2 Σεπ 2026
Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση της 7363/27.9.2024 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών-Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, «Ρύθμιση της διαδικασίας κατάθεσης εγγυητικής επιστολής και επιμερισμός του καταβαλλόμενου παραβόλου κατά την υποβολή αίτησης περί χορήγησης άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας παραρτημάτων - Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης», η οποία ερείδεται επί των διατάξεων του μέρους Δ΄ του Ν. 5094/2024 που προβλέπει τη δυνατότητα ίδρυσης στην Ελλάδα παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτων χωρών συμβαλλόμενων στη GATS με τη μορφή συνεργασίας τους με μη κερδοσκοπικούς εκπαιδευτικούς φορείς με έδρα την Ελλάδα, τα ΝΠΠΕ. Ειδικότερα, η αιτούσα Ένωση και τα μέλη της επιδιώκουν την ακύρωση της κοινής υπουργικής απόφασης, προβάλλοντας ότι η λειτουργία των παραρτημάτων-ΝΠΠΕ, των οποίων τα πτυχία προβλέπεται στον νόμο ότι διαθέτουν τόσο επαγγελματική όσο και ακαδημαϊκή αναγνώριση, θα καταστήσει μη βιώσιμα τα Κολλέγια που ήδη λειτουργούν και παρέχουν τριτοβάθμια εκπαίδευση, στων οποίων όμως τα πτυχία η νομοθεσία αναγνωρίζει μόνο επαγγελματικά δικαιώματα. Επιπρόσθετα προβάλλεται ότι ο νέος θεσμός έχει υψηλό κανονιστικό κόστος ίδρυσης και λειτουργίας, με αποτέλεσμα να συνεπάγεται υπερβολικές δεσμεύσεις για τους συμμετέχοντες εκπαιδευτικούς φορείς, ώστε να καθίσταται δυσχερής η, αναγκαία για την επιβίωσή τους, μετατροπή των υφιστάμενων Κολλεγίων σε ΝΠΠΕ. Στην υπό κρίση υπόθεση ασκούν παρέμβαση: Α) καθηγητής Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Β) δεκαοκτώ προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές ελληνικών πανεπιστημίων, ωστόσο οι εν λόγω παρεμβάσεις, με τις οποίες ζητείται η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθώς στην ακυρωτική δίκη επιτρέπεται η άσκηση παρέμβασης μόνο για τη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης. Στο Σύνταγμα ορίζονται ρητά οι όροι και οι προϋποθέσεις (16 § 8) ίδρυσης των ιδιωτικών πανεπιστημίων, ενώ το Δικαστήριο έχει κρίνει την αναγνώριση ατομικού δικαιώματος ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, διασφαλιζομένης με τον τρόπο αυτόν της πολυφωνίας στην εκπαίδευση, για την πληρέστερη ανάπτυξη της παιδείας, όπως επιτάσσει το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επισημαίνεται ότι δεν παρέχεται απλώς η δυνατότητα άσκησης ιδιωτικής επιχείρησης στο πλαίσιο του άρθρου 5 του Συντάγματος, αλλά δημοσίου λειτουργήματος από ιδιωτικό φορέα υποκείμενο σε κρατικό έλεγχο και εποπτεία. Παράλληλα, το ΔΕΕ ως προς το δικαίωμα εγκατάστασης στο πεδίο της ανώτατης εκπαίδευσης, έχει δεχθεί την κατοχύρωση της ελευθερίας εγκατάστασης σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από υπήκοο ενός κράτους μέλους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, με την εν λόγω ελευθερία να υπόκειται σε περιορισμούς, εφόσον δικαιολογούνται από υπέρτερο λόγο γενικού συμφέροντος ή συντρέχει λόγος δημόσιας τάξης, πρέπει δε να συνάδουν με την αρχή της αναλογικότητας, και, υπό την προϋπόθεση ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται από την ελευθερία εγκατάστασης δεν προσκρούουν σε τυχόν υφιστάμενη αντίθετου περιεχομένου εθνική ταυτότητα του κράτους μέλους. Μάλιστα, όπως παγίως έχει κριθεί, ο σκοπός της εξασφάλισης υψηλού ποιοτικού επιπέδου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι ικανός να δικαιολογήσει περιορισμούς στην ελευθερία εγκατάστασης. Κατά τη νομολογία του ΔΕΕ, η εφαρμογή της ελευθερίας εγκατάστασης σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης προϋποθέτει ότι δεν θίγεται η εθνική ταυτότητα του κράτους μέλους, δεδομένου ότι η Ένωση σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών της, η οποία συνάδει με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική δομή των κρατών μελών, αντιπροσωπεύει, κατ’ αρχήν, μια μακρά και σταθερή αξία και συνιστά το αποτέλεσμα της ιστορίας, του πολιτισμού και των κοινωνικοπολιτικών χαρακτηριστικών μίας συγκεκριμένης χώρας. Περαιτέρω, η Οδηγία 2006/123/ΕΚ, με την οποία επιδιώκεται η εξάλειψη των εμποδίων στην άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης, και αφορά και τις υπηρεσίες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ορίζεται ότι συνιστούν επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος η διασφάλιση του υψηλού επιπέδου της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η προστασία των αποδεκτών των σχετικών υπηρεσιών. Η δε Συμφωνία για την ίδρυση του ΠΟΕ, της οποίας η GATS αποτελεί μέρος, υπογράφηκε από την Ένωση και, συνεπώς, αποτελεί μέρος του δικαίου της Ένωσης, κατά την οποία τα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα άσκησης της εσωτερικής τους αρμοδιότητας προς ρύθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά μόνο στον βαθμό που οι σχετικές εθνικές ρυθμίσεις δεν αντιβαίνουν σε υποχρεώσεις απορρέουσες από τις Συμφωνίες του ΠΟΕ. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο τονίζει ότι δεν συνάγεται το συμπέρασμα ότι η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να απαγορεύει την αδειοδότηση παρόχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης προερχόμενων από χώρες συμβεβλημένες στη GATS. Η υποχρέωση τήρησης του ενωσιακού δικαίου από τα κράτη μέλη απορρέει από την ιδιαίτερη φύση της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, ερείδεται στις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της καλόπιστης συνεργασίας των κρατών μελών και αποσκοπεί στην αποτελεσματικότητα και την ομοιόμορφη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στο πλαίσιο της διαδικασίας για μια διαρκώς στενότερη ένωση των λαών της Ευρώπης. Αναφορικά με την ακαδημαϊκή αναγνώριση των τίτλων σπουδών, έχει κριθεί ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναγνώριση της ισοτιμίας τίτλου σπουδών αλλοδαπού πανεπιστημίου, όταν στηρίζεται σε σπουδές που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα σε ιδιωτική σχολή. Η παροχή της ανώτατης εκπαιδεύσεως ανατίθεται αποκλειστικά σε ιδρυματικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και σε καθηγητές που έχουν την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού και που υπάγονται στην αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας που εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία, οι οποίες αναπτύσσονται με κανόνες που θεσπίζει το Κράτος, το οποίο ασκεί εποπτεία επί των πράξεών τους και με οικονομικά μέσα που παρέχει το ίδιο για την πραγματοποίηση των σκοπών τους. Ωστόσο, η ερμηνεία περί του επιτρεπτού της λειτουργίας παραρτημάτων αλλοδαπών σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δεν προσκρούει σε αντίθετου περιεχομένου υφιστάμενη εθνική ταυτότητα της Ελλάδας, καθώς δεν διαπιστώνεται ότι η παροχή ανώτατης εκπαίδευσης αποκλειστικά από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αντιπροσωπεύει μια μακρά και σταθερή αξία για τη Χώρα ή ότι συνιστά το αποτέλεσμα της ιστορίας ή των κοινωνικοπολιτικών χαρακτηριστικών της Ελλάδας. Το Δικαστήριο κατέληξε στην κρινόμενη υπόθεση ότι η Ελλάδα, δεδομένου ότι ως το πρώτο δικαίωμα (της πρόσβασης στην αγορά) διετύπωσε την εν λόγω επιφύλαξη, ενώ ως προς το δεύτερο δικαίωμα (της ίσης μεταχείρισης) ρητά παραιτήθηκε από οποιαδήποτε επιφύλαξη, έχει τη δυνατότητα βάσει της GATS να ρυθμίσει ελεύθερα (επιτρέποντας ή απαγορεύοντας τις σχετικές δραστηριότητες) τα σχετικά ζητήματα, περιοριζόμενη μόνον από τη μη δυνατότητα θέσπισης διακρίσεων. Επισημαίνεται ότι στην υπό κρίση περίπτωση, η αναγκαιότητα αναθεώρησης αποτελεί sine qua non προϋπόθεση, κατά τη συνταγματική δημοκρατική τάξη, για να λειτουργήσουν νομίμως τα ν.π.π.ε., ενώ ως προς τα προσόντα το εκπαιδευτικού προσωπικού προβλέφθηκε ότι οι διδάσκοντες απαιτείται να έχουν προσόντα «ισότιμα» των αντιστοίχων του μητρικού Πανεπιστημίου. Η δε προϋπόθεση του μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα των ΝΠΠΕ, η οποία συνιστά πράγματι σημαντικό περιορισμό της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελευθερίας ίδρυσης ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, διότι αποκλείει κάθε κερδοσκοπικό φορέα από την ίδρυση παραρτημάτων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δικαιολογείται από υπέρτερο λόγο γενικού συμφέροντος και είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη η οργάνωση του εθνικού συστήματος ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης, στο οποίο εντάσσονται τα ΝΠΠΕ, η διαμόρφωση των επιμέρους προϋποθέσεων για την εισαγωγή των φοιτητών σε προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα, και η πρόβλεψη της σφράγισης των τίτλων σπουδών από το Υπουργείο Παιδείας για λόγους διασφάλισης της εγκυρότητάς τους, στην προκειμένη δε περίπτωση, οι προϋποθέσεις που αμφισβητούνται εξυπηρετούν πράγματι σκοπό δημοσίου συμφέροντος και πληρούν τους όρους της αρχής της αναλογικότητας. Τέλος, στον νόμο για τα παραρτήματα-ΝΠΠΕ δεν προβλέπεται ρητώς προθεσμία για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αδειοδότησης, αλλά συνάγεται εκ του νόμου ότι η απόφαση με την οποία ο Υπουργός Παιδείας αποφαίνεται επί της αίτησης για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΝΠΠΕ, οφείλει να εκδίδεται εντός ευλόγου χρόνου από την υποβολή του συνόλου των απαιτούμενων δικαιολογητικών, ενώ σε περίπτωση παρόδου του κατά τις εκάστοτε περιστάσεις ευλόγου χρόνου, η αίτηση αδειοδότησης θεωρείται απορριφθείσα. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και έκανε δεκτές τις παρεμβάσεις του δευτέρου και του τρίτου των παρεμβαινόντων. (Μειοψ.)