18 Φεβ 2026
Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της 1524/2019 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά α) της …/.../…/28.11.2013 καταλογιστικής πράξης του Προϊσταμένου του Τελωνείου Στυλίδας, κατά το μέρος της με το οποίο καταλογίστηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος, κατόπιν επιμερισμού, τα αναφερόμενα σ’ αυτήν αφενός πολλαπλά τέλη και αφετέρου διαφυγόντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, ως υπαιτίου λαθρεμπορίας κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων που διαλαμβάνονται στις αναφερόμενες σ’ αυτήν διακόσιες ογδόντα μία (281) διασαφήσεις εισαγωγής, β) της …/…/3.2.2014 καταλογιστικής πράξης του ως άνω Προϊσταμένου, κατά το μέρος της με το οποίο καταλογίστηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος, κατόπιν επιμερισμού, τα αναφερόμενα σ’ αυτήν αφενός πολλαπλά τέλη και αφετέρου διαφυγόντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, ως υπαιτίου λαθρεμπορίας κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων που διαλαμβάνονται στις αναφερόμενες σ’ αυτήν επτά (7) διασαφήσεις εισαγωγής και γ) της …/.../.../16.7.2014 συμπληρωματικής καταλογιστικής πράξης του ιδίου Προϊσταμένου, κατά το μέρος της με το οποίο καταλογίστηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος, κατόπιν επιμερισμού, τα αναφερόμενα σ’ αυτήν αφενός πολλαπλά τέλη και αφετέρου διαφυγόντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, ως υπαιτίου λαθρεμπορίας κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων που διαλαμβάνονται στις αναφερόμενες σ’ αυτήν εννέα (9) διασαφήσεις εισαγωγής. Λόγω ποσού, η κρινόμενη αίτηση κρίθηκε ως παραδεκτώς ασκηθείσα, κατά το μέρος που αφορά την …/…/…/28.11.2013 καταλογιστική πράξη. Με το από 7.4.2024 δικόγραφο προσθέτων λόγων προβλήθηκε, κατ’ αρχάς, ότι ο αναιρεσείων θα κληθεί να καταβάλει ένα υπερβολικό ποσό λόγω παραβάσεων που έλαβαν χώρα πριν από 10 και πλέον έτη, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ που επιβάλλει η υπόθεση να εκδικάζεται εντός εύλογης προθεσμίας. Δεδομένου δε ότι κατά τον αναιρεσείοντα η καθυστέρηση αυτή δεν οφείλεται σε ενέργειές του, ζήτησε τη μείωση της ποινής του ως πρόσφορο τρόπο αμβλύνσεως των συνεπειών της προσβολής του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη και επικαλείται σχετικά την απόφαση του ΕΔΔΑ Eckle κατά Γερμανίας της 15.7.1982. Όμως, ανεξαρτήτως του παραδεκτού της προβολής του, ο λόγος αυτός κρίθηκε απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, η εύλογη διάρκεια όλων των δικών ενώπιον των δικαστηρίων δεν αποτελεί κατά την ελληνική νομοθεσία και την νομολογία αντικείμενο της αναιρετικής δίκης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά εξετάζεται στο πλαίσιο αυτοτελούς αίτησης δίκαιης ικανοποίησης που μπορεί να ασκήσει ο διάδικος ενώπιον κάθε αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, κατά τα άρθρα 53 επ. του Ν. 4055/2012. Εξάλλου, στην απόφαση του ΕΔΔΑ Eckle κατά Γερμανίας, την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων, τα γερμανικά ποινικά δικαστήρια είχαν μειώσει, ακολουθώντας την οικεία νομολογία τους, την επιβληθείσα ποινή και η μείωση αυτή μπορούσε, κατά την κρίση του ΕΔΔΑ, να αποτελέσει κατάλληλο μέσο αποκατάστασης. Εντούτοις, με την απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ δεν κρίθηκε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη της ΕΣΔΑ υποχρεούνται να υιοθετήσουν στη νομοθεσία ή τη νομολογία τους την μείωση της ποινής ως μέσο αποκατάστασης για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και, συνεπώς, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω, με το ίδιο ως άνω δικόγραφο προσθέτων λόγων προβλήθηκε ότι η επιβολή τόσο υψηλών επιβαρύνσεων συνιστά ένα ιδιαίτερα επαχθές βάρος και πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για δήμευση της περιουσίας του αναιρεσείοντος, κατά παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, την οποία όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικάσαν διοικητικό εφετείο. Επικαλέστηκε, δε, σχετικά την απόφαση του ΕΔΔΑ Bulves AD κατά Βουλγαρίας της 22.1.2009. Ο λόγος, όμως, αυτός κρίθηκε απορριπτέος ως αλυσιτελής δεδομένου ότι, η προσφυγή του αναιρεσείοντος νομίμως απερρίφθη ως εκπρόθεσμη και, συνεπώς, το δίκασαν διοικητικό εφετείο δεν μπορούσε να εξετάσει, ούτε αυτεπαγγέλτως, το ζήτημα της συμβατότητας του ύψους των επιβληθεισών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι σύμφωνα με το άρθρο 79 § 5 περ. α΄ ΚΔιοικΔ, ζητήματα παραβίασης διατάξεων της ΕΣΔΑ δεν ανήκουν μεταξύ εκείνων που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από τα Διοικητικά Δικαστήρια. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση.