Πρόσφατη νομολογία


16 Σεπ 2026

ΣτΕ 249/2026 Τμ.Α: Καταβολή ποσού σε ασφαλιστική εταιρεία από το Δημόσιο καθ’ υποκατάσταση αποζημίωσης προς ζημιωθέντα ιδιώτη από πράξεις/παραλείψεις οργάνων του Δημοσίου

Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της .../2018 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 18325/2015 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, μεταρρυθμίστηκε η απόφαση αυτή και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική ανώνυμη εταιρεία νομιμοτόκως το ποσό των 70.598,62 ευρώ, καθ’ υποκατάσταση της αναιρεσίβλητης στα δικαιώματα άλλης εταιρείας, ασφαλισμένης σε αυτήν και ζημιωθείσας από παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, στην οποία εταιρεία η αναιρεσίβλητη κατέβαλε το ποσό αυτό ως ασφαλιστική αποζημίωση. Με την ως άνω πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει για την ίδια αιτία το ποσό των 75.861,06 ευρώ. Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης εξαρτάται από την προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που ορίζεται στην § 3 του άρθρου 53 του Π.Δ. 18/1989, ο αναιρεσείων βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, επί του οποίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης (κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου), είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Μάλιστα, οι αποφάσεις προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση, είναι υποχρεωτικό να μνημονεύονται ειδικώς, ενώ το νομικό ζήτημα που κρίνεται με αυτές πρέπει να είναι ουσιώδες για την επίλυση εκείνων των διαφορών που ήχθησαν ενώπιον των δικαστηρίων. Στην περίπτωση που τεκμηριωθεί η αντίθεση της προσβαλλόμενης απόφασης προς τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις ή η έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αίτηση είναι παραδεκτή και ερευνάται μόνο κατά το μέρος και ως προς τους λόγους που αφορούν το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, για το οποίο είτε υπάρχει αντίθεση της προσβαλλόμενης απόφασης προς τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις είτε υπάρχει έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Περαιτέρω, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται και μόνο εάν διαπιστωθεί παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξης, παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας, αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου τους, δεδομένου ότι η ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. είναι αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από υπαιτιότητα των οργάνων τους. Για την υποκατάσταση ασφαλιστικής εταιρείας στα δικαιώματα ασφαλισμένου της έναντι τρίτου ζημιώσαντος αυτόν απαιτείται, για την απόδειξη της καταβολής και του χρόνου αυτής, ιδιωτικό έγγραφο με βέβαιη χρονολογία, ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επί του ισχυρισμού του Δημοσίου ότι υπάρχει αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τις 12/2014 και 2848/2012 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με την υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για ειδικότερη αιτιολόγηση της συναχθείσας βάσει ιδιωτικού εγγράφου κρίσης του σε περίπτωση που αμφισβητείται η χρονολογία σύνταξης του εγγράφου αυτού, όσο και για αιτιολογημένη απάντηση επί του σχετικού λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι απορριπτέος προεχόντως ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι από το δικόγραφο της έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου προκύπτει ότι το αναιρεσείον δεν είχε προβάλει ως λόγο έφεσης το ότι από την ενυπόγραφη εξοφλητική απόδειξη καταβολής του ασφαλίσματος της, βάσει της οποίας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε καταλήξει στην κρίση ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της ασφαλιστικής υποκατάστασης της αναιρεσίβλητης, δεν μπορούσε να προκύψει ούτε ο τρόπος ούτε ο χρόνος καταβολής του ασφαλίσματος και, συνακολούθως, ο χρόνος υποκατάστασης της αναιρεσίβλητης διότι η απόδειξη αυτή αποτελούσε ιδιωτικό έγγραφο χωρίς βέβαιη χρονολογία. Τέλος, οι ισχυρισμοί με τους οποίους το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε τον χρόνο καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης λόγω του ότι η οικεία εξοφλητική απόδειξη της δεν έφερε βέβαιη χρονολογία, προβλήθηκαν ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου απαραδέκτως το πρώτον με το επί της έφεσης από 16.11.2017 υπόμνημά του και νομίμως εξ αυτού του λόγου απερρίφθησαν σιωπηρώς από το δικάσαν δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και επέβαλε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.


Σύνδεσμος

ΣτΕ 249/2026 Τμ.Α - Πλήρες κείμενο »