Αρχική σελίδα Αναζήτηση Sakkoulas-Online.gr
Αναζήτηση  |  Online Συνδρομές  |  Επικαιρότητα  |  Με μια ματιά  |  Σχετικά  |  Βοήθεια  |  Συχνές ερωτήσεις  |  Επικοινωνία  |  Sakkoulas.gr

Πρόσφατη νομολογία


 

22 Σεπ 2022

ΟλΣτΕ 1400/2022: Σύμφωνη με το Σύνταγμα η πράξη του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος περί υποχρεωτικού εμβολιασμού των υπαλλήλων της ΕΜΑΚ

Με την κρινόμενη αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση της 28550 Φ 215.2/18.5.2021 πράξης του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, με θέμα: «Εμβολιασμός Υπαλλήλων που υπηρετούν στις Ειδικές Μονάδες Αντιμετώπισης Καταστροφών (Ε.Μ.Α.Κ.)». Η προσβαλλόμενη πράξη προς τον σκοπό της εξασφάλισης της αδιάλειπτης επιχειρησιακής λειτουργίας των ΕΜΑΚ, με το πρώτο σκέλος της θέτει μία προσωρινή, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, πρόσθετη προϋπόθεση (απαίτηση) για τη λειτουργία των ανωτέρω υπηρεσιών τον εμβολιασμό κατά του κορωνοϊού covid-19 του πυροσβεστικού προσωπικού, συνεπαγόμενη από τη διαλαμβανόμενη σ’ αυτήν έναρξη ισχύος της και για όσο χρόνο διαρκεί η πανδημία, την άρνηση μετακίνησης στις ανωτέρω υπηρεσίες ή την απομάκρυνση από αυτές όσων υπαλλήλων δεν έχουν εμβολιαστεί, με το δε δεύτερο σκέλος της θέτει μία ρύθμιση μεταβατικού χαρακτήρα για τους ήδη υπηρετούντες στις ανωτέρω υπηρεσίες, καθορίζοντας απώτατη προθεσμία προγραμματισμού του εμβολιασμού τους, προκειμένου να μην απομακρυνθούν από τις υπηρεσίες αυτές. Ενόψει τούτων, με την προσβαλλόμενη πράξη εισάγεται, με κριτήριο τον εμβολιασμό κατά του κορωνοϊού, άμεση διάκριση μεταξύ του ένστολου προσωπικού του πυροσβεστικού σώματος, η οποία έχει συνέπειες στην υπηρεσιακή του κατάσταση και επηρεάζει τις αποδοχές του, εφόσον στους υπηρετούντες στις ΕΜΑΚ χορηγείται ειδικό μηνιαίο επίδομα. Ως εκ του ρυθμιστικού της αντικειμένου, η πράξη αυτή συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη κανονιστικού χαρακτήρα, όμως δεδομένου ότι δεν έχει δημοσιευθεί στην ΕτΚ, ενώ δεν προβλέπεται από τις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις που αφορούν το Πυροσβεστικό Σώμα άλλος ειδικότερος τρόπος δημοσίευσης, η προσβαλλόμενη πράξη δεν έχει τύχει νόμιμης δημοσίευσης. To δικαίωμα στην υγεία αναγνωρίζεται τόσο ως ατομικό όσο και ως κοινωνικό δικαίωμα. Επομένως, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο η δημόσια υγεία, όπως είναι η κατάσταση πανδημίας λόγω της εμφάνισης νέου μολυσματικού ιού, το Κράτος οφείλει να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για τον περιορισμό της διάδοσης της ασθένειας και, κατ’ επέκταση, τη μείωση της πίεσης των υπηρεσιών υγείας, οι δε πολίτες έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν την πραγμάτωση της σχετικής υποχρέωσης του Κράτους. Τα μέτρα αυτά μπορεί μεν να συνιστούν ακόμα και σοβαρή επέμβαση στην απόλαυση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, πλην η επέμβαση αυτή είναι συνταγματικώς ανεκτή τηρουμένης και της αρχής της αναλογικότητας, όταν τούτο επιβάλλεται από αποχρώντες λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Στα μέτρα αυτά εντάσσεται και ο υποχρεωτικός εμβολιασμός, ο οποίος διενεργείται με σκοπό τον περιορισμό της διάδοσης του ιού, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, και τη βαθμιαία εξάλειψή του, την προστασία και διατήρηση των παρεχόμενων δημοσίων υπηρεσιών υγείας για τη θεραπεία των ασθενών και την εξασφάλιση της λειτουργίας νευραλγικών υπηρεσιών από την αναταραχή λόγω των συνεπειών από την εξάπλωση της μόλυνσης, πάντοτε χάριν της προστασίας την υγείας και, εντεύθεν, της ζωής των πολιτών. Το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού, καθ’ εαυτό, συνιστά σοβαρή μεν παρέμβαση στο δικαίωμα του αυτοκαθορισμού, πλην η παρέμβαση αυτή είναι συνταγματικώς ανεκτή υπό προϋποθέσεις. Η ως άνω παρέμβαση εφ’ όσον δεν θίγει τον πυρήνα του θεμελιώδους δικαιώματος του αυτοκαθορισμού και κρίνεται, σύμφωνα με τις κρατούσες επιστημονικές παραδοχές, κατάλληλη, αναγκαία και εν στενή εννοία ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό κατόπιν στάθμισης του κόστους και του οφέλους, είναι σύμφωνη με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Κατά τον καθορισμό των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, κατά τη λήψη των οποίων σταθμίζονται ιατρικής φύσεως δεδομένα, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της πανδημίας και των λαμβανομένων μέτρων στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Χώρας, ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς την καταλληλότητα και την αναγκαιότητά τους, που οφείλει να στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα και, συνεπώς, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση εάν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη είτε υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο. Τέλος, δοθέντος ότι τα κατοχυρούμενα στο Σύνταγμα και στις διεθνείς συνθήκες ατομικά δικαιώματα πραγματώνονται στο πλαίσιο του κοινωνικού συνόλου, εντός της οργανωμένης πολιτείας, ανακύπτει από το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος η υποχρέωση του ατόμου, επιδεικνύοντας την επιτασσόμενη από την διάταξη αυτή κοινωνική αλληλεγγύη, να ανέχεται, υπό τις ανωτέρω εκτεθείσες προϋποθέσεις, περιορισμούς των δικαιωμάτων του, καθώς και να μεριμνά για τη διατήρηση της ατομικής του υγείας με σκοπό να μην μεταδώσει την ασθένεια σε άλλους, έτσι ώστε να γίνεται σεβαστό το ατομικό δικαίωμα των υπολοίπων στην διατήρηση της υγείας τους, αλλά και να μην επιβαρύνεται το σύστημα υγείας, η μέριμνα για τη διατήρηση του οποίου στο αναγκαίο, ανάλογα με τον πληθυσμό, μέγεθος και για την απρόσκοπτη λειτουργία του αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του Κράτους. Εξάλλου, σε περίπτωση τυχόν εμφάνισης σοβαρής βλάβης της υγείας προσώπου συνεπεία πραγματοποίησης του εμβολιασμού ανακύπτει εκ του άρθρου 4 παρ. 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος ευθύνη του Κράτους προς αποζημίωση του παθόντος. Τούτο, διότι στις περιπτώσεις αυτές η προκαλούμενη από τον εμβολιασμό βλάβη υπερβαίνει για τον παθόντα το εύλογο όριο ανοχής και αλληλεγγύης, το οποίο δικαιούται να αξιώνει το Κράτος χάριν του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 13 εδ. α παρέχεται εξουσιοδότηση στον Αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώματος να ρυθμίσει θέματα εσωτερικής διάρθρωσης και λειτουργίας, δύναμης προσωπικού, άσκησης καθηκόντων των λοιπών, πλην των κεντρικών, υπηρεσιών του Πυροσβεστικού Σώματος, όπως των Ειδικών Περιφερειακών Υπηρεσιών, στις οποίες περιλαμβάνονται οι ΕΜΑΚ. Η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 13 εδ. α του ν. 4662/2020 είναι ειδική και ορισμένη, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. α του Συντάγματος, διότι αφενός καθορίζεται το συγκεκριμένο θέμα, της λειτουργίας των ειδικών περιφερειακών υπηρεσιών των ΕΜΑΚ, το οποίο είναι δυνατόν να ρυθμίσει ο κανονιστικός νομοθέτης και αφετέρου από το νομοθετικό πλαίσιο, στο οποίο αυτή εντάσσεται παρέχονται οι γενικές κατευθύνσεις και αρχές για το περιεχόμενο των προς θέσπιση κανονιστικών ρυθμίσεων. Ειδικότερα, με την ανωτέρω διάταξη, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 4, 161 παρ. 5. 117 και 118 παρ. 6 του αυτού νόμου, που προβλέπουν τη στελέχωση και μετακίνηση προς τις ως άνω ειδικές μονάδες προσωπικού εξειδικευμένων γνώσεων, φυσικών ικανοτήτων και συγκεκριμένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, μεταξύ των οποίων η σωματική ικανότητα και η καλή κατάσταση της υγείας του, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 151 παρ. 1 και 161 παρ. 3 του ίδιου ν. 4662/2020, που προβλέπουν την κατανομή και μετακίνηση του πυροσβεστικού προσωπικού με κριτήριο τις επιχειρησιακές ανάγκες, παρέχεται στον Αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώματος εξουσιοδότηση, στα πλαίσια της ευρείας ευχέρειας ουσιαστικής εκτίμησης των αναγκών λειτουργίας και άσκησης καθηκόντων των ανωτέρω μονάδων, να ρυθμίσει το ειδικότερο, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β του Συντάγματος, θέμα των προϋποθέσεων εύρυθμης λειτουργίας που ήθελε κρίνει, ότι, λόγω της φύσεως και της αποστολής των υπηρεσιών αυτών και της ιδιαιτερότητας των ειδικών καθηκόντων, επιβάλλεται να πληροί προσωρινά κατά τη διάρκεια της πανδημίας το μετακινούμενο στις υπηρεσίες αυτές πυροσβεστικό προσωπικό. Τέτοια προϋπόθεση, διασφαλιστική της εύρυθμης και συνεχούς λειτουργίας των ανωτέρω υπηρεσιών σε περίοδο πανδημίας, η οποία συνάγεται σαφώς από τις ανωτέρω διατάξεις ότι μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της ανωτέρω νομοθετικής εξουσιοδότησης, είναι και ο υποχρεωτικός εμβολιασμός των υπηρετούντων στις ΕΜΑΚ, τον οποίο οφείλουν αυτοί να ανέχονται ως μέρος της υποχρέωσής τους να διατηρούν καλή την κατάσταση της υγείας τους για την επιτέλεση της ιδιαίτερης αποστολής τους, όταν η πιθανότητα εξάπλωσης μεταδοτικής νόσου μπορεί να υπονομεύσει σημαντικά την επιχειρησιακή ετοιμότητα και, εντεύθεν, την εύρυθμη λειτουργία των εν λόγω νευραλγικής σημασίας μονάδων. Η προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση, η οποία προσδιορίζει με σαφήνεια την κατηγορία των προσώπων στους οποίους αφορά ο εμβολιασμός, καθώς και τις συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους, βρίσκει νόμιμο εξουσιοδοτικό έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 13 εδ. α του ν. 4662/2020, η μη αναγραφή της οποίας στο προοίμιο δεν επηρεάζει το κύρος της πράξης. Δικαιολογείται από λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος αναγόμενους στην ανάγκη διασφάλισης, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, της αδιάλειπτης και ακώλυτης λειτουργίας των ειδικών μονάδων του Πυροσβεστικού Σώματος, που είναι επιφορτισμένες με την αντιμετώπιση καταστροφών (ΕΜΑΚ), τόσο εντός της Επικράτειας όσο και εκτός αυτής στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας, με στόχο την προστασία της ζωής, της υγείας και της περιουσίας των πολιτών καθώς και του περιβάλλοντος. Η λειτουργία των μονάδων αυτών, μάλιστα, δεν αρκεί να είναι μόνο συνεχής, αλλά πρέπει, ενόψει του ειδικού και κρίσιμου χαρακτήρα των εν λόγω υπηρεσιών για την αντιμετώπιση καταστροφών, να στηρίζεται στην πλήρη διαθεσιμότητα του υπηρετούντος προσωπικού τους, η οποία είναι δυνατόν να διαταραχθεί σημαντικά σε περίπτωση που τα μέλη τους προσβληθούν και νοσήσουν από τη μεταδοτική νόσο του κορωνοϊού covid-19. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη πράξη, καθ’ ό μέρος δεν περιέχει ρυθμίσεις για τον καθορισμό συγκεκριμένου εμβολίου, τη διαδικασία διενέργειας του εμβολιασμού ή εξαίρεσης από αυτόν και για λοιπά ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο άλλων νομοθετικών διατάξεων ενσωματώνει ως προς ζητήματα αυτά τις διατάξεις αυτές, ειδικότερα δε τις ισχύουσες ρυθμίσεις του ν. 4764/2020 με τις οποίες τέθηκε σε ισχύ το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών κατά του κορωνοϊού covid 19 με τα εμβόλια, για τα οποία υπάρχει θετική εισήγηση ένταξής τους στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού κατά του κορωνοϊού covid 19 από την Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Ποιότητας Ζωής του Υπουργείου Υγείας ύστερα από την προηγούμενη έγκρισή τους από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων, υιοθετώντας τα πορίσματα των οργανισμών αυτών για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των εμβολίων. Επίσης, για την αναλογικότητα της ρύθμισης ελήφθησαν υπόψη τα κρατούντα κατά τον κρίσιμο χρόνο (και μη ανατραπέντα) πορίσματα της ιατρικής κοινότητας, όπως είναι δημοσιευμένα από τον ΕΟΔΥ και άλλους επίσημους φορείς, με βάση τα οποία τεκμηριώνεται ότι ο εμβολιασμός μειώνει τη μεταδοτικότητα και τη σοβαρότητα της νόσησης και ότι τα πιθανά οφέλη για τη δημόσια υγεία από τον εμβολιασμό υπερτερούν των τυχόν ανεπιθύμητων παρενεργειών, τόσο σε επίπεδο ατόμου όσο και σε επίπεδο γενικού πληθυσμού. Ενόψει τούτων, η προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση δεν είναι προδήλως απρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, ενώ εξάλλου η ρύθμιση αυτή, εφόσον δεν εξαναγκάζει τους αιτούντες να εμβολιαστούν, διότι αυτοί διατηρούν την επιλογή να μην το πράξουν παραμένοντας στην ενεργό υπηρεσία του Πυροσβεστικού Σώματος, δεν πλήττει, σε καμία περίπτωση, τον πυρήνα του σχετικού ατομικού δικαιώματος. Οι δε έννομες συνέπειες της επιλογής τους να μην εμβολιαστούν κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ήτοι η απομάκρυνση τους από τις ΕΜΑΚ και η στέρηση του συνδεόμενου με την άσκηση των συγκεκριμένων καθηκόντων ειδικού επιδόματος (ύψους 141,92 ευρώ), που καταβάλλεται σε αυτούς, δεν είναι, σε καμία περίπτωση, προδήλως δυσανάλογες σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Περαιτέρω, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων προέβη σε αυστηρό έλεγχο των εμβολίων κατά του κορωνοϊού covid 19, χωρίς να παραλειφθεί καμία από τις φάσεις επαλήθευσης της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας που απαιτούνται για την αδειοδότηση ενός φαρμάκου, με σκοπό να εγγυηθεί ότι αυτά ανταποκρίνονται στα ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας, αποτελεσματικότητας και ποιότητας και ότι είναι παρασκευασμένα και ελεγμένα σε πιστοποιημένα εργαστήρια και, συνεπώς, τα εμβόλια αυτά δεν είναι πειραματικά ή δοκιμαστικά. Οι δε άδειες κυκλοφορίας υπό αίρεση, τις οποίες τα εγκεκριμένα εμβόλια αυτά έχουν λάβει, βάσει της διαγραφόμενης από τις ανωτέρω διατάξεις διαδικασίας που δεν επινοήθηκε ad hoc για την αντιμετώπιση της τρέχουσας επιδημικής έξαρσης του νέου κορωνοϊού covid 19, τελούν υπό καθεστώς αυστηρών εγγυήσεων και συνδέονται με συγκεκριμένες υποχρεώσεις των κατόχων τους και δεν είναι ούτε προσωρινές, ούτε άδειες χρήσης έκτακτης ανάγκης, που χορηγούνται όταν δεν έχουν υποβληθεί εκτενή προκλινικά ή φαρμακευτικά δεδομένα, αλλά χορηγούνται, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, όταν υπάρχουν επαρκή αλλά όχι εκτενή κλινικά δεδομένα «υπό την προϋπόθεση ότι τα οφέλη που προκύπτουν από την άμεση διαθεσιμότητα στην αγορά του εν λόγω φαρμακευτικού προϊόντος υπερτερούν του κινδύνου λόγω του γεγονότος ότι απαιτούνται ακόμα επιπλέον δεδομένα». Η δε αιτίαση ότι, ως εκ της σύντομης περιόδου ερευνών και δοκιμών των συγκεκριμένων εμβολίων, που κατέληξαν σε χορήγηση της άδειας κυκλοφορίας τους υπό αίρεση, τα υπάρχοντα στο συγκεκριμένο στάδιο της επιστημονικής εξέλιξης ιατρικά δεδομένα είναι υπό συνεχή διαμόρφωση, είτε ως προς την ύπαρξη και το εύρος των παρενεργειών, μεσοπρόθεσμων ή μακροπρόθεσμων είτε ως προς την αποτελεσματικότητα των εν λόγω εμβολίων, και άρα λόγω έλλειψης επαρκούς τεκμηρίωσης δεν καθίσταται δυνατή η θέσπιση, κατά τρόπο ασφαλή και συνάδοντα προς το Σύνταγμα, ειδικότερα δε προς την αρχή της προφύλαξης, μέτρου υποχρεωτικού εμβολιασμού, δεν είναι βάσιμη. Και τούτο, διότι σε μια επείγουσα φάση εκθετικής αύξησης των σοβαρών λοιμώξεων και των θανάτων η υποχρεωτική χρήση ενός νέου εμβολίου θα έπρεπε αδικαιολόγητα να αναβάλλεται για απροσδιόριστα μεγάλο χρονικό διάστημα προκειμένου, αφού διενεργηθούν όλες οι πιθανές κλινικές δοκιμές και συμπληρωθούν τα ελλείποντα στοιχεία, να αποτραπεί ο κίνδυνος ανεπιθύμητων παρενεργειών, παρόλο που όλα τα εμβόλια όπως και όλα τα φάρμακα δεν είναι εντελώς ακίνδυνα, και ενώ η νόσος θα συνέχιζε να προκαλεί σοβαρή βλάβη της υγείας ή και τον θάνατο ακόμη των ασθενών χωρίς πιθανότητα ανάσχεσής της, αν και, βάσει μη εκτενών κλινικών δεδομένων, η χρήση του εμβολίου θα είχε πολλά περισσότερα οφέλη παρά κινδύνους. Εξάλλου, ναι μεν σε περιπτώσεις έλλειψης απόλυτης βεβαιότητας ως προς την ανυπαρξία μακροπρόθεσμων κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία συνδεομένων με τη χρήση ενός νέου εμβολίου η αρχή της προφύλαξης θα απαιτούσε να απαγορευθεί η χρήση του -όχι μόνο η υποχρεωτική αλλά και η οικειοθελής- όμως, σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, λόγω πιεστικών και μη αναβαλλόμενων αναγκών προστασίας της δημόσιας υγείας από την εμφάνιση νέου μολυσματικού και υπερμεταδοτικού ιού που προκαλεί σοβαρά προβλήματα υγείας και τον θάνατο ακόμα, όπως συμβαίνει στην παρούσα κατάσταση της πανδημίας του ιού covid 19, η αρχή της προφύλαξης λειτουργεί με αντίστροφο τρόπο σε σχέση με τον συνήθη, διότι απαιτεί να επιτρέπεται ή και να επιβάλλεται η χρήση εμβολίων τα οποία, αν και βάσει μη εκτενών κλινικών δεδομένων, διασφαλίζουν περισσότερα οφέλη παρά κινδύνους, καθώς ο πιθανός κίνδυνος ανεπιθύμητης ενέργειας για ένα άτομο, με τη χρήση αυτού του εμβολίου, είναι πολύ μικρότερος από την πραγματική βλάβη για μια ολόκληρη κοινωνία, στην οποία δεν χρησιμοποιείται αυτό το εμβόλιο (Μειοψ.). Με την προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση δεν παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τα άρθρα 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 5 της Σύμβασης του Οβιέδο, οι οποίες δεν απαγορεύουν την εισαγωγή περιορισμών στο δικαίωμα του ενδιαφερομένου να μην υποβάλλεται σε ιατρικές πράξεις χωρίς την ελεύθερη συναίνεσή του, όταν οι περιορισμοί αυτοί τίθενται εντός των διαγραφομένων από την αρχή της αναλογικότητας ορίων και σταθμίσεων για την εξυπηρέτηση επιτακτικού σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ενώ, εξάλλου τα στελέχη των σωμάτων ασφαλείας, μεταξύ των οποίων και το ένστολο προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 4662/2020 που τους αφορούν, δεν υπόκεινται μόνον στους γενικούς περιορισμούς, τους οποίους ο νόμος επιβάλλει σε κάθε πολίτη κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους, αλλ’ υπόκεινται, επί πλέον, και σε ειδικότερους πρόσθετους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων, οι οποίοι είναι συνταγματικώς προβλεπόμενοι ή ανεκτοί, και αν ακόμη περιστέλλουν εντονότερα τα δικαιώματά τους, καθόσον δικαιολογούνται από τη φύση της σχέσης που τους συνδέει με το κράτος και τις απορρέουσες από τη σχέση αυτή υποχρεώσεις και, πάντως, οι περιορισμοί αυτοί δεν αναιρούν, στην ουσία τους, τα ως άνω δικαιώματα. Απορρίπτονται αντίθετοι λόγοι ακυρώσεως. Ομοίως απορριπτέος ο λόγος για παραβίαση του άρθρου 3 παρ. 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, διότι το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, καθώς και ο λόγος για προσβολή της αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων (άρ. 4 παρ. 1 του Συντ. και 14 της ΕΣΔΑ), διότι δεν υφίσταται ταυτότητα συνθηκών εμβολιασμένων και μη ενόψει, ιδίως, των συνεπειών που μπορεί να έχει ο μη εμβολιασμός στην εύρυθμη λειτουργία της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας. (Μειοψ.). Το ΣτΕ ανέβαλε την οριστική κρίση επί του ζητήματος της μη νόμιμης δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης στην ΕτΚ, και έταξε στη Διοίκηση προθεσμία ενός μηνός να προβεί στην εν λόγω δημοσίευση, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του εδ. α της παρ. 3 του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989.

 

 

Σύνδεσμος

 
ΟλΣτΕ 1400/2022 - Πλήρες κείμενο