11 Φεβ 2026
Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση της …/26.08.2022 (θέμα 2) απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, με τίτλο «Εποπτική Αξιολόγηση της καταλληλότητας του κ. Γ. Σ. ως Εκτελεστικού Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"». Με την ανωτέρω απόφαση ο αιτών αξιολογήθηκε αρνητικά για την ανωτέρω θέση λόγω έλλειψης της απαιτούμενης εργασιακής εμπειρίας και δεν εγκρίθηκε η ανάθεση σε αυτόν και η άσκηση των καθηκόντων του εκτελεστικού Αντιπροέδρου του Δ.Σ. του πιστωτικού ιδρύματος για το χρονικό διάστημα από την ανάληψή τους (29.6.2022) έως την παραίτησή του (4.8.2022) από την ως άνω θέση. Για την αποτελεσματική άσκηση της εποπτείας επί των πιστωτικών ιδρυμάτων οι αρμόδιες αρχές εξοπλίσθηκαν με όλες τις εποπτικές εξουσίες παρέμβασης στις δραστηριότητες των ιδρυμάτων και προβλέφθηκε ευρύτατο φάσμα κυρώσεων και μέτρων, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την απομάκρυνση από το διοικητικό όργανο των προσώπων που κρίνονται ακατάλληλα λόγω έλλειψης των απαιτούμενων προσόντων, ως ύστατο δε μέτρο ακόμη και την ανάκληση της άδειας του ιδρύματος. Σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, η αξιολόγηση των εν λόγω προσώπων διέπεται από την αρχή της αναλογικότητας, ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση του αναγκαίου μέτρου κατά την εφαρμογή των απαιτήσεων που θεσπίζονται από την οδηγία 2013/36 και εξειδικεύονται από τις κοινές κατευθυντήριες γραμμές ΕΑΤ/ΕΑΚΑΑ, τούτο δε αφού συνεκτιμηθούν οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει το πιστωτικό ίδρυμα και οι τυχόν ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες τελεί από την άποψη αυτή. Η κατά τα ανωτέρω, εξ άλλου, άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων της οικείας αρχής σκοπεί πρωτίστως, όπως εκτέθηκε, στην διασφάλιση της εν γένει χρηματοοικονομικής σταθερότητας, καθώς και των συμφερόντων των καταθετών, με την δημιουργία ελεγχόμενων κατά το δυνατόν συνθηκών ανάληψης κινδύνου από τα πιστωτικά ιδρύματα και με την εδραίωση αποτελεσματικών διαδικασιών εσωτερικής διακυβέρνησης, δεν έχει δε ως αυτοσκοπό την ατομική αξιολόγηση του συγκεκριμένου προσώπου. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον σκοπό των ανωτέρω διατάξεων και τους λόγους που επέβαλαν την θέσπισή τους, εφ’ όσον η αρμόδια εποπτική αρχή κρίνει, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας, ότι υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες κινδύνου, υπό τις οποίες τελεί το πιστωτικό ίδρυμα, η διασφάλιση της σύννομης εσωτερικής διακυβέρνησής του και της εν γένει χρηματοοικονομικής σταθερότητας επιβάλλει την ολοκλήρωση της εποπτικής αξιολόγησης. Η υιοθέτηση της αντίθετης ερμηνευτικής εκδοχής δεν θα διασφάλιζε, κατά πάσα πιθανότητα, την αποτελεσματικότητα της προστασίας της χρηματοοικονομικής σταθερότητας στον βαθμό που επιδίωξε ο ενωσιακός νομοθέτης με την θέσπιση των σχετικών ρυθμίσεων, καθώς θα φαινόταν να παρέχει στα πιστωτικά ιδρύματα την δυνατότητα επιλογής προσώπων σε καίριες θέσεις της διοίκησής τους, τα οποία -ακόμη και για μικρό χρονικό διάστημα- θα μπορούσαν να ασκούν τα καθήκοντά τους χωρίς να έχουν υποβληθεί στην προβλεπόμενη αξιολόγηση, διαφεύγοντας στην συνέχεια, μέσω της παραίτησης, τον εποπτικό έλεγχο για τις επιλογές αυτές. Μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 91 § 1 της οδηγίας 2013/36 θα φαινόταν, τελικώς, να ευνοεί ό,τι ακριβώς επιδιώκει να αποτρέψει η οδηγία, δηλαδή την χωρίς εποπτικό έλεγχο επιλογή των μελών του διοικητικού οργάνου των πιστωτικών ιδρυμάτων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ποιότητα της εσωτερικής διακυβέρνησης και την σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα. Το Δικαστήριο διερωτήθηκε επίσης, για το αν ο Οδηγός της ΕΚΤ για τις αξιολογήσεις προσώπων, ο οποίος αφορά τα αμέσως εποπτευόμενα από την ΕΚΤ σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα, έπρεπε να ληφθεί υπ’ όψιν από την ΤτΕ (η οποία διευκρίνισε ότι δεν το έκανε) κατά την εποπτεία λιγότερου σημαντικού πιστωτικού ιδρύματος, για την οποία η ΤτΕ είναι αρμόδια, όπως εν προκειμένω. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο υπέβαλε ενώπιον του ΔΕΕ τα εξής προδικαστικά ερωτήματα: «1) Το άρθρο 91 §1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όπως εξειδικεύεται με τις από 2 Ιουλίου 2021 κοινές κατευθυντήριες γραμμές ΕΑΤ/ΕΑΚΑΑ σχετικά με την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών του διοικητικού οργάνου ιδρύματος, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση παραίτησης του αξιολογούμενου προσώπου από την θέση για την οποία υποβάλλεται ήδη σε εποπτική αξιολόγηση από την αρμόδια αρχή, η τελευταία στερείται, άνευ ετέρου, την αρμοδιότητα να ολοκληρώσει την αρξαμένη διαδικασία αξιολόγησης; Ή, αντιθέτως, η εν λόγω εποπτική αρχή, λαμβανομένης υπ’ όψιν και της ευρύτητας των εποπτικών εξουσιών που της παρέχουν οι διατάξεις της οδηγίας 2013/36/ΕΕ (μεταξύ άλλων, άρθρο 67 § 2), μπορεί να ολοκληρώσει την αξιολόγηση συνεκτιμώντας λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες (ιδίως: ανάληψη και πραγματική άσκηση των καθηκόντων του μέλους του διοικητικού οργάνου για ορισμένο χρονικό διάστημα, κρισιμότητα της επιλογής του συγκεκριμένου προσώπου λόγω των χρηματοοικονομικών κινδύνων που αντιμετωπίζει το πιστωτικό ίδρυμα), επιβάλλουν κατά την κρίση της την ολοκλήρωση της αξιολόγησης; 2) Εφ’ όσον δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, όταν Εθνική Αρμόδια Αρχή, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος, αξιολογεί, σύμφωνα με το άρθρο 91 § 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και τον κανονισμό ΕΕΜ (1024/2013), την καταλληλότητα μέλους διοικητικού οργάνου λιγότερου σημαντικού πιστωτικού ιδρύματος, έχει υποχρέωση, εκτός από τις κοινές κατευθυντήριες γραμμές ΕΑΤ/ΕΑΚΑΑ προς τις οποίες έχει συμμορφωθεί, να εφαρμόζει τον από Δεκεμβρίου 2021 οδηγό της ΕΚΤ για τις αξιολογήσεις καταλληλότητας στα υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ τελούντα σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα, σε περίπτωση δε που δεν έχει εφαρμόσει τον εν λόγω οδηγό, οι πράξεις της μπορούν να ελεγχθούν από το αρμόδιο δικαστήριο με βάση τον τελευταίο;».