6 Φεβ 2026
Με με την υπό κρίση αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση ογδόντα οκτώ (88) αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες απερρίφθησαν, ως απαράδεκτες, λόγω ποσού, κατ’ άρθρο 92 § 2 ΚΔιοικΔ, εφέσεις του αναιρεσείοντος κατά ισάριθμων αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Από τις διατάξεις του άρθρου 92 § 2 ΚΔιοικΔ συνάγεται ότι, σε περιπτώσεις που αμφισβητείται η νομιμότητα πράξης επιβολής προστίμου ή πράξης απαλλαγής από πρόστιμο, η κατ’ έφεση διαφορά έχει χρηματικό αντικείμενο, το οποίο αντιστοιχεί, κατά περίπτωση, στο ποσό του επιβληθέντος προστίμου ή του προστίμου, από την καταβολή του οποίου απηλλάγη ο διοικούμενος. Σε περίπτωση, εξάλλου, που το αντικείμενο της διαφοράς αποτελείται από περισσότερα αυτοτελή και διακεκριμένα μεταξύ τους πρόστιμα, το εκκλητό κρίνεται χωριστά, για καθένα από αυτά, όπως το ποσό του καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση, ακόμη και αν τα αυτοτελή αυτά πρόστιμα έχουν καταλογισθεί με μία και μόνον διοικητική πράξη. Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται και στην περίπτωση άσκησης κοινής έφεσης κατά περισσότερων αποφάσεων, με τις οποίες είτε επεβλήθη το πρώτον πρόστιμο είτε ακυρώθηκε η απαλλαγή του καθ’ ου η προσφυγή από την επιβολή συγκεκριμένου προστίμου, το ύψος του οποίου καθορίζεται ευθέως εκ του νόμου, χωρίς να καταλείπεται στη διοίκηση εξουσία επιμέτρησής του. Ο περιορισμός του εκκλητού των δικαστικών αποφάσεων, με κριτήριο το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς, δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και το δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ούτε στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, που εγγυάται μεν το δικαίωμα σε «δίκαιη δίκη», όχι, όμως, και το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων κατά δικαστικών αποφάσεων. Οι διαφορές που ήχθησαν, εν προκειμένω, ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατόπιν προσφυγής του Οικονομικού Επιθεωρητή, έχουν χρηματικό αντικείμενο, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό του αμφισβητούμενου, με κάθε έφεση, προστίμου, το οποίο επιβάλλεται, κατ’ άρθρο 147 § 2 του ΤελΚ, σε περιπτώσεις τέλεσης απλών τελωνειακών παραβάσεων, για τις οποίες δεν προβλέπεται «από ειδική διάταξη» της τελωνειακής νομοθεσίας η επιβολή μεγαλύτερου προστίμου. Δεν ασκεί, από της απόψεως αυτής, επιρροή ότι το ανακύπτον σε κάθε υπόθεση ζήτημα αφορά στη νομιμότητα ή μη της αντιστοίχως προσβληθείσης απαλλακτικής απόφασης του Διευθυντή του Β΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης, δεδομένου ότι, με τις πράξεις αυτές, αποφασίσθηκε, πάντως, η απαλλαγή του αναιρεσείοντος από το προβλεπόμενο για κάθε τελωνειακή παράβαση πρόστιμο, το ύψος του οποίου καθορίζεται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, απευθείας στον νόμο, χωρίς να καταλείπεται στην τελωνειακή διοίκηση ευχέρεια επιμέτρησής του. Για τον προσδιορισμό, εξάλλου, του ποσού της κατ’ αναίρεση αγόμενης διαφοράς, λαμβάνεται υπόψη το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στο πρόστιμο ή τα πρόστιμα που επεβλήθησαν με κάθε πρωτόδικη απόφαση χωριστά ή για την επιβολή των οποίων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανέπεμψε την υπόθεση στην τελωνειακή αρχή. Δεν μπορεί, αντιθέτως, να ληφθεί υπόψη το άθροισμα των επιβληθέντων ή επιβλητέων κατά νόμον προστίμων, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Υπό τα δεδομένα αυτά, εφόσον, δηλαδή, το χρηματικό αντικείμενο της παρούσας αναιρετικής διαφοράς κυμαίνεται, για κάθε υπόθεση, μεταξύ τριακοσίων (300) και εξακοσίων (600) ευρώ, σε ποσό, δηλαδή, κατά πολύ κατώτερο του κατ’ άρθρο 53 § 4 του Π.Δ. 18/1989 ορίου, η κρινόμενη αίτηση κρίθηκε απαράδεκτη, λόγω ποσού. Σε κάθε περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση κρίθηκε κατά το μέρος αυτό, και αβάσιμη, διότι, λόγω του χρηματικού αντικειμένου των υποθέσεων, οι επ’ αυτών εκδοθείσες αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων ήταν ανέκκλητες, λόγω ποσού, κατ’ άρθρο 92 § 2 ΚΔιοικΔ, με αποτέλεσμα οι κατ’ αυτών στρεφόμενες εφέσεις να ασκούνται απαραδέκτως, όπως ορθώς κρίθηκε με κάθε μία από τις ήδη προσβαλλόμενες εφετειακές αποφάσεις. Για τους ίδιους λόγους, αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 περ. β΄ και 6 ΚΔιοικΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, για την εκδίκαση των μεν προσφυγών ήταν το μονομελές πρωτοδικείο, των δε εφέσεων που ασκήθηκαν κατά των πρωτόδικων αποφάσεων το μονομελές εφετείο, όπως ορθώς κρίθηκε με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, με τις οποίες ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως, αναφερόμενος σε ζήτημα που, κατ’ άρθρο 92 § 4 περ. α΄ ΚΔιοικΔ, ερευνάται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ακόμη και αν το ποσό της διαφοράς είναι κατώτερο του ορίου του εκκλητού, εξετάσθηκε και απερρίφθη επί της ουσίας. Απορριπτέος, τέλος, ως απαραδέκτως προβαλλόμενος κρίθηκε ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο δεν πλήττονται κρίσεις των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων - οι οποίες περιορίσθηκαν στην απόρριψη ως απαραδέκτων των αντίστοιχων εφέσεων, χωρίς να περιλαμβάνουν κρίσεις επί της ουσίας των υποθέσεων - αλλά των πρωτόδικων αποφάσεων, με τις οποίες είχαν αντιμετωπισθεί οι πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή χρηματικών κυρώσεων για τις ένδικες παραβάσεις. Επιπλέον, χρηματικό αντικείμενο έχουν και οι διαφορές, επί των οποίων εκδόθηκαν οι 751, 779 και 789/2019 αποφάσεις του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες αφορούν στη νομιμότητα πλειόνων πράξεων επιβολής προστίμων των άρθρων 147 § 2 και 42 § 2 ΤελΚ. Δεδομένου ότι, και στις περιπτώσεις αυτές, για τον προσδιορισμό του χρηματικού αντικειμένου που άγεται κατ’ αναίρεση, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη το άθροισμα των επιμέρους επιβληθέντων στον αιτούντα προστίμων, αλλά το ποσό του επιβληθέντος, με κάθε πράξη, προστίμου, το οποίο κυμαίνεται μεταξύ 400 (300 + 100) και 16.500 ευρώ, σε ποσό, δηλαδή, κατώτερο του κατ’ άρθρο 53 § 4 Π.Δ. 18/1989 ορίου (40.000 ευρώ), η υπό κρίση αίτηση ασκείται απαραδέκτως, και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των προαναφερόμενων εφετειακών αποφάσεων (751, 779 και 789 του ΜονΔΕφΘεσ/νίκης). Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι νομίμως απερρίφθησαν ως ανέκκλητες, κατ’ άρθρο 92 § 2 ΚΔιοικΔ, οι αντίστοιχες εφέσεις κατά των πρωτόδικων αποφάσεων, οι οποίες, νομίμως, επίσης, εκδικάσθηκαν, κατ’ άρθρο 6 § 1 περ. β΄ ΚΔιοικΔ, από το μονομελές και όχι από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, κρίση που ισχύει και για την υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκαν οι 1723/2015 και 789/2019 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου και του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, χωρίς να ασκεί, για την εφαρμογή του άρθρου 92 § 2 ΚΔιοικΔ, επιρροή το γεγονός ότι τα πενήντα πέντε (55) αυτοτελή πρόστιμα, συνολικού ύψους 16.500 ευρώ, είχαν επιβληθεί στον αναιρεσείοντα με την ίδια καταλογιστική πράξη. Κατόπιν τούτων, το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση.