Πρόσφατη νομολογία


26 Μαΐ 2026

ΟλΣτΕ 535/2026: Το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα & η αρχή της μη επαναπροώθησης στο πλαίσιο ανάκλησης καθεστώτος πρόσφυγα

Με την υπό κρίση αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση της ΙΡ/…/18.7.2024 απόφασης (β΄ βαθμού) της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, δυνάμει της οποίας: (α) απορρίφθηκε η ενδικοφανής προσφυγή του αιτούντος κατά της ΙΡ/…/2.10.2023 πράξης του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου [Τμήμα Ανακλήσεων και Αποκλεισμού] που ανακάλεσε το καθεστώς πρόσφυγα του αιτούντος, κατ’ επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας, και (β) διατάχθηκε η επιστροφή του αιτούντος, με οικειοθελή αναχώρηση από τη χώρα, εντός προθεσμίας επτά ημερών από την επίδοση της απόφασης της Επιτροπής Προσφυγών. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε ότι, το άρθρο 76 § 4 Ν. 4939/2022 τυγχάνει εφαρμογής όταν η Διοίκηση ανακαλεί, κατά το άρθρο 13 § 4 του ιδίου νόμου, το καθεστώς πρόσφυγος που έχει χορηγηθεί σε υπήκοο τρίτης χώρας, διότι το πρόσωπο αυτό θεωρείται ευλόγως ότι συνιστά κίνδυνο για την ασφάλεια του Κράτους. Το δικαίωμα πρόσβασης του ενδιαφερομένου στις πληροφορίες του φακέλου, διά του δικηγόρου ή του εξουσιοδοτημένου συμβούλου του, που προβλέπεται στην § 4 του άρθρου 76, δύναται, κατ’ εξαίρεση, να υπόκειται σε περιορισμούς, μετά από στάθμιση μεταξύ, αφενός, του δικαιώματος ακροάσεως και του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, και, αφετέρου, συμφερόντων που άπτονται της εθνικής ασφάλειας και μπορούν να δικαιολογήσουν την μη κοινοποίηση στοιχείων του φακέλου, όταν η αποκάλυψη των πληροφοριών ή των πηγών ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια ή την ασφάλεια των οργανισμών ή προσώπων που παρέχουν τις πληροφορίες. Η εξαίρεση, όμως, από τον κανόνα της πρόσβασης στις πληροφορίες είναι επιτρεπτή υπό τις αυστηρές, διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη. Συνεπώς, υπό το προαναφερθέν περιεχόμενο, η § 4 του άρθρου 76 Ν. 4939/2022, η οποία δεν θεσπίζει απόλυτη απαγόρευση γνωστοποίησης πληροφοριών σχετιζόμενων με την εθνική ασφάλεια, όταν το καθεστώς πρόσφυγος ανακαλείται, κατά το άρθρο 13 § 4 του ιδίου νόμου, με την αιτιολογία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας συνιστά κίνδυνο για την ασφάλεια του Κράτους, είναι συμβατή με το άρθρο 23 § 1 Οδηγ. 2013/32. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του Ν. 3907/2011, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 4939/2022, συνάγεται ότι, όταν το αρμόδιο όργανο ανακαλεί το καθεστώς πρόσφυγος, με την αιτιολογία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας “συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια”, δύναται να εκδίδει ταυτοχρόνως και απόφαση επιστροφής, κατά το άρθρο 21 § 1 Ν. 3907/2011, εφόσον ο εν λόγω υπήκοος θεωρείται πλέον ως παρανόμως διαμένων στην ελληνική επικράτεια. Στην απόφαση επιστροφής απαιτείται να προσδιορίζεται, μεταξύ των τρίτων χωρών, εκείνη προς την οποία πρέπει να απομακρυνθεί ο υπήκοος τρίτης χώρας. Το ως άνω όργανο οφείλει όμως, κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης επιστροφής, να τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης, σύμφωνα, άλλωστε, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 20 Ν. 3907/2011. Δεν απαγορεύεται, συνεπώς, η σώρευση σε μια διοικητική πράξη των δύο αποφάσεων, ήτοι, της ανάκλησης του καθεστώτος πρόσφυγος και της απόφασης επιστροφής του υπηκόου τρίτης χώρας. Ωστόσο, η κρίση για τη συνδρομή των προϋποθέσεων ανάκλησης του καθεστώτος πρόσφυγος, που έχει ως αποτέλεσμα να μη διαθέτει πλέον ο υπήκοος τρίτης χώρας το σύνολο των δικαιωμάτων και των πλεονεκτημάτων που συναρτώνται με το καθεστώς αυτό και να θεωρείται ως παρανόμως κατ’ αρχήν διαμένων, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την κρίση για την έκδοση απόφασης επιστροφής και τον συναφή προσδιορισμό της χώρας στην οποία διατάσσεται η απομάκρυνσή του. Η κρίση για την έκδοση της απόφασης επιστροφής προϋποθέτει την εξέταση, εν πρώτοις, κατά πόσον ο υπήκοος τρίτης χώρας, του οποίου έχει ανακληθεί το καθεστώς διεθνούς προστασίας, εξακολουθεί παρά ταύτα να έχει την ιδιότητα του πρόσφυγα· και τούτο διότι η ιδιότητα του πρόσφυγα, κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης και της οδηγίας 2011/95, δεν εξαρτάται από την τυπική αναγνώριση της ιδιότητας αυτής με τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγος. Εφόσον δε ο υπήκοος τρίτης χώρας εξακολουθεί να έχει την ιδιότητα του πρόσφυγα, δεν στερείται της προστασίας που παρέχεται με τα άρθρα 18 και 19 του ΧΘΔΕΕ, στα οποία κατοχυρώνεται η αρχή της μη επαναπροώθησης, αρχή που κατοχυρώνεται επίσης στις οδηγίες για το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου και την οδηγία 2008/115, οι οποίες παρέχουν “προστασία ευρύτερη” από εκείνη της Σύμβασης της Γενεύης, καθώς και στις οικείες διατάξεις του εθνικού δικαίου. Συνεπώς, η αρμόδια αρχή, κατά την έκδοση της απόφασης επιστροφής και τον προσδιορισμό της χώρας στην οποία θα γίνει η επιστροφή, δεν επιτρέπεται να διατάσσει την επιστροφή του υπηκόου τρίτης χώρας, του οποίου ανακλήθηκε το καθεστώς πρόσφυγος, σε χώρα όπου υφίστανται σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι ο εν λόγω υπήκοος, διαμένων πλέον παρανόμως στην ελληνική επικράτεια και υποκείμενος, ως εκ τούτου, στο καθεστώς της οδηγίας 2008/115 και των συναφών διατάξεων του εθνικού δικαίου, θα εκτεθεί, σε περίπτωση επιστροφής του στην τρίτη αυτή χώρα, σε πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης. Δοθέντος δε ότι η αρχή της μη επαναπροώθησης πρέπει να τηρείται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας επιστροφής, την ίδια υποχρέωση έχει τόσο η οικεία Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών, είτε εξετάζοντας ενδικοφανή προσφυγή κατά απόφασης ανάκλησης του καθεστώτος πρόσφυγος στην οποία σωρεύεται και απόφαση επιστροφής είτε όταν η Επιτροπή αυτή διατάσσει, το πρώτον, την επιστροφή του υπηκόου τρίτης χώρας, μετά την απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής του κατά της απόφασης ανάκλησης του καθεστώτος πρόσφυγος, όσο και οι αστυνομικές αρχές, όταν λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής. Προδήλως, το άρθρο 41 § 2 Ν. 3907/2011, το οποίο επικαλείται η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής Προσφυγών, δεν θέτει εκποδών την γενικής εφαρμογής, θεμελιώδη αρχή της μη επαναπροώθησης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 του ιδίου νόμου. Εξ άλλου, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, η κρίση περί ενδεχόμενης παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης πρέπει να είναι εξατομικευμένη και επίκαιρη, να αιτιολογείται δε, εν αναφορά προς την οριζόμενη ως χώρα προορισμού. Τα ανωτέρω ισχύουν, κατά μείζονα λόγο, όταν προβάλλονται από τον ενδιαφερόμενο ειδικοί και συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, εν σχέσει προς τους λόγους που κατ’ αυτόν επιτάσσουν την τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης, οι οποίοι και πρέπει να αξιολογούνται. Τέλος, την τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης υποχρεούται να διασφαλίζει, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, το αρμόδιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου προσβάλλονται οι αποφάσεις των διοικητικών οργάνων. Μετά την επίλυση των ανωτέρω ζητημάτων, η Ολομέλεια του ΣτΕ παρέπεμψε την υπόθεση στο Δ΄ Τμήμα προς περαιτέρω εκδίκαση.


Σύνδεσμος

ΟλΣτΕ 535/2026 - Πλήρες κείμενο »