10 Νοε 2017
Το Συμβούλιο της Επικρατείας (Τμ. Β’) με την υπ’ αριθμ. 2810/2017 απόφασή του έκρινε ότι η αύξηση από 3% σε 15% του ειδικού φόρου επί των ακινήτων εξωχώριων εταιρειών δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και συγκεκριμένα στα άρθρα: α) 4 παρ. 5 (συνεισφορά πολιτών χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους), β) 5 παρ. 1 (δικαίωμα πολιτών για συμμετοχή στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας) και γ) 17 (η περιουσία τελεί υπό την προστασία του κράτους). Επίσης, έκρινε ότι δεν προσκρούει στις προστατευτικές της περιουσίας διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση “από τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 3091/2002, όπως τροποποιήθηκαν με τον ν. 3842/2010, σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω νόμων, προκύπτει ότι με τις διατάξεις αυτές ο νομοθέτης επεδίωξε να επιβαρύνει με τον ένδικο ειδικό φόρο επί των ακινήτων εκείνες μόνον τις εταιρείες, οι οποίες, μη “επιθυμώντας” την “αποκάλυψη” στις φορολογικές αρχές της ταυτότητας των πραγματικών κυρίων των ακινήτων τους, καθιστούν τελικώς ανέφικτo τον εκ μέρους των φορολογικών αρχών έλεγχο φυσικών προσώπων υποκειμένων κατ’ αρχήν σε φορολογία στην Ελλάδα, λειτουργώντας έτσι ως οχήματα φοροαποφυγής, με αποτέλεσμα την απόκρυψη φορολογικής ύλης κτηθείσης από τα πρόσωπα αυτά (μη αποκάλυψη φορολογητέων γεγονότων, παράκαμψη της νομοθεσίας περί “πόθεν έσχες” κ.λπ.) και την αποφυγή της πληρωμής των αναλογούντων σε αυτήν φορολογικών επιβαρύνσεων”.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας στην απόφασή του τονίζει ότι με την αύξηση του φορολογικού συντελεστή (αναδρομικά από 1.1.2010) από 3% σε 15% επί της αξίας των ακινήτων “δεν τίθεται ούτε ζήτημα υπέρμετρης επιβάρυνσης της ιδιοκτησίας ή επέμβασης στην περιουσία των βαρυνομένων δυσανάλογη σε σχέση με τον ανωτέρω επιδιωχθέντα από τον νομοθέτη σκοπό ή ζήτημα υπέρμετρου περιορισμού της επιχειρηματικής ελευθερίας των υποχρέων, ο οποίος να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος για την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας”.
Η υπόθεση αναπέμφθηκε στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών προκειμένου να καθορίσει την αξία του επίμαχου ακινήτου και στη συνέχεια να επιβληθεί εκ νέου ο Ειδικός Φόρος Ακινήτων.