Πρόσφατη νομολογία


13 Μαρ 2026

ΣτΕ 18/2026 Τμ.Δ: Όταν η απώλεια ιθαγένειας συνεπάγεται και απώλεια της ιθαγένειας της ΕΕ, οι εθνικές αρχές οφείλουν να εξακριβώσουν αν τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας

Με την υπό κρίση έφεση ζητήθηκε η εξαφάνιση της 63/2022 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακύρωσης που η εκκαλούσα είχε ασκήσει κατά: 1) της …/…/19.4.2013 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας & Θράκης, περί της ανακλήσεως της …/…/23.1.1996 (ορθή επανάληψη από 10.11.1997) απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε διαπιστωθεί η ελληνική ιθαγένεια της εκκαλούσας, 2) της …/…/…/25.5.2019 απόφασης του Διοικητή της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αλεξανδρούπολης, με την οποία ακυρώθηκε (ανακλήθηκε) το Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας της εκκαλούσας στη συνέχεια της ανάκλησης της ελληνικής ιθαγένειάς της, και 3) της …/…/…/18.6.2019 (ορθή επανάληψη από 23.7.2019) απόφασης του Αναπληρωτή Διευθυντή της ίδιας Υποδιεύθυνσης, με την οποία απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες, οι αντιρρήσεις της εκκαλούσας κατά της πράξης ακύρωσης της ταυτότητάς της. Βασική προϋπόθεση για την έκδοση δελτίου ταυτότητας τάσσεται κατά νόμο η ελληνική ιθαγένεια του ενδιαφερομένου. Σε περίπτωση επιγενόμενης ανάκλησης της διοικητικής πράξης, με την οποία διαπιστώθηκε η ελληνική ιθαγένεια ορισμένου προσώπου, το δελτίο ταυτότητάς του καθίσταται άκυρο, ακυρώνεται (ανακαλείται) δηλαδή με πράξη της αστυνομικής αρχής, εκδιδομένη υποχρεωτικώς, χωρίς να καταλείπεται στάδιο άσκησης διακριτικής ευχέρειας των ενεργούντων οργάνων. Εν προκειμένω, η επίδικη ακύρωση του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας στηρίζεται στην ανάκληση της διαπιστωτικής της ελληνικής ιθαγένειας της αιτούσας απόφασης. Δεδομένου ότι η ασκηθείσα κατά της τελευταίας αυτής πράξης αίτηση ακυρώσεως είχε απορριφθεί αμετακλήτως, η έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης ήταν υποχρεωτική για την αστυνομική αρχή. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η αιτούσα επικαλέστηκε αλυσιτελώς την 966/2018 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καθώς και την από 21.6.2018 αίτησή της για την απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας, προεχόντως διότι από τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτει, ούτε προσάπτεται, πλημμέλεια της προσβαλλόμενης πράξης, ενώ απορριπτέος κρίθηκε και ο λόγος περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης δεδομένου ότι η οικεία αστυνομική αρχή διέταξε την ακύρωση του δελτίου ταυτότητας της αιτούσας βάσει των διατάξεων της νομοθεσίας περί ταυτοτήτων, ενεργώντας κατά δεσμία αρμοδιότητα και όχι κατά διακριτική ευχέρεια, με συνέπεια η αρχή της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης να μην έχουν εν προκειμένω εφαρμογή. Ο ίδιος λόγος ακυρώσεως κρίθηκε απορριπτέος και κατά το μέρος που στρεφόταν, προβάλλοντας παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, κατά του όλου πλέγματος των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, με τις οποίες προβλέπεται, ως υποχρεωτική ενέργεια της αστυνομικής αρχής, η ακύρωση του δελτίου ταυτότητας σε περίπτωση ανάκλησης της προηγηθείσας απόφασης περί διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγένειας του ενδιαφερομένου. Και τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή, σε έλεγχο αναλογικότητας υπόκειται η εν λόγω ανακλητική απόφαση (και όχι η ακύρωση του δελτίου ταυτότητας), τόσο μάλιστα από την άποψη του εθνικού δικαίου, κατά το οποίο ελέγχεται αν η συνεπεία της ανάκλησης της πράξης διαπίστωσης της ιθαγένειας προκαλούμενη ανατροπή των βιοτικών σχέσεων που έχει αναπτύξει εν τω μεταξύ ο ενδιαφερόμενος στην Ελλάδα, σταθμιζόμενη με τους λόγους δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι επέβαλαν την ανάκληση, μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρα επαχθής, όσο και από την άποψη του διεθνούς δικαίου, και μάλιστα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, το οποίο αποδοκιμάζει την «αυθαίρετη αφαίρεση» (ανάκληση, ακύρωση κ.λπ.) της ιθαγένειας ορισμένου προσώπου. Περαιτέρω, στην περίπτωση πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια ενός μόνο κράτους μέλους και οι οποίοι, με την απώλεια της ιθαγένειας αυτής, έρχονται αντιμέτωποι με την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία απονέμει το άρθρο 20 της ΣΛΕΕ, και των συνακόλουθων δικαιωμάτων, έλκεται σε εφαρμογή, λόγω της φύσης και των συνεπειών της απώλειας της Ευρωπαϊκής ιθαγένειας, και το ενωσιακό δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή, εναπόκειται στις εθνικές αρμόδιες αρχές και στα εθνικά δικαστήρια να εξακριβώσουν αν η απώλεια της ιθαγένειας του οικείου κράτους μέλους, όταν συνεπάγεται την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν, συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας όσον αφορά τις συνέπειές της στην κατάσταση του ενδιαφερομένου και, ενδεχομένως, στην κατάσταση των μελών της οικογένειάς του από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης. Εξετάζεται συγκεκριμένα αν η απώλεια της ιθαγένειας του οικείου κράτους μέλους, οσάκις επιφέρει απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης, έχει συνέπειες που επηρεάζουν δυσανάλογα, σε σχέση με το σκοπό που επιδιώκει ο εθνικός νομοθέτης, τη φυσιολογική εξέλιξη της οικογενειακής και επαγγελματικής του ζωής, από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης. Οι συνέπειες αυτές δεν είναι δυνατόν να είναι υποθετικές ή ενδεχόμενες. Στο πλαίσιο της εν λόγω εξετάσεως της αναλογικότητας, εναπόκειται ειδικότερα στις αρμόδιες εθνικές αρχές και, ενδεχομένως, στα εθνικά δικαστήρια να βεβαιωθούν ότι μια τέτοια απώλεια της ιθαγένειας συνάδει προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη και, ιδιαίτερα, προς το δικαίωμα στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, άρθρο που πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, το οποίο αναγνωρίζεται στο άρθρο 24 § 2 του Χάρτη. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο δέχτηκε εν μέρει την έφεση.


Σύνδεσμος

ΣτΕ 18/2026 Τμ.Δ - Πλήρες κείμενο »