5 Μαΐ 2026
Με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών, δικαστικός λειτουργός στον βαθμό του Εφέτη, ζήτησε την ακύρωση της 252/20.12.2022 απόφασης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης (ΑΔΣ), καθ’ ο μέρος απερρίφθη η αίτηση υποψηφιότητάς του για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Για τον διορισμό στη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, ως έκτακτου υπαλλήλου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, προβλέπεται στο άρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει δύο στάδια: το πρώτο στάδιο, το οποίο διεξάγεται σε εθνικό επίπεδο, κατά το οποίο το κράτος μέλος που συμμετέχει στην ενισχυμένη συνεργασία προτείνει τρεις υποψηφίους, και το δεύτερο στάδιο, σε ενωσιακό επίπεδο, κατά το οποίο το Συμβούλιο επιλέγει έναν εκ των τριών υποψηφίων, αφού λάβει την αιτιολογημένη γνώμη επιτροπής επιλογής. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν περιορισμένο περιθώριο εκτίμησης ως προς την επιλογή του προσώπου που θα ασκήσει τα καθήκοντα του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, με την έννοια ότι δεσμεύονται από την πρόταση του κράτους μέλους ως προς τους υποψηφίους που προκρίθηκαν να λάβουν μέρος στην επιλογή αυτή. Συνεπεία της ανωτέρω κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών αρχών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης στην οποία προβαίνει ο κανονισμός 2017/1939 και ειδικότερα του ελέγχου που διενεργείται από τον δικαστή της Ένωσης επί της απόφασης του Συμβουλίου, με την οποία διορίζεται ο Ευρωπαίος Εισαγγελέας, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης του ΑΔΣ, με την οποία διενεργήθηκε η επιλογή των τριών υποψηφίων για την θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, αφού προηγουμένως είχε απορριφθεί η υποψηφιότητα του αιτούντος ως απαράδεκτη δεν ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η κρινόμενη αίτηση δεν κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη από την άποψη αυτή ούτε προέκυψε λόγος αναβολής της υπόθεσης, προκειμένου το Δικαστήριο να αναμείνει την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της προσφυγής που έχει ασκήσει ενώπιόν του ο αιτών κατά της απόφασης του Συμβουλίου, με την οποία διορίσθηκε ως Έλληνας Ευρωπαίος Εισαγγελέας εισαγγελικός λειτουργός εκ των προταθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση του ΑΔΣ. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι από τη διάταξη του άρθρου 95 §§ 1 περ. α΄ και 3, συνάγεται ότι οι πράξεις των δικαστικών αρχών, ακόμη και αν το περιεχόμενό τους δεν αφορά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας, αλλά αναφέρεται σε θέματα διοικητικής φύσεως της δικαστικής λειτουργίας, δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ. Ο αιτών ισχυρίστηκε ότι ο αποκλεισμός του δικαστικού ελέγχου που συνεπάγεται το ανωτέρω απαράδεκτο της αίτησης ακυρώσεως έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τη διάταξη του άρθρου 19 § 1 δεύτερο εδάφιο της ΣΕΕ, ενώ προέβαλε ότι το ΑΔΣ και η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όταν αποφαίνεται επί προσφυγής κατά απόφασης του ΑΔΣ, δεν αποτελούν δικαστήρια κατά την έννοια του άρθρου 47 του ΧΘΔΕΕ και δεν παρέχουν ισοδύναμη δικαστική προστασία με αυτήν που απαιτείται από την διάταξη του άρθρου 19 § 1 της ΣΕΕ, με αποτέλεσμα να μη καταλείπεται στον αιτούντα άλλη δυνατότητα ένδικης προστασίας από την εξέταση της κρινόμενης αιτήσεως ακυρώσεως, κατά παράκαμψη του τυπικού κριτηρίου που τίθεται από το άρθρο 95 § 1 περ. α΄ του Συντάγματος. Το ΣτΕ απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς, με την αιτιολογία ότι, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 § 3 Ν. 4786/2021, κατά της παραπάνω απόφασης του ΑΔΣ χωρεί προσφυγή ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 68 και 79 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ήδη άρθρα 81 και 91 του νέου ΚΟΔΚΔΛ - Ν. 4938/2022). Συνεπώς, προβλέπεται κατ’ αρχήν ένδικη προστασία κατά της απόφασης του ΑΔΣ, με την οποία διενεργείται η κρίση των υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Ο έλεγχος δε της συμβατότητας ή μη προς το άρθρο 19 § 1 εδ. β΄ της ΣΕΕ της θεσπιζόμενης με την παραπάνω διάταξη ένδικης προστασίας δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, διότι τούτο συνιστά έλεγχο πράξης δικαστικής αρχής, ο οποίος δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 95 του Συντάγματος. Εξ άλλου, το απαράδεκτο της υπό κρίση αίτησης ακυρώσεως δεν δύναται να αρθεί, λόγω της πρόβλεψης στο άρθρο 81 παρ. 8 του ΚΟΔΚΔΛ ως προϋπόθεσης παραδεκτού για την άσκηση της προσφυγής ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, να έχει λάβει ο κρινόμενος δικαστικός λειτουργός υπέρ αυτού ορισμένο αριθμό ψήφων. Και τούτο, πάντως διότι εν προκειμένω ο αιτών δεν έχει ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης του ΑΔΣ, με αποτέλεσμα να καθίσταται άδηλο αν η παραπάνω προϋπόθεση του παραδεκτού θα ετύγχανε εφαρμογής στην υπόθεσή του. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση.