4 Φεβ 2026
Με την κρινομένη αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της υπ αριθμ. 3152/2023 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατά της υπ’ αριθμ. 14193/2020 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού δέχτηκε εν μέρει την από 17.07.2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, εισαγγελικού λειτουργού αποσπασθέντος στην Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία της Ε.Ε., ανεγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να του καταβάλει χρηματικό ποσό, ως διαφορά της προσαύξησης λόγω στέγης, για το χρονικό διάστημα από 01.09..2016 έως 15.07.2018. Η υπό κρίση αίτηση, κατατεθείσα την 11η Μαρτίου 2024, διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3900/2010, το δε χρηματικό αντικείμενο της δεν υπερβαίνει το όριο των 40.000 ευρώ. Το αναιρεσείον ισχυρίστηκε ότι η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου δεν είναι ορθή, διότι η μη εξομοίωση του οικειοθελώς αποσπωμένου στην Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαστικού λειτουργού, ως προς το ύψος της προσαύξησης λόγω στέγης, προς τους διπλωματικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, οι οποίοι ως εκ της φύσεως της αποστολής τους και των καθηκόντων τους συνιστούν ειδική κατηγορία υπαλλήλων, δεν παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 26, 87 § 1 και 88 § 2 του Συντάγματος, μέσω των οποίων επιβάλλεται η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών, ως εγγύηση της ανεξαρτησίας τους. Προς θεμελίωση του παραδεκτού προβολής του λόγου αυτού προβλήθηκε, κατ’ επίκλησιν του άρθρου 2 Ν. 3900/2010, ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η υπ’ αριθμ. 2/19609/0022/ 14.04.20006 κοινή υπουργική απόφαση, καθ’ ό μέτρο προβλέπει χαμηλότερο ποσοστό προσαύξησης λόγω στέγης για τους δικαστικούς λειτουργούς αντίκειται στα άρθρα 26, 87 § 1 και 88 § 2 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου παραδεκτώς προβάλλεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, αφού για το εν λόγω κρίσιμο νομικό ζήτημα δεν υφίσταται νομολογία του ΣτΕ. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, κρίθηκε απορριπτέος, διότι το δικάσαν δικαστήριο επέλεξε το μισθολογικό καθεστώς των διπλωματών ως το πλέον συναφές προς αυτό των δικαστών, χωρίς να διατυπώσει, ως εσφαλμένως υπολαμβάνει το αναιρεσείον, οιαδήποτε κρίση περί αντισυνταγματικότητας νόμου, κανονιστικής πράξης ή υπερνομοθετικής διάταξης, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση αίτησης αναίρεσης, κατ’ άρθρο 2 του Ν. 3900/2010.