Πρόσφατη νομολογία


2 Απρ 2026

ΟλΣτΕ 392/2026: Η σύναψη πολιτικού γάμου από πρόσωπα του ιδίου φύλου & η υιοθεσία ανηλίκου από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (μειοψ.)

Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση της 15796/20.2.2024 απόφασης της Υπουργού Εσωτερικών, με τίτλο «Τροποποίηση της υπό στοιχεία Φ.131360/12476/ 08.05.2013 απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών “Καθορισμός του τύπου και του τρόπου τήρησης των ληξιαρχικών βιβλίων των Ληξιαρχείων”, ως προς την αποτύπωση των στοιχείων γονέων και συζύγων επί των ληξιαρχικών πράξεων γέννησης και γάμου - απαιτούμενες προσαρμογές στο Πληροφοριακό Σύστημα “Μητρώο Πολιτών” - προσθήκη νέων προτύπων ληξιαρχικών πράξεων». Η ως άνω υπουργική απόφαση εκδόθηκε κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 12 § 1 Ν. 5089/2024 «Ισότητα στον πολιτικό γάμο, τροποποίηση του Αστικού Κώδικα [και] άλλες διατάξεις», με αντικείμενο την προσαρμογή του περιεχομένου των ληξιαρχικών πράξεων στις διατάξεις του νέου αυτού νόμου. Οι θεσμοί του γάμου και της οικογένειας, στενώς συνδεόμενοι με τις μεταβολές των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών και ηθικών αντιλήψεων, δεν παραμένουν στατικοί και αναλλοίωτοι στη διαδρομή του χρόνου, αλλά υπόκεινται, σε συνάρτηση προς τις ανωτέρω μεταβολές, σε εξέλιξη και αναπροσδιορισμούς. Η συνταγματική κατοχύρωση αυτών δεν κωλύει, συνεπώς, τον κοινό νομοθέτη, στο πλαίσιο της ευρείας εξουσίας, που αντλεί από τη δημοκρατική αρχή, να θεσπίζει, κατόπιν εκτίμησης των κοινωνικών εξελίξεων και σε συνάρτηση με αυτές, τις κατά την κρίση του δέουσες τροποποιήσεις των κανόνων που ρυθμίζουν τη σύναψη γάμου, δημιουργία οικογένειας και εν γένει λειτουργία των εν λόγω θεσμών. Ο δε έλεγχος του ακυρωτικού δικαστή, ως έλεγχος ορίων, δεν εκτείνεται επί της ορθότητας των ουσιαστικών εκτιμήσεων ή της σκοπιμότητας των επιλογών του νομοθέτη, εφόσον, πάντως, αυτές ευρίσκονται εντός του πλαισίου, που θέτει η διάταξη του άρθρου 21 § 1 του Συντάγματος, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με τις λοιπές συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και αρχές και σύμφωνα με το πνεύμα των εξελισσόμενων κοινωνικών συνθηκών και αντιλήψεων. Με τις επίδικες ρυθμίσεις του Ν. 5089/2024 διευρύνεται ο κύκλος των προσώπων που δύνανται, εφόσον το επιθυμούν, να δεσμευθούν δημοσίως ενώπιον της Πολιτείας σε ισόβια, κατ’ αρχήν, συμβίωση με αμοιβαία στοργή, αφοσίωση και πίστη, κατά τους όρους του νόμου, ώστε να τύχουν της ειδικής αναγνώρισης και προστασίας που η έννομη τάξη επιφυλάσσει στους έγγαμους πολίτες και στον γάμο ως θεμελιώδη κοινωνικό θεσμό -συμπεριλαμβανομένης πλέον και μιας μειοψηφικής κατηγορίας πολιτών, οι οποίοι παρέμεναν, λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, αποκλεισμένοι από αυτόν-, χωρίς να τροποποιούνται, κατά τα λοιπά, οι κανόνες που διέπουν τη σύναψη, λειτουργία και λύση του γάμου ή να αναιρούνται τα ως άνω βασικά στοιχεία αυτού. Με την επέκταση, σε πρόσωπα του ιδίου φύλου, του δικαιώματος σύναψης πολιτικού γάμου, ο οποίος, ως σύμβαση του αστικού δικαίου και αμιγώς πολιτειακός θεσμός, απευθύνεται σε όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και πεποιθήσεων, δεν περιορίζεται ή επηρεάζεται, με οποιονδήποτε τρόπο, το δικαίωμα προσώπων διαφορετικού φύλου να συνάπτουν γάμο, πολιτικό ή θρησκευτικό, ούτε θίγονται οι κανόνες και παραδόσεις της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας σχετικά με την τέλεση γάμου και δημιουργία οικογένειας, η τήρηση των οποίων εξακολουθεί να επαφίεται στην ελεύθερη συμμόρφωση των πιστών Χριστιανών Ορθόδοξων πολιτών. Εξάλλου, από την αναφορά του άρθρου 21 § 1 του Συντάγματος στην οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους δεν δύναται να συναχθεί ότι μόνον ο γάμος μεταξύ ετεροφύλων και η δι’ αυτού δημιουργούμενη, με την απόκτηση κοινών βιολογικών τέκνων, οικογένεια είναι νοητοί ως θεσμοί προστατευόμενοι από την Πολιτεία, διότι (α) η τεκνοποιία δεν αποτελεί υποχρεωτικό σκοπό του γάμου, (β) η απόκτηση και ανατροφή παιδιών λαμβάνει χώρα εν τοις πράγμασι στο πλαίσιο και άλλων σχημάτων, εκτός της ιδρυόμενης με γάμο μεταξύ ετεροφύλων, οικογένειας, (γ) η συνταγματική προστασία της οικογένειας αφορά σε όλες τις μορφές οικογενειακής ζωής, που απαντώνται στη σύγχρονη κοινωνία, η δε προστασία της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας σε κάθε μητέρα και κάθε ανήλικο παιδί. Με τα δεδομένα αυτά, η επίδικη ρύθμιση του Ν. 5089/2024 δεν αναιρεί τον συνταγματικό σκοπό της προστασίας του γάμου και της οικογένειας, ούτε αντιτίθεται εν γένει στο άρθρο 21 § 1 του Συντάγματος. Περαιτέρω, η επίδικη ρύθμιση του Ν. 5089/2024 δεν αντίκειται στο άρθρο 12 της ΕΣΔΑ, που αναφέρεται σε δικαίωμα σύναψης γάμου άνδρα και γυναίκας. Επίσης, η θέσπιση, με τον Ν. 4356/2015, του συμφώνου συμβίωσης ομοφύλων δεν κάλυπτε την υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη να θεσπίσει μια εναλλακτική προς τον γάμο μορφή αναγνώρισης και προστασίας των σταθερών ομόφυλων σχέσεων, καθιστώντας περιττή την παρούσα μεταρρύθμιση, διότι, όπως έχει σαφώς αποφανθεί το ΕΔΔΑ, το δικαίωμα στον γάμο, που κατοχυρώνει η διάταξη του άρθρου 12 δεν πρέπει υποχρεωτικά να περιορίζεται σε πρόσωπα διαφορετικού φύλου, αλλά το ζήτημα εναπόκειται προς ρύθμιση στον εθνικό νομοθέτη. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 12 της ΕΣΔΑ ούτε επιβάλλει, ούτε απαγορεύει τη θεσμοθέτηση γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Η δε θέσπιση, με τον Ν. 4356/2015, του συμφώνου συμβίωσης ομοφύλων ουδόλως εκώλυε τον νομοθέτη, στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειας που διαθέτει, να εισαγάγει την επίδικη ρύθμιση, δεδομένου ότι το σύμφωνο συμβίωσης διαφοροποιείται από τον θεσμό του γάμου, ως μία εναλλακτική μορφή καταχωρισμένης συμβίωσης, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, επιτρέπει σε μεγαλύτερο βαθμό, σε σχέση με τον γάμο, την διατήρηση της περιουσιακής αυτοτέλειας των μερών και δύναται ανά πάσα στιγμή να λυθεί μονομερώς, χωρίς την παρεμβολή δικαστηρίου ή άλλου πολιτειακού οργάνου. Περαιτέρω, η δεδομένη διαχρονική συμβολή της Ορθόδοξης Χριστιανικής διδασκαλίας στη διαμόρφωση των ηθικών αντιλήψεων του ελληνικού λαού δεν αναιρεί την εξέλιξη αυτών, σήμερα, υπό τη σύνθετη επίδραση περισσοτέρων παραγόντων, εν πάση δε περιπτώσει η συνεκτίμηση των κρατουσών στη Χώρα κοινωνικοηθικών αντιλήψεων ενόψει της θέσπισης ρυθμίσεων που άπτονται ζητημάτων κοινωνικής ηθικής ανήκει στην εξουσία του νομοθέτη, την κρίση του οποίου δεν δύναται να υποκαταστήσει ο ασκών εν προκειμένω έλεγχο ορίων ακυρωτικός δικαστής. Επιπλέον, η αναγνώριση, υπέρ των ομόφυλων έγγαμων ζευγαριών, δικαιώματος από κοινού υιοθεσίας ανηλίκου τέκνου και δικαιώματος υιοθεσίας του νόμιμου τέκνου, βιολογικού ή θετού, του ενός συζύγου από τον άλλο αποτελεί, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 5089/2024, αυτόθροη συνέπεια της αναγνώρισης, με το άρθρο 3 Ν. 5089/2024, δικαιώματος σύναψης γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Η ρύθμιση αυτή τελεί σε συμφωνία με το πνεύμα της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Συμβαδίζει, επίσης, η αναγνώριση αυτή με την εξέλιξη των αντιλήψεων και των νομοθετικών ρυθμίσεων σχετικά με την υιοθεσία στην πλειοψηφία των προηγμένων δημοκρατικών χωρών της Ευρώπης και εκτός αυτής. Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, η διαδικασία τέλεσης υιοθεσίας διέπεται από ένα σύνολο εγγυήσεων που αποβλέπουν στη διακρίβωση και προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου παιδιού, με την πρόβλεψη (α) διεξαγωγής έρευνας, από κατάλληλη κοινωνική υπηρεσία, σε δύο διακριτά στάδια και, τελικώς, (β) ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου. Επομένως, η αναγνώριση δικαιώματος υιοθεσίας ανηλίκου από ομόφυλα έγγαμα ζευγάρια, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία, που είχαν ήδη θεσπιστεί και ισχύουν για την υιοθεσία από έγγαμα ετερόφυλα ζευγάρια, δεν προσβάλλει τη συνταγματική προστασία της παιδικής ηλικίας και του υπέρτατου/βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, το οποίο θεμιτώς αναζητείται και διακριβώνεται από τις αρμόδιες αρχές σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αιτήματος υιοθεσίας, χωρίς αυτή να αποκλείεται εκ των προτέρων λόγω φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού των υποψηφίων θετών γονέων. Διαδικαστικές εγγυήσεις προβλέπονται επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 11 § 2 του Ν. 5089/2024, και ως προς τις υιοθεσίες που έχουν ήδη τελεσθεί από ομόφυλα ζευγάρια στο εξωτερικό. Δεν απαιτείται εξάλλου, και δη κατά συνταγματική επιταγή, να μιμείται η υιοθεσία τη βιολογική σχέση του παιδιού με δύο ετερόφυλους γονείς, ώστε το υιοθετούμενο να ανατρέφεται από μητέρα και πατέρα, καθόσον μάλιστα είναι παλαιόθεν επιτρεπτή η υιοθεσία από ένα πρόσωπο, έγγαμο ή άγαμο, η δε υπό συνεχή εξέλιξη κοινωνική πραγματικότητα περιλαμβάνει διάφορα οικογενειακά σχήματα, εκτός της οικογένειας με δύο ετερόφυλους γονείς. Με τα δεδομένα αυτά, δεν τίθεται ζήτημα δυσμενούς διάκρισης εις βάρος των παιδιών που θα υιοθετηθούν από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια -κατόπιν κρίσης του αρμοδίου δικαστηρίου ότι δια της υιοθεσίας εξυπηρετείται το συμφέρον του ανηλίκου- σε σχέση με τα ανατρεφόμενα από δύο ετερόφυλους γονείς και παραβίασης, εκ του λόγου αυτού, της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της προστασίας του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Επιπλέον, οι επίδικες ρυθμίσεις τελούν σε συμφωνία προς τις συνταγματικές αρχές του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ισότητας ενώπιον του νόμου, καθώς επίσης προς τις αρχές της ΕΣΔΑ, άλλων διεθνών συμβάσεων και του ενωσιακού δικαίου και απηχούν την εξέλιξη, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, τόσο των κοινωνικοηθικών αντιλήψεων σχετικά με τις ομοερωτικές σχέσεις, όσο και της αντιμετώπισης, από την έννομη τάξη, των σχέσεων συμβίωσης και γονεϊκότητας ομοφύλων στην πλειοψηφία των προηγμένων δημοκρατικών χωρών της Ευρώπης και, γενικότερα, του δυτικού κόσμου, προς την κατεύθυνση της άρσης του κοινωνικού αποκλεισμού και της προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής χωρίς διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Η επιλογή δε αυτή του νομοθέτη, μη υπερβαίνουσα τα τιθέμενα από τις προαναφερθείσες υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεις και αρχές όρια, δεν υπόκειται σε περαιτέρω έλεγχο από τον ακυρωτικό δικαστή. (Μειοψ.). 


Σύνδεσμος

ΟλΣτΕ 392/2026 - Πλήρες κείμενο »