21 Σεπ 2026
Με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων, μόνιμος δημόσιος υπάλληλος, ζήτησε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών ν’ αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει δυνάμει του άρ. 105 ΕισΝΑΚ ποσό ύψους 6.278 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην ζημία που υπέστη λόγω της αντίθετης, όπως ισχυρίζεται, προς το Σύνταγμα, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και την Οδηγία 2022/2041/ΕΕ παραλείψεως του κοινού νομοθέτη, να προβεί σε επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του Δημοσίου στο ύψος που προβλεπόταν από το κατηργημένο άρθρο 9 του Ν. 3205/2003· τούτο δε για την περίοδο από 1.1.2023 έως 31.12.2024. Άλλως, το ποσό αυτό ζητείται με την αγωγή ευθέως, μέσω δηλ. της επέκτασης και στον ενάγοντα των σχετικών με τα επιδόματα αυτά ρυθμίσεων που περιέχονται στα άρθρα 136 και 213 του Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου, λόγω της επιβαλλομένης, όπως ισχυρίζεται, από την Οδηγία 2022/2041/ΕΕ ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα αναφορικά με την διασφάλιση επαρκούς κατωτάτου μισθού ο οποίος να εγγυάται την αξιοπρεπή διαβίωσή τους. Όπως έκρινε το ΔΕΕ στην απόφασή του της 11.11.2025 (υπόθεση C-19/23), ο καθορισμός των αμοιβών των εργαζομένων (και αυτών του δημόσιου τομέα) των Κρατών - Μελών ανήκει στην αρμοδιότητα των τελευταίων και επομένως δεν ανήκει στην εξουσία του ενωσιακού νομοθέτη «η ενοποίηση όλων ή ορισμένων από τα στοιχεία που συνιστούν τους μισθούς» (παραμέτρων, δηλαδή, που, όπως προκύπτει από την απόφαση, θα ήσαν υποχρεωτικώς ληπτέες υπ’ όψιν από τα Κράτη - Μέλη για τον καθορισμό του ύψους των μισθών). Ούτε, άλλωστε, η έννοια της «επάρκειας» των νομίμων κατωτάτων μισθών μπορεί να θεωρηθεί ως αυτοτελής έννοια του δικαίου της ΕΕ, όπως επίσης κρίθηκε. Κατά μείζονα λόγο, επομένως, η Οδηγία 2022/2041, όπως είναι σαφές από το γράμμα της και την όλη οικονομία της, ούτε επιτάσσει την εξίσωση των κατωτάτων μισθών (αρκουμένη στην απαγόρευση αδικαιολόγητων διακρίσεων επ’ αυτού, άρ. 6) ούτε παρέχει δικαίωμα το οποίο να συνίσταται στην αξίωση για ενιαία ρύθμιση των αποδοχών κάθε κατηγορίας μισθωτών και, ειδικότερα, στην εξομοίωση της περαιτέρω διάρθρωσης των αποδοχών των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα προς την διάρθρωση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και μάλιστα είτε αμείβονται αμφότεροι με τον κατώτατο μισθό είτε όχι. Ούτε επιβάλλει η Οδηγία την σύγκριση ή -πολύ περισσότερο- την εξομοίωση των συνολικών αποδοχών των δύο αυτών κατηγοριών με βάση υπολογισμού το χρονικό διάστημα ενός έτους, αφού ως «δεδομένο χρονικό διάστημα» κατ’ άρ. 3 περ. (1) της Οδηγίας για τον υπολογισμό του μισθού (και του κατωτάτου) των υπαλλήλων τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα σύμφωνα με την παγία εθνική νομοθεσία αλλά και τις συλλογικές συμβάσεις λαμβάνεται ο μήνας και όχι το έτος. Έτσι, η Οδηγία 2022/2041 δεν χορηγεί εν προκειμένω δικαίωμα με επαρκώς προσδιορισμένο περιεχόμενο, ως προς την μη μεταφορά ή την πλημμελή μεταφορά του οποίου να έχει συντρέξει παράλειψη του έλληνα νομοθέτη, αντίθετη προς το δίκαιο της ΕΕ. Συνεπώς, η αγωγή κατά το μέρος αυτό και για το διάστημα από την 16η Νοεμβρίου 2024 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2024 κρίθηκε νόμω αβάσιμη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΧΘΔΕΕ, οι διατάξεις του διέπουν τις δράσεις των Κρατών-Μελών μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της ΕΕ και, όπως έχει κριθεί, αυτές δεν αφορούν την λήψη από το Κράτος - Μέλος μέτρων αμιγώς εσωτερικής πολιτικής, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Συνεπώς, κρίθηκε απορριπτέα ως αβάσιμα ο αγωγικός ισχυρισμός και τα συναφή επιχειρήματα, σύμφωνα με τα οποία αντίκειται και στις δύο παραγράφους του άρθρου 31 του ΧΘΔΕΕ η παράλειψη της εθνικής νομοθεσίας να προβεί στην εκ νέου θέσπιση των επιμάχων επιδομάτων. Η ρύθμιση με τους νόμους 4354/2015, 5045/2023 και 5164/2024 του γενικού μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων αποτελεί ταυτόχρονα και επί μέρους πτυχή συνόλου πολιτικών οι οποίες ιεραρχούνται (με τρόπο ο οποίος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο) και αποτιμώνται στα κατά καιρούς ισχύσαντα Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια, κινείται δε η προκαλούμενη από αυτήν επιβάρυνση εντός των δημοσιονομικών πλαισίων. Αλλά και τα διάφορα παράλληλα μέτρα μισθολογικού ή φορολογικού χαρακτήρα, που λήφθηκαν κατά την κρίσιμη περίοδο σε σχέση με αποδοχές δημοσίων υπαλλήλων ή λειτουργών, κινούνται και αυτά εντός των ανωτέρω πλαισίων. Δικαιολογείται, συνεπώς, η διαχρονική στάση αυτή του νομοθέτη και από λόγους δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενους στην δημοσιονομική ευστάθεια της Χώρας, αν ληφθεί υπ’ όψιν -στο πλαίσιο του οριακού δικαστικού ελέγχου- η τάξη μεγέθους της πάγιας, επί πλέον επιβάρυνσης, την οποίαν θα συνεπαγόταν η χορήγηση αδιαφοροποίητα στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων μιας παροχής τέτοιου ύψους (δύο επί πλέον βασικών μισθών ετησίως). Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ακριβούς ποσού, στο οποίο θα ανερχόταν εν τέλει η επιβάρυνση αυτή, όπως εκτίθεται στις αμέσως προηγούμενες σκέψεις. Δεν συντρέχει, επομένως, παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, ούτε και επιβαλλόταν από μόνη την λήξη της οικονομικής κρίσης η επαναφορά των επιδομάτων ή, έστω, η εξέταση του ενδεχομένου να θεσπισθούν αυτά εκ νέου. Ούτε, τέλος, προκύπτει ότι από την μη χορήγηση των επιμάχων επιδομάτων συντρέχει περίπτωση να τεθεί σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση του μισθοδοτουμένου, με βάση τους γενικούς ορισμούς των άρ. 7 επ. Ν. 4354/2015, προσωπικού. Κατόπιν τούτων η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη και κατά το μέρος αυτό, διότι ουδεμία αντισυνταγματική παράλειψη συνέτρεξε. Τέλος, η κρινόμενη αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και σε ότι αφορά την παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης διακρίσεων του άρ. 6 § 1 της Οδηγίας 2022/2041 έναντι των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα (της οποίας ο ενάγων επιδιώκει την ανόρθωση με επεκτατική εφαρμογή των άρθρων 135-136 και 213 του Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου, σχετικών με τα «δώρα» εορτών και αδείας). Επικαλέσθηκε το Δικαστήριο τη μεταχείριση που επιφυλάσσει στους δημοσίους υπαλλήλους το Σύνταγμα και ο Υπαλληλικός Κώδικας και θεώρησε κατόπιν αυτού προφανές ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τελούν υπό τις ίδιες ή, έστω, παρόμοιες συνθήκες παροχής των υπηρεσιών τους με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα (στοιχώντας προς νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, στις αποφάσεις του 2/2012, 16/1983). Τούτο έχει ως συνέπεια να μην παραβιάζει την αρχή της ισότητας η μη πρόβλεψη των επιμάχων επιδομάτων για τους δημοσίους υπαλλήλους. Αποτελεί δε επαρκές διαφοροποιητικό στοιχείο μεταξύ των δύο κατηγοριών, σύμφωνα και με το άρ. 6 § 1 της Οδηγίας 2022/2041, το γεγονός ότι το ζήτημα της διάρθρωσης των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και του καθορισμού του ύψους τους (και για τον κατώτατο μισθό), έχει άμεσες και δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις στη δημοσιονομική κατάσταση των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης και κατ’ επέκταση στη δημοσιονομική ευστάθεια του Κράτους. (Μειοψ.). Κατόπιν τούτων, το ΣτΕ, αφού επέλυσε τα ζητήματα κατ’ άρ. 1 § 1 Ν. 3900/2010, κράτησε, εκδίκασε και απέρριψε την αγωγή.