21 Αυγ 2026
Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση του 2/29.5.2025 Πρακτικού (Θέμα 2ο) της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων- (ΚΔΚ) της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής. Με το εν λόγω πρακτικό έγινε δεκτή προσφυγή έξι (6) μελών του Δημοτικού Συμβουλίου του αιτούντος Δήμου και τριών (3) ομοσπονδιών συλλόγων που δραστηριοποιούνται στην περιφέρεια αυτού και ακυρώθηκε η σιωπηρή απόρριψη, από τον Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, της 84726/6.12.2024 ειδικής διοικητικής προσφυγής τους κατά της 150/2024 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου με θέμα «Λήψη απόφασης περί επιβολής και καθορισμού ειδικού δημοτικού τέλους για τη χρηματοδότηση των προς απόκτηση κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων του Δήμου Λαυρεωτικής». Για τη νομιμοποίηση του δικηγόρου που παρίσταται ως πληρεξούσιος Δήμου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ένδικου βοηθήματος ή μέσου στο Συμβούλιο της Επικρατείας δεν αρκεί η απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής, αλλά απαιτείται και ο Δήμαρχος, ως νόμιμος εκπρόσωπος του Δήμου, σύμφωνα με το άρθρο 58 § 1 περ. α΄ Ν. 3852/2010, να του παράσχει την αναγκαία πληρεξουσιότητα, βάσει του άρθρο 96 § 2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται, εν προκειμένω, δυνάμει του άρθρου 40 Π.Δ. 18/1989. Κατόπιν αυτών, εφόσον, εν προκειμένω, δεν προσκομίσθηκε έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας από τον Δήμαρχο του αιτούντος Δήμου προς τον δεύτερο από τους δικηγόρους του αιτούντος Δήμου, Ιωάννη Δρόσο, αυτός θεωρείται ότι δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Η κατ’ άρθρο 227 Ν. 3852/2010 προσφυγή κατά των πράξεων των συλλογικών ή μονομελών οργάνων των Δήμων ασκείται ενώπιον του Συντονιστή (ήδη Γραμματέα) της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, κατά των αποφάσεων του οποίου εξακολουθεί να χωρεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 151 του ΚΔΚ προσφυγή ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ίδιου Κώδικα. Με τις ανωτέρω διατάξεις προβλέπεται ειδική διοικητική διαδικασία για τον, εκ μέρους του (τότε Γενικού) Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αρχικώς, και της ως άνω Ειδικής Επιτροπής, εν συνεχεία, έλεγχο των αποφάσεων των οργάνων των Δήμων από άποψη νομιμότητας και μόνον, κατόπιν άσκησης αντίστοιχων προσφυγών από τον διοικούμενο. Εξάλλου, κατά την έννοια της § 2 του άρθρου 152 του ΚΔΚ, η τριακονθήμερη αποκλειστική προθεσμία απόφανσης της Επιτροπής επί της ασκηθείσας ενώπιόν της προσφυγής κατά της απόφασης του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης αρχίζει από την περιέλευση στην Επιτροπή της προσβαλλόμενης πράξης και των στοιχείων που προβλέπονται από τον νόμο για την έκδοσή της και είναι κρίσιμα για τη διάγνωση της υπόθεσης. Η αυτή δε ερμηνεία προσήκει, για τον ίδιο λόγο, και για την προβλεπόμενη στην § 5 του άρθρου 227 Ν. 3852/2010 δίμηνη αποκλειστική προθεσμία απόφανσης του Γραμματέα επί της προσφυγής κατά της απόφασης δημοτικού οργάνου, η οποία, ως εκ τούτου, αρχίζει από την περιέλευση ενώπιόν του της προσβαλλόμενης πράξης και των στοιχείων, βάσει των οποίων αυτή εκδόθηκε. Περαιτέρω, η εμπρόθεσμη άσκηση των εν λόγω προσφυγών, οι οποίες δεν έχουν ενδικοφανή χαρακτήρα, διακόπτει, σύμφωνα με την § 2 του άρθρου 46 Π.Δ. 18/1989, την προθεσμία άσκησης αίτησης ακυρώσεως επί δύο μήνες, προκειμένου περί προσφυγής ενώπιον του Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ή επί τριάντα ημέρες, σε περίπτωση άσκησης προσφυγής και ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Όσον αφορά την έναρξη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο η προσφυγή νομιμότητας διακόπτει, κατ’ άρθρο 46 § 2 Π.Δ. 18/1989, την προθεσμία άσκησης αίτησης ακυρώσεως, κρίσιμο χρονικό σημείο είναι αυτό της υποβολής της προσφυγής και όχι της περιέλευσης της προσβαλλόμενης με την προσφυγή πράξης και των στοιχείων έκδοσής της στο αρμόδιο όργανο. Συνεπώς, από την επομένη της παρέλευσης διμήνου από την υποβολή προσφυγής στον Γραμματέα (χωρίς να έχει εκδοθεί και κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο απορριπτική απόφαση επί της προσφυγής) επανεκκινεί η προθεσμία της αίτησης ακυρώσεως και, παραλλήλως, αρχίζει η προθεσμία άσκησης ενώπιον της Επιτροπής της δεύτερης προσφυγής νομιμότητας, η οποία, εφόσον ασκηθεί εμπροθέσμως, διακόπτει εκ νέου την προθεσμία της αίτησης ακυρώσεως για τριάντα ημέρες από την υποβολή της. Το χρονικό σημείο περιέλευσης της προσβαλλόμενης με την προσφυγή πράξης και των στοιχείων έκδοσής της στα όργανα απόφανσης επί της προσφυγής, το οποίο άλλωστε ο προσφεύγων δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, δεν επηρεάζει τον υπολογισμό των ανωτέρω προθεσμιών, αλλά αποτελεί κρίσιμο στοιχείο μόνο για τη διαπίστωση του εάν η τυχόν μεταγενεστέρως εκδοθησόμενη απόφαση επί της προσφυγής έχει εκδοθεί αρμοδίως κατά χρόνο, οπότε θεωρείται συμπροσβαλλόμενη. Τυχόν κοινοποίηση ή γνώση της απόφασης σε μεταγενέστερο χρόνο δεν επανεκκινεί τις προθεσμίες για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ή προσφυγής ενώπιον της Επιτροπής. Εν προκειμένω, κρίθηκε ότι η ασκηθείσα στις 6.12.2024 προσφυγή νομιμότητας του άρθρο 227 Ν. 3852/2010, ενώπιον του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής κατά της 150/2024 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Λαυρεωτικής, τεκμαίρεται ότι απορρίφθηκε σιωπηρώς στις 7.2.2025, μετά την πάροδο δύο μηνών από την επομένη της υποβολής της. Από την επομένη της ημερομηνίας αυτής, δηλαδή στις 8.2.2025, άρχισε και η προθεσμία του ενός μηνός, κατά το άρθρο 151 του ΚΔΚ, για την άσκηση της δεύτερης προσφυγής νομιμότητας που ασκήθηκε από τους ίδιους προσφεύγοντες ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ΚΔΚ. Η εν λόγω μηνιαία προθεσμία έληξε στις 10.3.2025, χωρίς να ασκεί επιρροή ούτε ο χρόνος (τυχόν) περιέλευσης των στοιχείων της υπόθεσης στον Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ούτε ο χρόνος, κατά τον οποίο οι προσφεύγοντες ενημερώθηκαν για τη σιωπηρή απόρριψη της προσφυγής τους (10.2.2025). Συνεπώς, η κατατεθείσα ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ΚΔΚ στις 11.3.2025 προσφυγή νομιμότητας, ασκήθηκε μετά την πάροδο της ανωτέρω μηνιαίας προθεσμίας και έπρεπε να απορριφθεί από αυτήν ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Ως εκ τούτου, με το προσβαλλόμενο 2/29.5.2025 Πρακτικό της, η Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 του ΚΔΚ της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής μη νομίμως θεώρησε ότι η προσφυγή ενώπιόν της ασκήθηκε εμπροθέσμως. Για τον λόγο δε αυτό, η κρινόμενη αίτηση έγινε δεκτή και η προσβαλλόμενη πράξη κρίθηκε ακυρωτέα.