Πρόσφατη νομολογία


3 Σεπ 2026

ΣτΕ 268/2026 Τμ.Γ: Η εξαίρεση των δικηγορικών συλλόγων ως προς την πρόσληψη του προσωπικού τους από τον Ν. 2190/1994 δεν συνεπάγεται και εξαίρεση από τον δημόσιο τομέα

Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση της από 23.10.2018 πράξης του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α.) κατά το μέρος που έγινε δεκτό ότι είναι ανυπόστατες και δεν παράγουν έννομες συνέπειες οι αναφερόμενες σε αυτήν πράξεις, με τις οποίες οι αιτούντες, προσληφθέντες αρχικώς στον καθ’ ου Σύλλογο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ι.δ.α.χ.), διορίσθηκαν, στη συνέχεια, ως μόνιμοι υπάλληλοι αυτού. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης χορηγήθηκε προθεσμία από τον Πρόεδρο προς νομιμοποίηση είτε του δικηγόρου που υπογράφει το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης και παρέστη στο ακροατήριο είτε του δικηγόρου, που επίσης παρέστη στο ακροατήριο, χωρίς εντούτοις να προσκομισθεί, εντός της χορηγηθείσας προθεσμίας, η απαιτούμενη πράξη παροχής πληρεξουσιότητας εκ μέρους ορισμένων αιτουσών. Το γεγονός ότι οι πράξεις διορισμού των αιτούντων σε θέσεις μονίμων υπαλλήλων χαρακτηρίζονται με την προσβαλλόμενη πράξη ως ανυπόστατες και μη παράγουσες έννομες συνέπειες, δεν ασκεί επιρροή στο υποστατό αυτής. Ακολούθως, η προσβαλλόμενη συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, δεδομένου μάλιστα ότι η κρίση ως προς τη νομική φύση της υπηρεσιακής σχέσης που συνδέει τους αιτούντες με τον Δ.Σ.Α. τελεί σε συνάρτηση προς τη μονιμοποίηση συγκεκριμένου προσωπικού του καθ’ ου Συλλόγου και επάγεται γι’ αυτό συγκεκριμένες αυτοτελείς έννομες συνέπειες που ανάγονται στην υπηρεσιακή κατάσταση του εν λόγω προσωπικού. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη πράξη δεν επάγεται ως προς τους αιτούντες δυσμενείς έννομες συνέπειες, καθόσον ουδεμία βλαπτική συνέπεια υφίστανται από αυτήν στην υπηρεσιακή τους κατάσταση, ενώ μόνη η ιδιότητά τους ως υπαλλήλων του Δ.Σ.Α. και το γενικότερο ενδιαφέρον για την τήρηση της υπαλληλικής τάξης και την ομαλή λειτουργία της Υπηρεσίας δεν επαρκούν για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος για την προσβολή πράξεων που αφορούν στον διορισμό ή στη μεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασης άλλων υπαλλήλων. Από την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 103 Συντ., σε συνδυασμό με το άρθρο 112 § 1 Συντ., προκύπτει ότι οι θέσεις με σχέση ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. που προβλέπονταν από την κείμενη, πριν από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος, νομοθεσία δεν μετεβλήθησαν με την έναρξη της ισχύος αυτού σε θέσεις που καλύπτονται με προσωπικό με σχέση δημοσίου δικαίου, ούτε, οι κατέχοντες τις εν λόγω θέσεις απέκτησαν αυτομάτως την δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα, αλλά η σχέση που τους συνδέει με το Δημόσιο ή το οικείο κατά περίπτωση ν.π.δ.δ. εξακολούθησε να διέπεται από τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και των σχετικών ειδικότερων διατάξεων έως την έκδοση νόμου ρυθμίζοντος διαφορετικά τα ζητήματα της σχέσης και της εν γένει υπηρεσιακής κατάστασης των συγκεκριμένων υπαλλήλων. Στον δημόσιο τομέα περιλαμβάνονταν αρχικώς όλοι οι κρατικοί φορείς, ανεξάρτητα από το καθεστώς δημοσίου ή ιδιωτικού ή μικτού δικαίου που τους διέπει, χωρίς όμως να συμπεριλαμβάνονται οι οικείοι δικηγορικοί σύλλογοι, οι οποίοι είναι ν.π.δ.δ. σωματειακής φύσης, που έχουν ως σκοπό την οργάνωση του δικηγορικού επαγγέλματος, τη ρύθμιση και την παρακολούθηση της επαγγελματικής δραστηριότητας των προσώπων που την ασκούν. Εντούτοις, τα εξαιρούμενα από τον δημόσιο τομέα ν.π.δ.δ. είναι μόνον εκείνα που ρητώς και περιοριστικώς αναφέρονται στη νομοθεσία, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται οι δικηγορικοί σύλλογοι ή άλλα σωματειακής φύσεως ν.π.δ.δ.. Η εξαίρεση των δικηγορικών συλλόγων ως προς την πρόσληψη του προσωπικού τους από την οριζόμενη διαδικασία προσλήψεων του Ν. 2190/1994 δεν συνεπάγεται και την εξαίρεσή τους από τον δημόσιο τομέα, όπως αβασίμως προβάλλεται από τον καθ’ ου Δικηγορικό Σύλλογο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό του καθ’ ου Συλλόγου ότι με την 1479/2018 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και την 1444/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι η νομική φύση της σχέσης που συνέδεε τους δικηγορικούς συλλόγους με το προσωπικό τους υπό το καθεστώς ισχύος του Κώδικα Δικηγόρων είναι μόνον αυτή του ιδιωτικού δικαίου, καθόσον και στις δύο αυτές αποφάσεις διατυπώνεται ρητώς κρίση περί της πρόσληψης προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αλλά με την επιφύλαξη της μη πρόβλεψης στη νομοθεσία που τους διέπει οργανικών θέσεων. Ο καθ’ ου Σύλλογος μη νόμιμα θεώρησε ότι οι ανωτέρω πράξεις δεν παράγουν έννομες συνέπειες λόγω της έκδοσής τους από νομικό πρόσωπο, το οποίο, καθ’ ο μέρος αφορά την πρόσληψη του προσωπικού του, λειτουργεί ως ιδιώτης που δύναται να προσλάβει προσωπικό μόνο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ότι, ως εκ τούτου, μη νομίμως μετατράπηκε με τις εν λόγω πράξεις σε σχέση δημοσίου δικαίου η σχέση εργασίας ι.δ.α.χ. που το συνέδεε με τους αιτούντες. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ως προς τους αιτούντες Ε. Γ., Χ. Σ., Α. Κ. Τ., Ε. Μ., Μ. Ν., Α. Π., Χ. Σ., Α. Τ., Ε. Γ., Κ. Κ., Κ. Μ., Δ. Μ., Σ. Μ., Θ. Σ., Α. Σ., Ι. Τ., Δ. - Π. Τ., Χ. Φ., Γ. Χ., Β. Μ., Α. Μ. και Κ. Κ., έκανε δεκτή κατά τα λοιπά και ακύρωσε την από 23.10.2018 πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και την ./24.10.2018 πράξη του Προέδρου αυτού ως προς τους αιτούντες για τους οποίους γίνεται δεκτή η αίτηση, κατά το αιτιολογικό. Επιπλέον, έκανε δεκτές τις παρεμβάσεις του Χ. Θ. και της Ε. Χ. και απέρριψε τις παρεμβάσεις των δικηγορικών συλλόγων Θεσσαλονίκης, Πρέβεζας, Καστοριάς, Λάρισας, Ιωαννίνων και Καλαμάτας.


Σύνδεσμος

ΣτΕ 268/2026 Τμ.Γ - Πλήρες κείμενο »