31 Ιαν 2022
Ο προσφεύγων, κάτοικος Αλίμου Αττικής και πρώην μισθωτός ασφαλιστικής εταιρείας, με την από 3 Ιουλίου 2019 προσφυγή του ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, αιτείται την ακύρωση της 1721/27.5.2019 αποφάσεως προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, οικονομικού έτους 2010, του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), με την οποία απερρίφθη ενδικοφανής προσφυγή του ανωτέρω κατά των 851 και 852/20.12.2018 πράξεων του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Παλλήνης. Δυνάμει των συγκεκριμένων προστίμων είχε επιβληθεί στον αιτούντα συμπληρωματικός φόρος εισοδήματος και πρόστιμο, πλέον τόκων, λόγω ανακρίβειας της οικείας φορολογικής δηλώσεως, καθώς και έκτακτη, εφάπαξ εισφορά του άρθρου 5 του Ν. 3833/2010, λόγω φορολόγησης για εισόδημα καταβληθέν από μισθωτές υπηρεσίες, κατά την αποχώρησή του από την εταιρεία στην οποία εργαζόταν και στο πλαίσιο ομαδικού συνταξιοδοτικού προγράμματος ασφάλισης του προσωπικού της. Η προσφυγή εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω σπουδαιότητας, με πράξη (22/2019) της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Αναφορικά με το ποσό της εφάπαξ ή περιοδικής παροχής, το οποίο ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον χρόνο αποχώρησής τους από την εταιρεία, σημειώνεται ότι ήταν προκαθορισμένο και απαλλαγμένο από τυχόν κινδύνους διακύμανσης της απόδοσης των κεφαλαίων του προγράμματος, καθώς και ότι η σύμβαση δεν περιλάμβανε πρόβλεψη περί διανομής στους ασφαλισμένους του προϊόντος της επενδύσεως των ασφαλίστρων σε περίπτωση υπεραπόδοσης των σχηματισθέντων μαθηματικών αποθεμάτων, ως αντιστάθμισμα του ανωτέρω. Κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 45 παρ. 1 του Κ.Φ.Ε., επιβλήθηκε με τις προσβαλλόμενες πράξεις φόρος εισοδήματος και έκτακτη εφάπαξ εισφορά σε ποσό ασφαλίσματος, καταβληθέντος στο πλαίσιο ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο δεν αποτελεί εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, ελλείψει ρητής προς τούτο νομοθετικής προβλέψεως, η οποία περιελήφθη στο άρθρο 7 παρ. 3 του Ν. 4110/2013. Επιπλέον, οι καταβληθείσες στο πλαίσιο ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου παροχές δεν συνιστούν, κατά το μέρος που αντιστοιχούν σε εισφορές του εργοδότη, μισθολογική παροχή και, κατ’ επέκταση, εισόδημα του δικαιούχου του ασφαλίσματος, υπαγόμενο, και προ του Ν. 4110/2013, σε φορολόγηση κατά τον χρόνο γένεσης του δικαιώματος είσπραξής του. Ακολούθως, οι εφάπαξ ή περιοδικές παροχές συνταξιοδοτικού προγράμματος ομαδικής ασφάλισης προσωπικού επιχείρησης, το δικαίωμα είσπραξης των οποίων, ανεξαρτήτως του χρόνου καταβολής τους, γεννήθηκε προ του Ν. 4110/2013, δεν υπάγονται στον κατ’ άρθρο 45 παρ. 1 του Κ.Φ.Ε. φόρο εισοδήματος, αλλά φορολογούνται, μόνον κατά το μέρος που αντιστοιχεί σε υπεραπόδοση των σχετικώς σχηματισθέντων μαθηματικών αποθεμάτων, ως εισόδημα από κινητές αξίες κατ’ άρθρο 24 παρ. 1 του Κ.Φ.Ε.. Για τις εν λόγω παροχές δεν κατέστη σαφές αν έχουν τον χαρακτήρα συντάξεως ή άλλου είδους φορολογητέας συνταξιοδοτικής παροχής, δεδομένου ότι χορηγούνται μεν σε πρόσωπα που αποχωρούν από την εργασία, λόγω της συμπλήρωσης ορισμένου χρόνου υπηρεσίας ή ορισμένου ηλικιακού ορίου και, κατά τούτο, ομοιάζουν με συντάξεις, πλην, όμως, δεν απονέμονται από κοινωνικοασφαλιστικούς οργανισμούς, ούτε, άλλωστε, έχουν ως αιτία την εκ του νόμου υπαγωγή των εργαζομένων στην κοινωνική ασφάλιση. Συνάμα, η ταύτιση του εργοδότη με την ασφαλιστική επιχείρηση, από την οποία έλαβε την παροχή, δεν αρκεί για να μεταβάλλει το χαρακτήρα του καταβληθέντος στον εργαζόμενο ασφαλίσματος, από μη φορολογητέα περιουσιακή προσαύξηση, προερχόμενη από τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, σε πρόσθετη μισθολογική παροχή, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 1 του Κ.Φ.Ε.. Επιπρόσθετα, η μη δυνατή φορολόγηση των καταβλητέων από τον εργοδότη ασφαλίστρων, ένεκα του τρόπου σχηματισμού τους (καταβολή κεφαλαίων σε λογαριασμό, προοριζόμενο για τη χρηματοδότηση του προγράμματος, χωρίς σύνδεση των καταβληθέντων κεφαλαίων με συγκεκριμένο εργαζόμενο), δεν καθίσταται ικανή να μεταβάλλει τη φύση αυτών ως μη φορολογητέας προσαύξησης της περιουσίας του προσφεύγοντος, ενεργοποιώντας την διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 του Κ.Φ.Ε.. Εξάλλου, το δικαίωμα του προσφεύγοντος προς είσπραξη της παροχής είχε ως άμεση αιτία όχι τη σύμβαση εργασίας που τον συνέδεε με την εργοδότριά του εταιρεία, αλλά τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, από την οποία απέρρεε και η αξίωση καταβολής του ασφαλίσματος. Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή και τις επ’ αυτής παρεμβάσεις. Διέταξε την επιστροφή των τυχόν καταβληθέντων από τον προσφεύγοντα ποσών φόρου εισοδήματος και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης.