10 Δεκ 2025
Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η αναίρεση της 4684/2017 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, ύστερα από την 5177/2015 προδικαστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, έγινε δεκτή προσφυγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και ακυρώθηκε η σιωπηρή απόρριψη από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ) ενδικοφανούς προσφυγής της εταιρείας αυτής κατά της εκκαθάρισης φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2011, που διενεργήθηκε με βάση την …/17.12.2013 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 70Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 2238/1994), για τον λόγο ότι δεν προέκυψε ποσό φόρου για επιστροφή στην αναιρεσίβλητη. Στη συνέχεια, με την αναιρεσιβαλλομένη αναπέμφθηκε η υπόθεση στην αρμόδια φορολογική αρχή για νέα εκκαθάριση και επιστροφή στην αναιρεσίβλητη ποσού 254.170,43 ευρώ. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έγινε δεκτό ότι η ενδικοφανής προσφυγή, η σιωπηρή απόρριψη της οποίας προσβλήθηκε με την ένδικη προσφυγή, ασκήθηκε κατά του πρακτικού της Επιτροπής του άρθρου 70Α του ΚΦΕ ή της ενδοϋπηρεσιακής ενέργειας της εκκαθάρισης. Ειδικότερα, με το αρχικό έγγραφο των απόψεων και το από 2.10.2025 υπόμνημα του Δημοσίου ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου, η φορολογική αρχή ισχυρίσθηκε ότι ο κατά τον έλεγχο φόρος επαρκούσε για τον συμψηφισμό του παρακρατηθέντος φόρου, ο οποίος και αφαιρέθηκε ολόκληρος από τον αναλογούντα φόρο κατά την εκκαθάριση βάσει του ελέγχου. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε, παραπέμποντας συναφώς στην έκθεση ελέγχου, ότι με το …/17.12.2023 πρακτικό μερικού συμβιβασμού η Επιτροπή του άρθρου 70Α του ΚΦΕ, υιοθετώντας την αυτή ερμηνευτική θέση με τον έλεγχο περί του ότι, όταν δεν υπάρχει χρεωστικό ποσό φόρου για βεβαίωση, δεν παρέχεται δυνατότητα έκπτωσης φόρου παρακρατηθέντος για εισοδήματα φορολογηθέντα κατ’ ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης ούτε συμψηφισμού ή επιστροφής αυτού, προέβη σε εκκαθάριση του φόρου, από την οποία δεν προέκυψε ποσό για (βεβαίωση ή) επιστροφή. Με την 5177/2015 προδικαστική απόφαση του διοικητικού εφετείου η φορολογική αρχή υποχρεώθηκε να συμπληρώσει τον φάκελο της υπόθεσης με σειρά στοιχείων καθώς και με συμπληρωματική έκθεση απόψεων επί των ζητημάτων, μεταξύ άλλων, των διατάξεων που διέπουν την εκκαθάριση και την αρμοδιότητα διενέργειάς της, του οργάνου που διενήργησε την ένδικη εκκαθάριση και των αριθμητικών δεδομένων της. Κατόπιν αποστολής της από 18.2.2016 συμπληρωματικής έκθεσης απόψεων της φορολογικής Αρχής, με την αναιρεσιβαλλομένη έγινε δεκτό ότι με την ενδικοφανή προσφυγή παραδεκτώς προσβλήθηκε η εκκαθάριση του φόρου, η οποία «επακολούθησε» και «διενεργήθηκε βάσει» της …/17.12.2013 απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 70 Α του ΚΦΕ «για τον λόγο ότι δεν προέκυψε ποσό φόρου για επιστροφή». Επομένως, κατά την ορθή έννοια της αναιρεσιβαλλομένης, με την ενδικοφανή προσφυγή, η σιωπηρή απόρριψη της οποίας προσβλήθηκε με την ένδικη προσφυγή, παραδεκτώς προσβλήθηκε η άρνηση επιστροφής (πιστωτικού υπολοίπου παρακρατηθέντος επί εισοδημάτων φορολογούμενων κατ’ ειδικό τρόπο) φόρου εισοδήματος, η οποία εκδηλώθηκε το πρώτον κατά τον χρόνο της εκκαθάρισης, που έλαβε χώρα μετά την …/17.12.2013 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 70Α του ΚΦΕ και με βάση αυτήν. Επίσης, με την κρινόμενη αίτηση προβλήθηκε ότι η κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου περί επιστροφής στην αναιρεσίβλητη του αντιστοιχούντος στο πιστωτικό υπόλοιπο φόρου εισοδήματος στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 12, 99 § 1, 106 §§ 1-3 και 109 §§ 4 και 5 του ΚΦΕ, 17 § 1 του Ν. 2819/2000 και 10 § 3 του ν. 3842/2010. Ειδικότερα, προβλήθηκε ότι, ως εκ της αυτοτελούς φορολόγησης των επίμαχων εισοδημάτων, ο επ’ αυτών φόρος δεν εκπίπτει από τον κατά τις γενικές διατάξεις φόρο επί των λοιπών εισοδημάτων ούτε συμψηφίζεται ή επιστρέφεται παρά μόνον εφόσον αυτό προβλέπεται ρητώς. Προβλήθηκε, συναφώς, ότι, βάσει του ΚΦΕ, η έκπτωση του ένδικου φόρου προϋποθέτει την ύπαρξη φόρου προς βεβαίωση, δεδομένου ότι η προβλεπόμενη φορολογική ελάφρυνση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τη μορφή της έκπτωσης δεν εξικνείται πέραν του συμψηφισμού του ένδικου φόρου με τον οφειλόμενο κατά τις γενικές διατάξεις φόρο, δεν προβλέπεται, δηλαδή, επιστροφή, πέραν του συμψηφιζόμενου με τον φόρο που προκύπτει προς βεβαίωση, ποσού, ενώ, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι ο νόμος σιωπά επί του ζητήματος της επιστροφής ή μη τυχόν πιστωτικού υπολοίπου, η περί επιστροφής αυτού ερμηνεία θα αντέκειτο στην αρχή της νομιμότητας των ενεργειών της Διοίκησης, στην αρχή της στενής γραμματικής ερμηνείας του άρθρου 109 § 4 του ΚΦΕ, καθώς και στο άρθρο 12 του ΚΦΕ, το οποίο προβλέπει περιοριστικά τις περιπτώσεις εξαίρεσης ή απαλλαγής από την αυτοτελή φορολόγηση. Επίσης, διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι με τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως τίθεται το ευρύτερο νομικό ζήτημα, εάν, σε περίπτωση αυτοτελούς φορολόγησης ορισμένης κατηγορίας εισοδήματος, όπως, εν προκειμένω, το εισόδημα από τόκους καταθέσεων και ομολόγων, με παράλληλη πρόβλεψη περί έκπτωσης του παρακρατηθέντος για αυτό το εισόδημα ασφαλιστικής επιχείρησης φόρου από τον αναλογούντα κατά τις γενικές διατάξεις και τον συμπληρωματικό φόρο του εισοδήματος αυτής, χωρεί επιστροφή τυχόν πιστωτικού υπολοίπου που προκύπτει από την εν λόγω έκπτωση. Ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε βάσιμος. Κατά το Δικαστήριο, μη νόμιμη είναι η κρίση του δικάσαντος εφετείου ότι έπρεπε να επιστραφεί στην αναιρεσίβλητη το πιστωτικό υπόλοιπο 257.173,40 που προέκυψε μετά την έκπτωση του φόρου που παρακρατήθηκε στο εισόδημά της από τους σχετικούς επενδυτικούς τίτλους κατά το οικονομικό έτος 2011, εφόσον για το έτος αυτό δεν υπήρχε ρητή απαγόρευση επιστροφής αυτού, και ότι, συνεπώς, μη νομίμως απορρίφθηκε η ενδικοφανής προσφυγή κατά της εκκαθάρισης του φόρου.