29 Απρ 2026
Στο ΣτΕ υπεβλήθησαν προδικαστικά ερωτήματα, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 115/2024 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων, αναφορικά με ζητήματα που προέκυψαν κατά την εκδίκαση της ασκηθείσης ενώπιόν του ανακοπής εκ μέρους της Δημοτικής Επιχείρησης υπό την επωνυμία «Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Κισσάμου». Περαιτέρω, η ανακόπτουσα επεδίωξε με την εν λόγω ανακοπή την ακύρωση δώδεκα εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας Τραπεζών ως τρίτων, τις οποίες επέβαλε στις 29.7.2016 ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Χανίων εις βάρος της Επιχείρησης, μέχρι του ποσού των 883.793,29 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε ληξιπρόθεσμα χρέη της προς το επισπεύδον Δημόσιο, προερχόμενα από «εισφορές και τέλος» έτους 2012, καθώς και από αντάλλαγμα για την παραχώρηση δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης αιγιαλού και παραλίας. Η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΣτΕ από τακτικό διοικητικό δικαστήριο για «ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος» έχει ως βασικές προϋποθέσεις την άσκηση της αρμοδιότητας του διοικητικού δικαστηρίου, καθώς και της διαπίστωσης της αναγκαιότητας της επίλυσης του συγκεκριμένου ζητήματος για την έκδοση οριστικής απόφασης. Στη δε απόφασή του, το τακτικό διοικητικό δικαστήριο που διατυπώνει το προδικαστικό ερώτημα οφείλει να παραθέτει και να τεκμηριώνει τους λόγους για τους οποίους το ζήτημα που ανέκυψε στη διαφορά που άγεται ενώπιόν του, συνιστά ζήτημα «γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων», καθώς και να αναδεικνύει επαρκώς -με την παράθεση των νομίμως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως καθώς και του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου- ότι το ζήτημα για το οποίο υποβάλλεται το ερώτημα είναι κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, χωρίς ν’ απαιτείται να λαμβάνει αιτιολογημένα θέση επί του νομικού ζητήματος που τίθεται με αυτό, αν και τούτο είναι σκόπιμο προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν υποκαθίσταται στην κρίση τού κατ’ αρχήν αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου και δεν αποφαίνεται πρωτογενώς για τη φύση του ζητήματος για το οποίο υποβάλλεται το προδικαστικό ερώτημα ως «γενικότερου ενδιαφέροντος», πλην προδήλων περιπτώσεων, ούτε και για την λυσιτέλεια του διατυπωθέντος προδικαστικού ερωτήματος, ενώ εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, απέχει της απάντησης στο υποβληθέν ερώτημα. Το ερωτών δικαστήριο διαπιστώνει περαιτέρω ότι στη νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων υφίσταται διχογνωμία ως προς τα χρονικά όρια, εντός των οποίων πρέπει ν’ ασκηθεί υπό τους όρους αυτούς το ένδικο βοήθημα για δεύτερη φορά. Συγκεκριμένα, άλλοτε γίνεται δεκτό ότι η δεύτερη αυτή ανακοπή (ή προσφυγή) μπορεί παραδεκτώς ν’ ασκηθεί ακόμη και προτού να τελεσιδικήσει η απορριπτική της πρώτης ανακοπής (ή προσφυγής) απόφαση, εφ’ όσον πάντως η τελεσιδικία της πρώτης απόφασης επέλθει έως τη συζήτηση της δεύτερης ανακοπής στο ακροατήριο, ενώ, αντιθέτως, άλλες αποφάσεις δέχονται ότι μόνον μετά την τελεσιδικία της πρώτης απορριπτικής απόφασης είναι επιτρεπτή η άσκηση δεύτερης (προσφυγής ή) ανακοπής, η οποία αλλιώς ασκείται προώρως και είναι εξ αυτού απορριπτέα, μνημονεύεται δε ικανός αριθμός προσφάτων αποφάσεων διαφόρων διοικητικών δικαστηρίων προς αμφότερες τις κατευθύνσεις και αποδίδεται συνοπτικά η σχετική επιχειρηματολογία. Μόνος ο διαπλαστικός χαρακτήρας των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της ανακοπής δεν επιβάλλει άνευ ετέρου όμοια μεταχείριση ή εξομοίωσή τους ως προς τους κατ᾿ ιδίαν όρους του παραδεκτού τους, για τους οποίους ο νόμος δεν διέλαβε ρητή ρύθμιση. Περαιτέρω, η δυνατότητα άσκησης υπό προϋποθέσεις δεύτερης προσφυγής, παρεσχέθη εντελώς εξαιρετικά, με βάση ρητές νομοθετικές ρυθμίσεις, έχοντας αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής αντιμετώπισης από τον νομοθέτη, χωρίς να αποτελεί γενική ρύθμιση, εμπίπτουσα στις «γενικές διατάξεις» του Πρώτου Μέρους του Κώδικα. Η ερμηνευτική εκδοχή του αποκλεισμού της άσκησης δεύτερης ανακοπής από τον ίδιο διάδικο κατά των αυτών πράξεων εκτέλεσης έχει υπέρ αυτής το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι δεν διαρρηγνύει τη συστηματική συνοχή της δικονομίας των διαφορών περί την εκτέλεση, με τη νομολογιακή διάπλαση ολοκλήρου περαιτέρω πλέγματος κανόνων διαδικασίας. Το Δικαστήριο κατατείνει στην παραδοχή ότι το άρθρο 70 § 1 ΚΔιοικΔ, κατά το μέρος που επιτρέπει την άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο διάδικο κατά των αυτών πράξεων σε περίπτωση που το ένδικο βοήθημα είχε απορριφθεί για λόγους τυπικούς, είναι ανεπίδεκτο εφαρμογής σε δίκες περί την εκτέλεση, οι οποίες εισάγονται με ανακοπή, ενώ ο εν λόγω αποκλεισμός της δυνατότητας να ασκηθεί δεύτερη ανακοπή σε περίπτωση που η πρώτη έχει απορριφθεί δεν αντίκειται σε καμία υπέρτερης τυπικής ισχύος διάταξη που κατοχυρώνει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, ιδίως στο άρθρο 20 § 1 Συντ. και στο άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ. Ακολούθως, το Δικαστήριο απείχε από την απάντηση στο έτερο προδικαστικό ερώτημα και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων.