Πρόσφατη νομολογία


30 Ιαν 2026

ΣτΕ 2339/2025 Τμ.Ε: Αναίρεση πρωτόδικης απόφασης λόγω μη λήψης υπόψη νομολογίας του ΣτΕ βάσει της οποίας εξετάζεται αυτεπάγγελτα το έννομο συμφέρον του αιτούντος

Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της απόφασης 512/2023 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ακυρώθηκε, κατόπιν αποδοχής προσφυγής του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ “Εκκλησία της Ελλάδος”, η παράλειψη του αναιρεσείοντος Δήμου να διαβιβάσει στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας αίτηση του αναιρεσιβλήτου περί άρσεως ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου επί της συμβολής της … και των οδών … (νυν …) και …, στη Θεσσαλονίκη, το οποίο έχει διατεθεί για τη διάνοιξη της οδού … και τη διαμόρφωση του παρακείμενου χώρου πρασίνου στη συμβολή με τη ... Καθ’ ερμηνεία της κρινόμενης αίτησης, προβλήθηκε, ότι κατά παράβαση των οριζομένων στις διατάξεις των άρθρων 25 Συντ., 966 ΑΚ, 2 και 22 του ν.δ της 17.7/16.81923, κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη ότι η προσφυγή του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ ασκήθηκε παραδεκτώς από πλευράς εννόμου συμφέροντος, διότι, ουδέποτε περιήλθε η κυριότητα του επίδικου ακινήτου στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ. Τούτο δε, κατά τον αναιρεσείοντα, προκύπτει από τα εξής: α) Τα σχετικά τμήματα του επίμαχου ακινήτου είχαν προσλάβει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 § 1 του ν.δ. της 17.7/16.81923, δυνάμει του Π.Δ. της 27.1.1925 “περί εγκρίσεως του σχεδίου πόλεως Θεσσαλονίκης” και του Π.Δ. της 4.8.1931 “περί τροποποιήσεως του σχεδίου της πόλεως της Θεσσαλονίκης”, την ιδιότητα των κοινοχρήστων πραγμάτων. Με αυτό το δεδομένο, το ως άνω ακίνητο κατέστη, βάσει του άρθρου 966 ΑΚ, πράγμα εκτός συναλλαγής και συνεπώς ανεπίδεκτο μεταβίβασης ήδη πριν τη κυρωθείσα με το από 9/8.10.1952 ΒΔ, σύμβαση μεταξύ του Δημοσίου και του ΟΔΕΠ, στην οποία το ακίνητο αυτό αναφέρεται μεταξύ των παραχωρούμενων από το Δημόσιο στην Εκκλησία της Ελλάδας αστικών ακινήτων σε αντάλλαγμα των παραχωρούμενων αγρών και βοσκοτόπων από την Εκκλησία στο Δημόσιο προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων, β) Το επίμαχο ακίνητο δεν περιήλθε στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης Εκκλησίας της Ελλάδας (καθολικής διαδόχου του ΟΔΕΠ), με την ανωτέρω σύμβαση, στην οποία περιελήφθη από παραδρομή ή άλλη αιτία, καθώς το κυρωτικό της σύμβασης Β.Δ. βρίσκεται εκτός της εξουσιοδότησης του άρθρου 36 § 4 του Ν.Δ. 2185/1952, με την οποία προβλέπεται ότι από τη δημοσίευση του κυρωτικού της ανωτέρω σύμβασης Β.Δ. το Δημόσιο αποξενώνεται οριστικώς από κάθε δικαίωμα επί των περιλαμβανόμενων στην ανωτέρω σύμβαση αστικών ακινήτων. Και τούτο διότι η διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη, βάσει του άρθρου 104 του Συντάγματος του 1952, με το οποίο προβλέφθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση μόνο των αγροτικής φύσεως κτημάτων προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, δεν αναφέρεται σε ακίνητα που κατέστησαν κοινόχρηστα, όπως το επίδικο. Με αυτά τα δεδομένα ο αναιρεσείων Δήμος προέβαλε ότι το επίδικο ακίνητο στο σύνολό του ουδέποτε διέφυγε της κυριότητας του Δημοσίου και ότι από τη στιγμή που κατέστη κοινόχρηστο περιήλθε στην κυριότητα του Δήμου Θεσσαλονίκης, γ) κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 4 του Α.Ν. 1539/1938 σχετικά με την παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί ακινήτων κτημάτων και του άρθρου 1 § 1 του ΝΔ 31/1968 σχετικά με την εφαρμογή επί των κτημάτων των δήμων και κοινοτήτων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη Εκκλησία της Ελλάδας είχε έννομο συμφέρον για την άσκηση της προσφυγής, δεδομένου ότι επί του επίδικου ακινήτου δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας (της Εκκλησίας), σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις, έως την 2.12.1968, οπότε άρχισε να ισχύει το ΝΔ 31/1968. Όπως δε ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ο ΟΔΕΠ δεν είχε ποτέ τη νομή ή την κατοχή των επίδικων ακινήτων, ούτε ακόμη και μετά το έτος 1952, οπότε συνήψε την προαναφερθείσα σύμβαση με το Δημόσιο. Σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα Δήμο, επί των ακινήτων αυτών αποτυπώνονται στα συνταχθέντα κατά καιρούς τοπογραφικά διαγράμματα αυθαίρετα κτίσματα τουλάχιστον από το έτος 1933, τα οποία και κατεδαφίστηκαν από το Δήμο για τη διάνοιξη της οδού … το έτος 1982 και τη διαμόρφωση από το Δήμο ελεύθερου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων το έτος 1998. Με τα δεδομένα αυτά το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης Εκκλησίας της Ελλάδας να ζητήσει την άρση της γενόμενης απαλλοτρίωσης υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, σε εικοσαετή παραγραφή που υπόκειται και η διεκδικητική αγωγή του ακινήτου και αρχίζει από την κατάληψη του ακινήτου από τον υπερ ου η απαλλοτρίωση και πάντως, σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα αυτό της αναιρεσίβλητης Εκκλησίας της Ελλάδας αποδυναμώθηκε. Προκειμένου να δικαιολογηθεί η παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναιρέσεως προβλήθηκε ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν εξετάσθηκε το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου στο πλαίσιο του αυτεπάγγελτου ελέγχου του εννόμου συμφέροντος του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ για την άσκηση της προσφυγής και, ως εκ τούτου, η κρίση περί του παραδεκτού αυτής έρχεται σε αντίθεση με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, μεταξύ των οποίων, οι αποφάσεις 3749/20215, 672/2006, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι το δικαστήριο οφείλει, στο πλαίσιο της κατά νόμο υποχρεώσεώς του προς αυτεπάγγελτη εξέταση του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος, να εξετάζει εάν, με βάση τα προσκομιζόμενα ή υφιστάμενα στοιχεία, αυτός φέρεται ως κύριος του επίμαχου ακινήτου, υποχρεούμενο, στην περίπτωση αυτή, να συνεξετάσει και αντίστοιχους καταλλήλως τεκμηριούμενους αντίθετους ισχυρισμούς των λοιπών διαδίκων. Ο ισχυρισμός αυτός περί της αντιθέσεως της εκκαλουμένης, όσον αφορά στη συνδρομή εννόμου συμφέροντος του ΝΠΔΔ της Εκκλησίας της Ελλάδας για την άσκηση της προσφυγής, προς τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε βάσιμος. Πράγματι, το δικάσαν δικαστήριο, παρ’ ότι η κυριότητα του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ επί των επιμάχων ακινήτων αμφισβητήθηκε με συγκεκριμένους ισχυρισμούς του Δήμου Θεσσαλονίκης, μνημονεύονται δε στην αναιρεσιβαλλόμενη αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων σχετικές με την προαναφερόμενη σύμβαση εξαγοράς όσο και με το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου να επιδιώξει αποζημίωση για τα επίμαχα ακίνητα, διατύπωσε την κρίση ότι, η Εκκλησία της Ελλάδας «φέρεται» να είναι κύριος του επίδικου ακινήτου, χωρίς όμως να εκφέρει παρεμπίπτουσα κρίση ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτού, τούτο δε υπολαμβάνοντας προδήλως ότι δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του η συναγωγή σχετικής παρεμπίπτουσας κρίσης. Συνεπώς, κρίθηκε ότι η αίτηση ασκήθηκε παραδεκτώς, ο δε ως άνω προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, είναι, βάσιμος. Ενόψει του ότι η υπόθεση δεν ήταν εκκαθαρισμένη κατά το οικείο πραγματικό της, παραπέμφθηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης για νέα νόμιμη κρίση.


Σύνδεσμος

ΣτΕ 2339/2025 Τμ.Ε - Πλήρες κείμενο »