19 Ιαν 2026
Με αίτηση ακυρώσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, ζητήθηκε η ακύρωση: α. της από 18.1.2018 βεβαίωσης οριστικής υπαγωγής στον Ν. 4495/2017 τριώροφης οικοδομής στην Ερμούπολη Σύρου και β. της έγκρισης εργασιών αποπεράτωσης αυθαιρέτων κατασκευών υπ’ αρ. …/17.10.2019 της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Σύρου – Ερμούπολης. Η κρινόμενη αίτηση εισήχθη, λόγω σπουδαιότητας, ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διατάξεις της § 3 του άρθρου 110 του Ν. 4495/2017 εκφράζουν το θεμιτό κατ’ αρχήν και εύλογο ενδιαφέρον της Πολιτείας να ρυθμίσει την τύχη αυθαιρέτων τα οποία, ανεγερθέντα δυνάμει οικοδομικής αδείας, η οποία ακυρώθηκε στη συνέχεια με δικαστική απόφαση, δεν κατέστη δυνατόν να περιληφθούν στις διατάξεις οι οποίες προέβλεψαν αθρόα νομιμοποίηση αυθαιρέτων κατασκευών που ανεγέρθηκαν ως τις 28.7.2011. Με την απόφαση 1858/2015 της Ολομελείας του ΣτΕ, οι διατάξεις του άρθρου 23 § 6 του Ν. 4178/2013 κρίθηκαν ανίσχυρες ως αντιβαίνουσες στα άρθρα 26, 20 § 1 και 95 § 5 του Συντάγματος. Οι εφαρμοστέες εν προκειμένω νεότερες ρυθμίσεις του Ν. 4495/2017 (άρθρο 110 § 3) ρυθμίζουν το αυτό ζήτημα, επιλέγοντας ως λύση το αυτό σύστημα αυτόματης υπαγωγής των συγκεκριμένων αυθαιρέτων, των οποίων οι οικοδομικές άδειες έχουν ακυρωθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 4495/2017 και εξαιρώντας τις οικείες κατασκευές από την κατεδάφιση, αφού γίνει απλή αναφορά και κατηγοριοποίηση των λόγων που οδήγησαν στη δικαστική ακύρωση των αντίστοιχων οικοδομικών αδειών. Οι εν λόγω διατάξεις, ανεξαρτήτως αν ορώμενες στο σύνολό τους αποτελούν εξαίρεση και όχι τον κανόνα αναφορικά με τη μεταχείριση των δικαστικώς ακυρωθεισών οικοδομικών αδειών, σκοπούν να εμποδίσουν την παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας που θα γεννιόταν από τη διαφορετική αντιμετώπιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων μεταξύ πολιτών που υπήχθησαν στις ευεργετικές διατάξεις περί «νομιμοποιήσεως» των αυθαιρέτων κατασκευών τους και άλλων των οποίων η οικοδομική άδεια ακυρώθηκε για λόγους που δεν αφορούν σε υπαίτια συμπεριφορά τους. Ωστόσο, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής της αρχής της ισότητας, διότι πρωτογενώς μεν αντιμετωπίζεται το ζήτημα κατασκευής και διατήρησης αυθαιρέτων κατασκευών στη Χώρα με αθρόα «νομιμοποίηση», όταν όμως έχει μεσολαβήσει δικαστική κρίση και ακύρωση οποιασδήποτε οικοδομικής άδειας, ανακύπτει δευτερογενώς ζήτημα προσηκούσης συμμορφώσεως και γενικώς διαμορφώσεως της μετ’ ακύρωσιν καταστάσεως, διαφορετικής πλέον και όχι «ουσιωδώς ομοίας» με εκείνη που πρωτογενώς ρυθμίστηκε εν πρώτοις από τον νομοθέτη. Από τις επίμαχες διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι δεν έλαβε χώρα στάθμιση συμφερόντων, αφού δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη από την οποία να προκύπτει η έμπρακτη εφαρμογή των συνταγματικών αρχών της διακρίσεως των εξουσιών και της υποχρεώσεως συμμορφώσεως προς δικαστικές αποφάσεις, καθώς και του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, προκειμένου να ρυθμιστεί κατά νόμιμο τρόπο η τύχη της εξεταζόμενης ειδικής κατηγορίας αυθαιρέτων. Επιπλέον, το εδάφιο α΄ της § 3 του επίμαχου άρθρου 110 (του Ν. 4495/2017) περιλαμβάνει ρύθμιση με την οποία αποδυναμώνεται ανεπιτρέπτως το ισχύον κατά το Σύνταγμα σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια, εισάγοντας ρήγμα στην έννομη τάξη με δυσανάλογα αποτελέσματα μη υπηρετούντα τον θεμιτό καταρχήν σκοπό του νομοθέτη. Ειδικότερα δε, όσον αφορά τις 2 πρώτες περιπτώσεις της § 3 (εδάφια α΄ και β΄) που αναφέρονται σε ακύρωση λόγω εφαρμογής ανίσχυρου ή εσφαλμένου πολεοδομικού καθεστώτος προβλέπεται αυτόματη η εφαρμογή τους με διατήρηση ακέραιου του κτιρίου ως είχε σύμφωνα με την ακυρωθείσα άδεια, παρ’ όλον ότι έχει διαπιστωθεί παράβαση κανόνων της ουσιαστικής πολεοδομικής νομοθεσίας. Με τον τρόπο, ωστόσο, αυτόν οι επίμαχες ρυθμίσεις ισοδυναμούν με πρόβλεψη της αυτόματης αναβίωσης οικοδομικών αδειών που ακυρώθηκαν με δικαστική απόφαση για ουσιαστικούς πολεοδομικούς λόγους και, ως εκ τούτου, αποτυγχάνουν στην εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων πολιτών και των συντρεχουσών πλευρών του δημοσίου συμφέροντος: Την ανάγκη προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του δικαιούχου της ακυρωθείσας οικοδομικής αδείας, της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας εκείνου που επέτυχε τη δικαστική ακύρωση της αδείας για ουσιαστικό πολεοδομικό λόγο, την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς το περιεχόμενο ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων και της προστασίας του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος. Προς τούτο θα ήταν θεμιτή ή και πρόσφορη η πρόβλεψη εκδόσεως άλλης διοικητικής πράξης, η οποία θα επέτρεπε την εξαίρεση από την κατεδάφιση κατόπιν εξιδιασμένης κρίσης μετ’ εκτίμηση προϋποθέσεων πολεοδομικού χαρακτήρα διαφόρων εκείνων ενόψει των οποίων κρίθηκε δικαστικώς η νομιμότητα της ακυρωθείσης οικοδομικής αδείας και συναφών προς το ρυθμιζόμενο θέμα κατά τα πρότυπα της εξαίρεσης από την κατεδάφιση αυθαιρέτων των άρθρων 15 § 1 και 16 § 1 του Ν. 1337/1983. Θεμιτή θα ήταν επίσης ρύθμιση προβλέπουσα ότι η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία για την εφαρμογή των περ. α΄ και β΄ της § 3 του άρθρου 110 του Ν. 4495/2017 (ΠΕΣΥΠΟΘΑ) θα διαθέτει ουσιαστικές πολεοδομικές αρμοδιότητες, η άσκηση των οποίων θα επιτρέπει τη διατήρηση των τμημάτων της οικοδομής που δεν παραβιάζουν τις ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις, επί της ερμηνείας και εφαρμογής των οποίων έκρινε το Δικαστήριο, με την έκδοση άδειας νομιμοποίησης των τμημάτων αυτών και την ταυτόχρονη τροποποίηση, απομάκρυνση ή καθαίρεση του τμήματος που παραβιάζει τις εν λόγω πολεοδομικές διατάξεις στις περιπτώσεις που αυτό είναι πρακτικά και τεχνικά δυνατό (βλ. και άρθρο 110 § 3 περ. δ΄, όπως ισχύει και άρθρο 106 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο). Με τα ανωτέρω δεδομένα οι διατάξεις του άρθρου 110 § 3 εδάφια α΄ και β΄ του Ν. 4495/2017 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 § 41 του Ν. 4546/2018 είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες στα άρθρα 26 § 1, 95 § 5 και 20 § 1 του Συντάγματος. (Μειοψ.). Εν προκειμένω, η πράξη υπαγωγής της αυθαίρετης οικοδομής των παρεμβαινόντων στον Ν. 4495/2017 ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 110 § 3 περ. α΄ και β΄ του Ν. 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 § 41 του Ν. 4546/2018, η οποία, κατά την άποψη που επικράτησε στο Τμήμα, αντίκειται στο Σύνταγμα. Επομένως, θα έπρεπε να ακυρωθούν η πρώτη προσβαλλόμενη βεβαίωση και η, στηριζόμενη σε αυτήν, έγκριση εργασιών αποπεράτωσης αυθαιρέτων κατασκευών [δεύτερη προσβαλλόμενη], η οποία απώλεσε το νόμιμο έρεισμά της. Το Τμήμα παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια λόγω σπουδαιότητας.