Πρόσφατη νομολογία


27 Δεκ 2023

ΣτΕ 1915/2023 Τμ.Β: Αποκλειστική αρμοδιότητα διαιτητικού δικαστηρίου επί διαφορών αναφυομένων από εφαρμογή σύμβασης συναφθείσας μεταξύ εταιρείας & Δημοσίου

Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της 1149/2019 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 22.10.2015 προσφυγή της ήδη αναιρεσίβλητης Εταιρείας κατά της .../17.9.2015 πράξεως του Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) [ήδη, κατά τον χρόνο εκδικάσεως της προσφυγής, Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)]. Με την πράξη αυτή είχε απορριφθεί η από 29.4.2015 προσφυγή, την οποία η ήδη αναιρεσίβλητη Εταιρεία είχε ασκήσει κατά της .../31.3.2015 πράξεως της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών περί διοικητικού προσδιορισμού ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (εν.φ.ι.α.), έτους 2014, καθ’ ο μέρος με την πράξη αυτή είχε καταλογισθεί, στην αναιρεσίβλητη Εταιρεία, κύριος φόρος 6.386,54 ευρώ και συμπληρωματικός φόρος 180.238,11 ευρώ. Όπως έχει κριθεί με την απόφαση 24/1993 του ΑΕΔ, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, κατά την αληθή της έννοια, δεν απαγορεύει στον κοινό νομοθέτη να επιτρέψει στη Διοίκηση και τον φορολογούμενο να υπαγάγουν, με συμφωνία τους, σε διαιτησία συγκεκριμένη φορολογική διαφορά ή φορολογικές διαφορές που προέρχονται από ορισμένη έννομη σχέση. Επομένως, οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 4171/1961 και της παρ. 1 του άρθρου 27 της Συμβάσεως που έχει συναφθεί μεταξύ της εταιρείας ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε. και του Ελληνικού Δημοσίου (κυρωθείσα δια του ν. δ/τος 1211/1972), οι οποίες προβλέπουν την υπαγωγή σε διαιτησία όλων των αναφυομένων εκ της εφαρμογής της συμβάσεως μεταξύ του Δημοσίου και της προμνησθείσης Εταιρείας διαφορών που ανάγονται στην ερμηνεία των όρων αυτής και την έκταση των εκ ταύτης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων, λόγω της αδιαστίκτου διατυπώσεως των διατάξεων αυτών, και των φορολογικών διαφορών, δεν αντίκεινται στη συνταγματική διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος. Από την έννοια της διατάξεως του άρθρου 27 παρ. 9 της Συμβάσεως που ορίζει περί της αποκλειστικότητας της δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου παρέπεται ότι η προσφυγή στο δικαστήριο αυτό συνιστά, κατά τη Σύμβαση, τον μόνο τρόπο τον οποίο η Εταιρεία διαθέτει προκειμένου να αμφισβητήσει το κύρος πράξεως εις βάρος της καταλογισμού φόρου, τον οποίο καταλογισμό θεωρεί αντιβαίνοντα στις διατάξεις της Συμβάσεως που ορίζουν το ειδικό προνομιακό φορολογικό καθεστώς της Εταιρείας. Τούτο σημαίνει ότι η Εταιρεία, αν δεν έχει προσφύγει στο Διαιτητικό Δικαστήριο κατά της πράξεως του εις βάρος της καταλογισμού φόρου, δεν δύναται να προσφύγει σε διοικητικό δικαστήριο με αίτημα να κρίνει αν ο καταλογισμός του φόρου αντιβαίνει ή όχι στις διατάξεις της Συμβάσεως. Η Εταιρεία δύναται μεν να προσφύγει στο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση της πράξεως του εις βάρος της καταλογισμού φόρου –αφού μόνο με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου είναι δυνατόν να ακυρωθεί πράξη καταλογισμού φόρου– πλην, ενώπιον του δικαστηρίου τούτου δύναται να προβάλει μόνο λόγους που ανάγονται στη νομιμότητα της εκδόσεως της πράξεως καθ’ εαυτήν (π.χ. αρμοδιότητα του εκδόντος την πράξη διοικητικού οργάνου, τήρηση των κατά νόμον ουσιωδών τύπων της διαδικασίας καταρτίσεώς της), και όχι στη νομιμότητα του δια της πράξεως αυτής καταλογισμού του φόρου. Περαιτέρω, η αποκλειστικότητα της δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου σημαίνει ότι διοικητικό δικαστήριο το οποίο εκδικάζει προσφυγή της Εταιρείας κατά πράξεως καταλογιστικής φόρου στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί επί λόγου της προσφυγής δια του οποίου αμφισβητείται, ως αντιβαίνων στη Σύμβαση, ο καταλογισμός του φόρου καθ’ εαυτόν, υποχρεούται δε να απορρίψει τον λόγο αυτόν ως απαραδέκτως προβαλλόμενο. Αν τυχόν, κατά παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, αποφανθεί επί του λόγου ερμηνεύοντας τη Σύμβαση, η κρίση του θα έχει εξενεχθεί καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας και η απόφαση που θα εκδοθεί θα είναι, κατά τούτο, αναιρετέα. Ενόψει των ανωτέρω, το ΣτΕ δέχτηκε την αίτηση αναιρέσεως.


Σύνδεσμος

ΣτΕ 1915/2023 Τμ.Β - Πλήρες κείμενο »