Πρόσφατη νομολογία


6 Μαΐ 2026

ΣτΕ 1457/2025 Τμ.Β: Τυχόν αναρμοδιότητα του οργάνου που παραγγέλλει την επίδοση δεν στοιχειοθετεί πλημμέλειά της, αλλά απαιτείται η επίκληση δικονομικής βλάβης

την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της 1861/2020 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 3400/2019 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, βάσει της οποίας είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη η από 7.2.2012 προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της …/24.10.2011 μερικής πράξης προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Παλλήνης, με την οποία είχε καταλογισθεί σε αυτόν διαφορά κύριου φόρου ποσού 15.258.442 δραχμών (44.778,99 ευρώ) και πρόσθετος φόρος ποσού 18.310.130 δραχμών (53.734,79 ευρώ). Σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 48 § 4 του ΚΔιοικΔ, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι από προφανή παραδρομή, μη ασκούσα επιρροή στο κύρος της επίδοσης, αναγράφεται στην επίμαχη έκθεση ότι η παραγγελία προς επίδοση της καταλογιστικής πράξης δόθηκε από την Προϊσταμένη της ΔΟΥ Αγίας Παρασκευής, ενώ πράγματι δόθηκε από την Προϊσταμένη της ΔΟΥ Παλλήνης. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου κατ’ άρθρο 53 § 3 Π.Δ. 18/1989, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρχε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του νομικού ζητήματος εάν κατά την έννοια του άρθρου 48 § 4 του ΚΔιοικΔ είναι νόμιμη η επίδοση πράξης προσδιορισμού φόρου κληρονομίας, εφόσον η έγγραφη παραγγελία δεν παρασχέθηκε από το αρμόδιο κατά τον νόμο όργανο που εκπροσωπεί το Δημόσιο, αλλά από έτερο- παντελώς αναρμόδιο προς τούτο- όργανο της Διοίκησης, όταν επέφερε μάλιστα τούτο στον φορολογούμενο προφανή δικονομική βλάβη, αφού του προκλήθηκε εύλογη σύγχυση όσον αφορά τη νομιμότητα της εν λόγω επίδοσης. Συναφώς, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας εάν κατά την έννοια των άρθρων 66 § 1, 48 § 2 και 56 του ΚΔιοικΔ μπορεί να θεωρηθεί ότι από μια κατά τα ανωτέρω μη νόμιμη επίδοση εκκινεί η προβλεπόμενη στον νόμο προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής, καθώς και εάν τα δικαστήρια της ουσίας οφείλουν, σε κάθε περίπτωση, να εξετάσουν το ζήτημα αυτό αυτεπαγγέλτως. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε ως αβάσιμος, διότι, όπως έχει κριθεί, τυχόν αναρμοδιότητα του οργάνου που παραγγέλλει την επίδοση δεν αποτελεί πλημμέλεια της αντίστοιχης διαδικαστικής πράξης, συνεπαγόμενη άνευ ετέρου την ακυρότητά της, αλλά για την απαγγελία της απαιτείται, επιπροσθέτως, η εκ μέρους του προσφεύγοντος επίκληση δικονομικής βλάβης μη δυνάμενης να αποκατασταθεί παρά μόνον με την αναγνώριση της ακυρότητας της επίδοσης (ΣτΕ 1249-50/2024). Τέτοια δικονομική βλάβη δεν στοιχειοθετεί η γενική κι αόριστη αναφορά, όπως εν προκειμένω, στην «εύλογη σύγχυση όσον αφορά τη νομιμότητα της επιδόσεως», αλλά η επίκληση ειδικών ισχυρισμών αναγόμενων στην αδυναμία προσδιορισμού της βλαπτικής για τα συμφέροντα του προς ον η επίδοση πράξης, η οποία κατέστησε, τελικώς, ανέφικτη την εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής. Συνεπώς, ορθώς, αν και με διαφορετική αιτιολογία, το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης.


Σύνδεσμος

ΣτΕ 1457/2025 Τμ.Β - Πλήρες κείμενο »