπιστώσει, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης προκύπτει ότι αυτή αφορά την ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που έχει καταλογισθεί σε βάρος του ως άνω διαδίκου με την ένδικη πράξη επιβολής διοικητικής κύρωσης, ήτοι ότι τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε αυτός και για το οποίο, εν συνεχεία, αθωώθηκε από το ποινικό δικαστήριο, ταυτίζονται με εκείνα που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση της επίδικης διοικητικής κύρωσης ποινικής φύσης, δεσμεύεται από την εν λόγω αθωωτική απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 5 § 2 του ΚΔιοικΔ, και οφείλει, κατά τα προαναφερθέντα, να ακυρώσει την ένδικη καταλογιστική πράξη, έστω και αν το ποινικό δικαστήριο απήλλαξε τον διάδικο λόγω αμφιβολιών (εφόσον τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο διατακτικό) και ακόμα και αν, λόγω της ελλειπτικής διατύπωσης του διατακτικού της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, δεν δύναται να διαπιστώσει ότι η αθώωση στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή την τέλεση ή μη της παράβασης. Εξάλλου, στην περίπτωση που το πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, κατ’ ενάσκηση της ευχέρειάς του, δεν εκδώσει προδικαστική απόφαση με το προεκτεθέν περιεχόμενο και απορρίψει τους προαναφερθέντες λόγους, με την αιτιολογία ότι, βάσει των διαλαμβανομένων στο προσκομισθέν απόσπασμα της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, η παράβαση για την οποία αθωώθηκε αμετακλήτως ο διάδικος δεν ταυτίζεται με αυτή που έχει καταλογισθεί σε βάρος του με την επίδικη πράξη επιβολής διοικητικής κύρωσης, αν ο ηττηθείς διάδικος ασκήσει έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, πλήσσοντας την αιτιολογία της εν λόγω απορριπτικής κρίσης, επιτρέπεται να επικαλεσθεί και να προσκομίσει προαποδεικτικώς, το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου –και ανεξαρτήτως της ευχέρειας (και) του εν λόγω δικαστηρίου να εκδώσει προδικαστική απόφαση, προς συμπλήρωση των αποδείξεων, με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο– την καθαρογραμμένη αθωωτική απόφαση καθώς και τη βεβαίωση περί του αμετάκλητου χαρακτήρα της, τις οποίες τυχόν έλαβε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου, κατόπιν σχετικής αίτησής του στο αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, εφόσον κριθεί από το δευτεροβάθμιο διοικητικό δικαστήριο ότι η μη επίκληση και προσκόμιση των ανωτέρω στοιχείων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν δικαιολογημένη, ήτοι ότι δεν οφείλετο στη μη επίδειξη της δέουσας επιμέλειας εκ μέρους του εκκαλούντος για την άμεση (και, πάντως, εντός ευλόγου χρόνου, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται συγκεκριμένη προθεσμία για την υποβολή αιτήματος καθαρογραφής ποινικής απόφασης) υποβολή αιτήματος καθαρογραφής της σχετικής (εξαιρούμενης από τον κανόνα της καθαρογραφής) ποινικής απόφασης μετά τη δημοσίευσή της.