17 Δεκ 2025
Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της 3380/2021 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, καθ’ ο μέρος με αυτήν απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 9754/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά την έννοια των άρθρων 19 §§ 6-8 και 70α του Π.Δ. 18/1989, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 19 § 5 του Ν. 4267/2014, ερμηνευόμενων υπό το φως του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, στην περίπτωση που επιλέγεται από τον διάδικο η άσκηση της αίτησης αναιρέσεως δια της υποβολής του δικογράφου με ηλεκτρονικά μέσα, αυτή μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε ώρα εργάσιμης ημέρας της τελευταίας ημέρας της σχετικής προθεσμίας, ακόμη και κατόπιν είτε της λήξης του ωραρίου εργασίας της γραμματείας του αρμοδίου δικαστηρίου είτε της παρόδου της 7ης νυχτερινής ώρας, το αργότερο, όμως, μέχρι την 12η νυχτερινή ώρα της ημέρας αυτής, η δε κατάθεση λογίζεται ότι έγινε εντός του ωραρίου εργασίας της ίδιας ημέρας. Είναι δε άμοιρος νομικής επιρροής, από την άποψη αυτή, ο, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της ηλεκτρονικής κατάθεσης, χρόνος καταχώρισης της αιτήσεως αναιρέσεως από τη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου στο εκάστοτε τηρούμενο βιβλίο καταθέσεων. Ερμηνευόμενη κατ’ αυτό τον τρόπο, η διάταξη του άρθρου 19 § 5 του Ν. 4267/2014, δεν καταργεί αλλά συμπληρώνει την διάταξη του άρθρου 1 § 12 της κυρωθείσης με το άρθρο πρώτο του Ν. 1157/1981, από 29.12.1980 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου στην ειδική περίπτωση της κατάθεσης της αίτησης αναιρέσεως με ηλεκτρονικά μέσα, χωρίς τούτο να προσκρούει στην ασφάλεια δικαίου και χωρίς να επηρεάζεται η εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων. Εξάλλου, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, που κατοχυρώνεται με το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος και με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, δεν είναι απόλυτο, αλλά από τη φύση του υπόκειται σε περιορισμούς, οι οποίοι, όμως, δεν επιτρέπεται να περιορίζουν την πρόσβαση κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεάζεται η ουσία του δικαιώματος. Η δε αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο, ιδίως όσον αφορά τους κανόνες τύπου και τις προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων, διασφαλίζεται από την προσβασιμότητα, τη σαφήνεια και την προβλεψιμότητα των νομικών διατάξεων και της νομολογίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, η εφαρμογή της αυστηρότερης δικονομικής προϋπόθεσης του άρθρου 12 § 1 της από 29.12.1980 Π.Ν.Π., που θα υποχρέωνε το διάδικο να ολοκληρώσει τη διαδικασία της ηλεκτρονικής κατάθεσης έως την 7η νυχτερινή ώρα της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας και στην περίπτωση της άσκησης της αίτησης αναιρέσεως με ηλεκτρονικά μέσα, χωρίς τούτο να προκύπτει με σαφήνεια από τις ισχύουσες διατάξεις περί κατάθεσης της αιτήσεως αναιρέσεως και χωρίς να προβλέπεται ρητά η επερχόμενη συνέπεια του απαραδέκτου της διενεργηθείσας ηλεκτρονικής κατάθεσης μετά το χρόνο αυτό, θα έπληττε υπέρμετρα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του διαδίκου, δίχως να είναι αναγκαία για την αποτελεσματικότερη απονομή δικαιοσύνης. Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή συνάδει και με το σκοπό της αύξησης της χρήσης ψηφιακών τεχνολογιών στην απονομή της δικαιοσύνης, οι οποίες είναι εύλογο να χρησιμοποιούνται ως εργαλείο για τη βελτίωση της αποτελεσματικής και πρακτικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη, εναπόκειται δε στο δικαστήριο να διασφαλίζει τα διαδικαστικά δικαιώματα των διαδίκων. Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον παραστάντα ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος στις 4.4.2022 Από την επομένη της επίδοσης της αναιρεσιβαλλομένης (05.04.2022) εκκίνησε η εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 53 § 1 του Π.Δ. 18/1989, η οποία έληξε στις 03.06.2022. Το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης κατατέθηκε με ηλεκτρονικά μέσα στη γραμματεία του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στις 3.6.2022, ήτοι την τελευταία ημέρα της εξηκονθήμερης προθεσμίας και ώρα 23:57:26. Επομένως, η άσκηση της κρινόμενης αίτησης, η οποία έλαβε χώρα την τελευταία ημέρα της προθεσμίας και ώρα 23:57:26 πρέπει να θεωρηθεί ως εμπρόθεσμη και να εξετασθεί περαιτέρω. Λόγω της γενικότερης σημασίας του ζητήματος, το Τμήμα έκρινε ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 14 § 2 εδ. α του Π.Δ. 18/1989, στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου.